Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 10 Μαρτίου

Loading...


Της Απόκρεω – Κατά Ματθαίον (κε΄ 31 – 46)
Είπεν ο Κύριος• όταν έλθη ο υιός τού ανθρώπου εν τή δόξη αυτού καί πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ᾿ αυτού, τότε καθίσει επί θρόνου δόξης αυτού, καί συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τά έθνη, καί αφοριεί αυτούς απ᾿ αλλήλων ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τά πρόβατα από τών ερίφων, καί στήσει τά μέν πρόβατα εκ δεξιών  αυτού, τά δέ ερίφια εξ ευωνύμων.

Τότε ερεί ο βασιλεύς τοίς εκ δεξιών αυτού• δεύτε οι ευλογημένοι τού πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γάρ, καί εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, καί εποτίσατέ με, ξένος ήμην, καί συνηγάγετέ με, γυμνός, καί περιεβάλετέ με, ησθένησα, καί επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, καί ήλθετε πρός με.

Τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι λέγοντες• κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα καί εθρέψαμεν, ή διψώντα καί εποτίσαμεν; Πότε δέ σε είδομεν ξένον καί συνηγάγομεν, ή γυμνόν καί περιεβάλομεν; Πότε δέ σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή, καί ήλθομεν πρός σε;

Καί αποκριθείς ο βασιλεύς ερεί αυτοίς• αμήν λέγω υμίν, εφ᾿ όσον εποιήσατε ενί τούτων τών αδελφών μου τών ελαχίστων, εμοί εποιήσατε.

Τότε ερεί καί τοίς εξ ευωνύμων• πορεύεσθε απ᾿ εμού οι κατηραμένοι εις τό πύρ τό αιώνιον τό ητοιμασμένον τώ διαβόλω καί τοίς αγγέλοις αυτού. Επείνασα γάρ, καί ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, καί ουκ εποτίσατέ με, ξένος ήμην, καί ου συνηγάγετέ με, γυμνός, καί ου περιεβάλετέ με, ασθενής καί εν φυλακή, καί ουκ επεσκέψασθέ με.

Τότε αποκριθήσονται αυτώ καί αυτοί λέγοντες• κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή ξένον ή γυμνόν ή ασθενή ή εν φυλακή, καί ου διηκονήσαμέν σοι;

Τότε αποκριθήσεται αυτοίς λέγων• αμήν λέγω υμίν, εφ᾿ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων τών ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε.

Καί απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δέ δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον.
alt
Απόδοση στη νεοελληνική:
Είπε ο Κύριος:
«Όταν θα έλθη ο Υιός τού ανθρώπου μέ όλην του τήν δόξαν καί όλοι οι άγγελοι μαζί του, τότε θά καθήση εις τόν θρόνον τής δόξης του καί θά μαζευθούν ενώπιόν του όλα τά έθνη καί θά χωρίση τούς μέν από τούς δέ, όπως ο βοσκός χωρίζει τά πρόβατα από τά κατσίκια, καί θα τοποθετήση τά μέν πρόβατα πρός τά δεξιά του, τά δέ κατσίκια πρός τά αριστερά του.

Τότε θά πή ο βασιλεύς εις εκείνους, πού θά είναι πρός τά δεξιά, «Ελάτε οι ευλογημένοι τού Πατέρα μου, κληρονομήστε τήν βασιλείαν, η οποία είναι ετοιμασμένη γιά σάς από τόν καιρόν τής δημιουργίας τού κόσμου. Διότι επείνασα καί μού εδώκατε νά φάγω, εδίψασα καί μ’ εποτίσατε, ξενος ήμουνα καί μ’ επήρατε εις τό σπίτι, γυμνός ήμουνα καί μ’ ενδύσατε, αρρώστησα καί μ’ επισκεφθήκατε, εις τήν φυλακήν ήμουνα καί ήλθατε σ’ εμέ».

Τότε θά τού αποκριθούν οι δίκαιοι καί θά πούν, «Κύριε, πότε σέ είδαμε νά πεινάς καί σ’ εθρέψαμε ή νά διψάς καί σ’ εποτίσαμε; Πότε δέ σέ είδαμε ξένον καί σ’ επήραμε εις τό σπίτι ή γυμνόν καί σ’ ενδύσαμε; Πότε σέ είδαμε άρρωστον ή φυλακισμένον καί ήλθαμε σ’εσέ;».

Ο βασιλεύς θά απαντήση καί θά τούς πή, «Αλήθεια σάς λέγω, ό,τι εκάνατε εις ένα από τούτους τούς ασήμαντους αδεφλούς μου, σ’ εμέ τό εκάνατε».

Τότε θά πή σ’ εκείνους, πού θά είναι πρός τά αριστερά, «Φύγετε απ’ εμέ, καταραμένοι, στήν αιώνια φωτιά, πού έχει ετοιμασθή διά τόν διάβολον καί τούς αγγέλους του, διότι επείνασα καί δέν μού εδώκατε νά φάγω, εδίψασα καί δέν μ’ εποτίσατε, ξένος ήμουνα καί δέν μ’ επήρατε εις τό σπίτι, γυμνός ήμουνα καί δέν μ’ ενδύσατε, ασθενής ήμουνα καί φυλακισμένος καί δέν μ’ επισκεφθήκατε».

Τότε θά αποκριθούν καί αυτοί καί θά πούν, «Κύριε, πότε σέ είδαμε νά πεινάς ή νά διψάς καί νά είσαι ξένος ή γυμνός ή ασθενής ή φυλακισμένος καί δέν σέ υπηρετήσαμε;»

Τότε θά αποκριθή εις αυτούς καί θά πή, «Αλήθεια σάς λέγω, ό,τι δέν εκάνατε εις ένα από τούς ασήμαντους τούτους, ούτε εις εμέ εκάνατε».

Καί αυτοί θά μεταβούν εις κόλασιν αιώνιον, οι δέ δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».