Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 10 Φεβρουαρίου

Loading...


(Ματθ. κε´ 14-30)
Είπεν ο Κύριος τήν παραβολήν ταύτην• ῎Ανθρωπός τις αποδημών εκάλεσε τούς ιδίους δούλους καί παρέδωκεν αυτοίς τά υπάρχοντα αυτού, καί ώ μέν έδωκε πέντε τάλαντα, ώ δέ δύο, ώ δέ έν, εκάστω κατά τήν ιδίαν δύναμιν, καί απεδήμησεν ευθέως. Πορευθείς δέ ο τά πέντε τάλαντα λαβών ειργάσατο εν αυτοίς καί εποίησεν άλλα πέντε τάλαντα. ῾Ωσαύτως καί ο τά δύο εκέρδησε καί αυτός άλλα δύο. ῾Ο δέ τό έν λαβών απελθών ώρυξεν εν τή γή καί απέκρυψε τό αργύριον τού κυρίου αυτού.

Μετά δέ χρόνον πολύν έρχεται ο κύριος τών δούλων εκείνων καί συναίρει μετ᾿ αυτών λόγον. Καί προσελθών ο τά πέντε τάλαντα λαβών προσήνεγκεν άλλα πέντε τάλαντα λέγων• Κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας• ίδε άλλα πέντε τάλαντα εκέρδησα επ᾿ αυτοίς. Εφη αυτώ ο κύριος αυτού• Εύ, δούλε αγαθέ καί πιστέ! επί ολίγα ής πιστός, επί πολλών σε καταστήσω• είσελθε εις τήν χαράν τού κυρίου σου. Προσελθών δέ καί ο τά δύο τάλαντα λαβών είπε• Κύριε, δύο τάλαντά μοι παρέδωκας• ίδε άλλα δύο τάλαντα εκέρδησα επ᾿ αυτοίς. ῎Εφη αυτώ ο κύριος αυτού• Εύ, δούλε αγαθέ καί πιστέ! επί ολίγα ής πιστός, επί πολλών σε καταστήσω• είσελθε εις τήν χαράν τού κυρίου σου.

Προσελθών δέ καί ο τό έν τάλαντον ειληφώς είπε• Κύριε, έγνων σε ότι σκληρός εί άνθρωπος, θερίζων όπου ουκ έσπειρας καί συνάγων όθεν ου διεσκόρπισας• καί φοβηθείς απελθών έκρυψα τό τάλαντόν σου εν τή γή• ίδε έχεις τό σόν. ᾿Αποκριθείς δέ ο κύριος αυτού είπεν αυτώ• Πονηρέ δούλε καί οκνηρέ! ήδεις ότι θερίζω όπου ουκ έσπειρα καί συνάγω όθεν ου διεσκόρπισα! έδει ούν σε βαλείν τό αργύριόν μου τοίς τραπεζίταις, καί ελθών εγώ εκομισάμην άν τό εμόν σύν τόκω. ῎

Αρατε ούν απ᾿ αυτού τό τάλαντον καί δότε τώ έχοντι τά δέκα τάλαντα. Τώ γάρ έχοντι παντί δοθήσεται καί περισσευθήσεται, από δέ τού μή έχοντος καί ό έχει αρθήσεται απ᾿ αυτού• καί τόν αχρείον δούλον εκβάλετε εις τό σκότος τό εξώτερον• εκεί έσται ο κλαυθμός καί ο βρυγμός τών οδόντων. Ταύτα λέγων εφώνει• ῾Ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω.

Απόδοση στη νεοελληνική:
Είπε ο Κύριος αυτή τήν παραβολή• «῾Η βασιλεία τού Θεού μοιάζει μ᾿ έναν άνθρωπο ο οποίος, φεύγοντας γιά ταξίδι, κάλεσε τούς δούλους του καί τούς εμπιστεύτηκε τά υπάρχοντά του. Σ᾿ άλλον έδωσε πέντε τάλαντα, σ᾿ άλλον δύο, σ᾿ άλλον ένα, στόν καθένα ανάλογα μέ τήν ικανότητά του, κι έφυγε αμέσως γιά τό ταξίδι. Αυτός πού έλαβε τά πέντε τάλαντα, πήγε καί τά εκμεταλλεύτηκε καί κέρδισε άλλα πέντε. Κι αυτός πού έλαβε τά δύο τάλαντα, κέρδισε επίσης άλλα δύο.

᾿Εκείνος όμως πού έλαβε τό ένα τάλαντο, πήγε κι έσκαψε στή γή καί έκρυψε τά χρήματα τού κυρίου του. ῞Υστερα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, γύρισε ο κύριος εκείνων τών δούλων καί έκανε λογαριασμό μαζί τους. Παρουσιάστηκε τότε εκείνος πού είχε λάβει τά πέντε τάλαντα καί τού έφερε άλλα πέντε.

“Κύριε”, τού λέει, “μού εμπιστεύτηκες πέντε τάλαντα• κοίτα, κέρδισα μ᾿ αυτά άλλα πέντε”. ῾Ο κύριός του τού είπε• “εύγε, καλέ καί έμπιστε δούλε! ᾿Αποδείχτηκες αξιόπιστος στά λίγα, γι᾿ αυτό θά σού εμπιστευτώ πολλά. ῎Ελα νά γιορτάσεις μαζί μου”. Παρουσιάστηκε κι ο άλλος μέ τά δύο τάλαντα καί τού είπε• “κύριε, μού εμπιστεύτηκες δύο τάλαντα• κοίτα, κέρδισα άλλα δύο”. Τού είπε ο κύριός του• “εύγε, καλέ καί έμπιστε δούλε! ᾿Αποδείχτηκες αξιόπιστος στά λίγα, γι᾿ αυτό θά σού εμπιστευτώ πολλά. ῎Ελα νά γιορτάσεις μαζί μου”. Παρουσιάστηκε κι εκείνος πού είχε λάβει τό ένα τάλαντο καί τού είπε• “κύριε, ήξερα πώς είσαι σκληρός άνθρωπος.

Θερίζεις εκεί όπου δέν έσπειρες καί συνάζεις καρπούς εκεί πού δέν φύτεψες. Γι᾿ αυτό φοβήθηκα καί πήγα κι έκρυψα τό τάλαντό σου στή γή. ῾Ορίστε τά λεφτά σου”. ῾Ο κύριός του τού αποκρίθηκε• “δούλε κακέ καί οκνηρέ, ήξερες πώς θερίζω όπου δέν έσπειρα, καί συνάζω καρπούς απ᾿ όπου δέν φύτεψα! Τότε έπρεπε νά βάλεις τά χρήματά μου στήν τράπεζα, κι εγώ όταν θά γυρνούσα πίσω θά τά έπαιρνα μέ τόκο. Πάρτε του, λοιπόν, τό τάλαντο καί δώστε το σ᾿ αυτόν πού έχει τά δέκα τάλαντα. Γιατί σέ καθέναν πού έχει, θά τού δοθεί μέ τό παραπάνω καί θά ᾿χει περίσσευμα• ενώ απ᾿ όποιον δέν έχει, θά τού πάρουν καί τά λίγα πού έχει.

Κι αυτόν τόν άχρηστο δούλο πετάξτε τον έξω στό σκοτάδι. ᾿Εκεί θά κλαίνε, καί θά τρίζουν τά δόντια’’». ᾿Αφού τά είπε όλα αυτά, πρόσθεσε μέ έμφαση• «῞Οποιος έχει αυτιά γιά ν᾿ ακούει άς τά ακούει».