Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 16 Ιουνίου

Loading...


(᾿Ιω. ιζ´ 1-13) – Κυριακή των Αγίων 318 Πατέρων Α´ Οικουμενικής Συνόδου
Τώ καιρώ εκείνω, επάρας ο ᾿Ιησούς τούς οφθαλμούς αυτού εις τόν ουρανόν είπε• Πάτερ, ελήλυθεν η ώρα• δόξασόν σου τόν Υιόν, ίνα καί ο Υιός σου δοξάση σε, καθώς έδωκας αυτώ εξουσίαν πάσης σαρκός, ίνα πάν ό δέδωκας αυτώ δώση αυτοίς ζωήν αιώνιον. Αύτη δέ εστιν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί σε τόν μόνον αληθινόν Θεόν καί όν απέστειλας ᾿Ιησούν Χριστόν.

᾿Εγώ σε εδόξασα επί τής γής, τό έργον ετελείωσα ό δέδωκάς μοι ίνα ποιήσω• καί νύν δόξασόν με σύ, Πάτερ, παρά σεαυτώ τή δόξη ή είχον πρό τού τόν κόσμον είναι παρά σοί. ᾿Εφανέρωσά σου τό όνομα τοίς ανθρώποις ούς δέδωκάς μοι εκ τού κόσμου. Σοί ήσαν καί εμοί αυτούς δέδωκας, καί τόν λόγον σου τετηρήκασι.

Νύν έγνωκαν ότι πάντα όσα δέδωκάς μοι παρά σού εστιν• ότι τά ρήματα ά δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς, καί αυτοί έλαβον, καί έγνωσαν αληθώς ότι παρά σού εξήλθον, καί επίστευσαν ότι σύ με απέστειλας. ᾿Εγώ περί αυτών ερωτώ• ου περί τού κόσμου ερωτώ, αλλά περί ών δέδωκάς μοι, ότι σοί εισι, καί τά εμά πάντα σά εστι καί τά σά εμά, καί δεδόξασμαι εν αυτοίς.

Καί ουκέτι ειμί εν τώ κόσμω, καί ούτοι εν τώ κόσμω εισί, καί εγώ πρός σέ έρχομαι. Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τώ ονόματί σου ώ δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν έν καθώς ημείς.

῞Οτε ήμην μετ᾿ αυτών εν τώ κόσμω, εγώ ετήρουν αυτούς εν τώ ονόματί σου• ούς δέδωκάς μοι εφύλαξα, καί ουδείς εξ αυτών απώλετο ει μή ο υιός τής απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή. Νύν δέ πρός σέ έρχομαι, καί ταύτα λαλώ εν τώ κόσμω ίνα έχωσι τήν χαράν τήν εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Εκείνο τόν καιρό, σήκωσε ο ᾿Ιησούς τά μάτια του στόν ουρανό καί είπε• «Πατέρα, έφτασε η ώρα• φανέρωσε τή δόξα τού Υιού σου, ώστε κι ο Υιός νά φανερώσει τή δική σου δόξα. ᾿Εσύ τού έδωσες εξουσία πάνω σέ όλους τούς ανθρώπους• έτσι κι αυτός θά δώσει τήν αιώνια ζωή σέ όλους αυτούς πού τού εμπιστεύτηκες.

Καί νά ποιά είναι η αιώνια ζωή• Ν’ αναγνωρίζουν οι άνθρωποι εσένα ως τόν μόνο αληθινό Θεό, καθώς κι εκείνον πού έστειλες, τόν ᾿Ιησού Χριστό. ᾿Εγώ φανέρωσα τή δόξα σου πάνω στή γή, αφού ολοκλήρωσα τό έργο πού μού ανέθεσες νά κάνω. Τώρα λοιπόν εσύ, Πατέρα, δόξασέ με κοντά σ’ εσένα μέ τή δόξα πού είχα κοντά σου προτού νά γίνει ο κόσμος. ᾿Εγώ σέ έκανα γνωστό στούς ανθρώπους πού τούς πήρες μέσα από τόν κόσμο καί μού τούς εμπιστεύτηκες. ᾿Ανήκαν σ’ εσένα, κι εσύ τούς έδωσες σ’ εμένα, κι έχουν δεχτεί τόν λόγο σου.

Αυτοί τώρα ξέρουν πώς όλα όσα μού έδωσες προέρχονται από σένα• γιατί τίς διδαχές πού μού έδωσες, εγώ τίς έδωσα σ’ αυτούς, κι αυτοί τίς δέχτηκαν καί αναγνώρισαν πώς πραγματικά από σένα προέρχομαι, καί πίστεψαν πώς εσύ μέ έστειλες στόν κόσμο. ᾿Εγώ γι’ αυτούς παρακαλώ. Δέν παρακαλώ γιά τόν κόσμο αλλά γι’ αυτούς πού μού έδωσες, γιατί ανήκουν σ’ εσένα. Κι όλα όσα είναι δικά μου είναι καί δικά σου, καί τά δικά σου είναι καί δικά μου, καί δι’ αυτών θά φανερωθεί η δόξα μου.

Τώρα δέν είμαι πιά μέσα στόν κόσμο ενώ αυτοί μένουν μέσα στόν κόσμο, κι εγώ έρχομαι σ’ εσένα. ῞Αγιε Πατέρα, διατήρησέ τους στήν πίστη μέ τή δύναμη τού ονόματός σου πού μού χάρισες, γιά νά μείνουν ενωμένοι όπως εμείς. ῞Οταν ήμουν μαζί τους στόν κόσμο, εγώ τούς διατηρούσα στήν πίστη μέ τή δύναμη τού ονόματός σου. Αυτούς πού μού έδωσες τούς φύλαξα, καί κανένας απ’ αυτούς δέν χάθηκε, παρά μόνο ο άνθρωπος τής απώλειας, γιά νά εκπληρωθούν τά λόγια τής Γραφής.

Τώρα όμως εγώ έρχομαι σ’ εσένα, καί τά λέω αυτά όσο είμαι ακόμα στόν κόσμο, ώστε νά έχουν τή δική μου τή χαρά μέσα τους σ’ όλη τήν πληρότητά της».