«Θάνατος αμαρτωλών πονηρός»

Loading...


Του Αγίου Νήφωνα Επισκόπου Κωνσταντιανής

Μια φορά καθόταν στο κελλί της εκκλησίας (ο άγ. Νήφωνας). (Το κελλί του ήταν κοντά στην αγία Υπατία και αργότερα έγινε κοινόβιο). Είχε τελειώσει η ακολουθία και μαζεύθηκαν πολλοί γύρω του, για να ωφεληθούν. Κάποιος τον ρώτησε για τη διαφορά ανάμεσα στους θανάτους.

Πως άλλοι πεθαίνουν με ταραχή και άλλοι με ειρήνη, άλλοι στην ξενιτιά, άλλοι στην ερημιά και άλλοι στη θάλασσα. Λένε μάλιστα μερικοί ότι είναι γραμμένο στον καθένα το πώς και που θα πεθάνει.

   -Εκείνο που είναι απαραίτητο, αδελφοί, άρχισε ο όσιος, είναι να πενθούμε τις αμαρτίες μας και να ζητάμε το έλεος του Θεού με τη μετάνοια. Όσο για τα άλλα, ανήκουν στη δική του κρίση και είναι επικίνδυνο να ασχολούμαστε με αυτά. Καλύτερα ας κλάψουμε κι ας θρηνήσουμε για τα παραπτώματά μας, ώστε να βρούμε έλεος και να αξιωθούμε να απολαύσουμε μια έστω μικρή σταγόνα σωτηρίας. Έρχονται πονηρές μέρες «εν αις ουδείς δύναται εργάζεσθαι». Πριν λοιπόν να φτάσουν, ας εργασθούμε το αγαθό, ώστε να ζήσουμε αιώνια.

   -Σωστός ο λόγος σου, παρατήρησαν οι συνομιλητές του. Όμως, αν δεν ήταν άτοπη η ερώτησή μας, σε παρακαλούμε δος μας απάντηση.
   Τότε ο Νήφων διηγήθηκε:

   -Είχα κάποιο φίλο, που τον έλεγαν Θεόφιλο. Πολλές φορές μακάριζε την ελεεινότητά μου, μη ξέροντας ότι οι ανομίες μου ξεπέρασαν και των δαιμόνων. Από τα νιάτα μου πολλές φορές συζητούσα μαζί του και του έλεγα ψυχωφελή λόγια, αλλά δεν κατάφερα να τον ελκύσω στο αγαθό. Απ’ όσα όμως άκουγε ούτε ένα δεν εκτελούσε. Δούλευε σε ένα εργαστήριο και η δουλειά του ήταν να ζυγίζει. Ήταν μνησίκακος και αισχρός στα λόγια. Δεν είχε «θύραν περιοχής περί τα χείλη» του. Δεν φοβόταν καθόλου τον Θεό, γιατί δούλευε στην αμαρτία. Στα ζυγίσματά του έκανε πολλές ατιμίες τρώγοντας έτσι τον κόπο των φτωχών.

   Έφτασε όμως κάποτε το δρεπάνι που θα τον θέριζε από τούτη τη ζωή. Ένα μήνα προ του θανάτου του τον έπιασε δυσεντερία. Τα σπλάχνα του χύθηκαν έξω, ψυχορραγούσε μασώντας τη γλώσσα του ώσπου την έκοψε. Τόσο αυστηρή ήταν η κρίση του Θεού, ώστε επί δεκαεπτά μέρες σπάραζε και κυλιόταν πάνω στο κρεβάτι τρίζοντας τα δόντια.

Μάδησε τρίχα-τρίχα το πηγούνι του, ώσπου το έκανε γυμνό σαν την παλάμη του. Έπειτα μετρούσε τα δάχτυλά του, κουνούσε ελεεινά το κεφάλι του, γούρλωνε άγρια τα μάτια του, ζητούσε παρηγοριά! μα δεν υπήρχε… Και πάλι τα ίδια: Κουνούσε το κεφάλι του, μαδούσε τα μαλλιά του, μετρούσε τα δάχτυλά του, βογκούσε. Έβλεπε άθλιο θέαμα και φρικτό μυστήριο να συντελείται πάνω του. Πως άντεχε σε κείνο φοβερό μαρτύριο; Τέλος κατέφαγε και τα χείλια του και άφησε το κεφάλι του χωρίς μαλλιά. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθούσε να μετράει τα δάχτυλά του, να βογκάει και να τρίζει τα δόντια του.

Ένας άγγελος στεκόταν εκεί αοράτως. Είχε τραβήξει από το θηκάρι του τη φοβερή ρομφαία και βασάνιζε τον άθλιο Θεόφιλο.

   Έτσι βασανιζόταν και ψυχορραγούσε 17 μέρες, καθώς είπα, λογαριάζοντας με τα δάχτυλά του τις αδικίες της ζυγαριάς. Και ο τιμωρός άγγελος του έλεγε:

   -Άθλιε, δεν είχες καθόλου σπλάχνα. Όλους τους έκαιγες με την άτιμη ζυγαριά σου. Ξέφυγες από τη σωστή πίστη και επιπλέον ορκιζόσουν για ψύλλου πήδημα στο φοβερό όνομα του Θεού! Έπειτα, γιατί έβριζες και συκοφαντούσες τους τίμιους ανθρώπους; Να τώρα τι σου προξένησαν όλα αυτά! Γιατί όταν κοινωνούσες έφτυνες άφοβα στη γη; Γιατί αδικούσες και έκλεβες τους φτωχούς στο ζύγισμα; Τώρα λοιπόν, αν δεν έρθει η ζυγαριά ενώπιον όλων δεν πρόκειται να βγει η ψυχή σου, αλλά θα τυραννιέσαι συνέχεια.

   Εκείνος όμως με κομμένη γλώσσα δεν μπορούσε να ζητήσει τη ζυγαριά, παρά λογάριαζε με τα δάχτυλά του κουνώντας το κεφάλι του. Αλλά κανένας απ’ όλους δεν καταλάβαινε τι θέλει.

   Μόνο ένας άγιος και διορατικός άνθρωπος, που βρέθηκε εκεί, άκουσε τον άγγελο, κατάλαβε και ζήτησε να φέρουν μια ζυγαριά. Μόλις την είδε ο ετοιμοθάνατος αναστέναξε βαθιά και άρχισε να κουνάει δυνατά το κεφάλι του, σαν να ομολογούσε ότι μ’ αυτήν έκανε όλες του τις παρανομίες. Και αμέσως ξεψύχησε. Ο εκδικητής άγγελος πήρε την ψυχή του και την παρέδωσε στην κρίση του Θεού.

   Τι συμπέρασμα βγάζουμε από ένα τέτοιο θάνατο; Ρώτησε ο Νήφων. Ανάλογη με τις πράξεις του ήρθε κι η τιμωρία. Επειδή ήταν τόσο αμαρτωλός και παράνομος – σαν και μένα τον ταλαίπωρο – τιμωρήθηκε από εδώ, ώστε κατά τη μέλλουσα κρίση να δοκιμάσει μικρότερη οδύνη.

   Ακούγοντας αυτά οι συνομιλητές του οσίου αναστέναξαν αναλογιζόμενοι καθένας τις αμαρτίες του.
 
Από το βιβλίο: «Ένας ασκητής Επίσκοπος»



Ετικέτες