Θα επιλέξουμε τον πολιτισμό των Ευρωπαίων ή τον Θεό;

Loading...


Τού Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Άνθρωπε, υπερηφανεύεσαι καί κομπάζεις χωρίς λόγο. Καμαρώνει κανείς γιά κάτι πού τού ανήκει καί όχι γιά τό δανεικό. Καυχιέσαι, λοιπόν, αλλά γιά ποιό λόγο; Δέν έχεις τίποτε δικό σου. Κάθε τί πού νομίζεις πώς είναι δικό σου, στήν πραγματικότητα είναι δανεικό καί πρέπει νά τό επιστρέψεις στόν δανειστή σου. Καμαρώνεις γιά τήν εξωτερική σου ομορφιά; Πήγαινε στό νεκροταφείο, έξω από τήν πόλη, νά δείς πού είναι πεταμένη ή εξωτερική ομορφιά.

Καμαρώνεις γιά τά ωραία σου μάτια καί γιά τά ωραία σου χείλη; Ποιός ξέρει άραγε πόσες φορές καθάρισες τή λάσπη από τά παπούτσια σου βαριεστημένα καί μονότονα χωρίς νά σκεφτείς ότι αυτή ή λάσπη είναι τά μάτια καί τά χείλη ανθρώπων πού διάβηκαν τόν δρόμο πού εσύ περπατάς; Καυχιέσαι γιά τά πλούτη σου; Σκέψου, γιά νά αποκτήσεις αυτά τά πλούτη τί έπραξες; Σκέψου, πώς θά σού είναι άχρηστα αυτά τά πλούτη σάν πεθάνεις. Καμαρώνεις γιά τά κοσμήματά σου;

Γιά τά διαμάντια, τά μπριλάντια, τά ρουμπίνια, τά σμαράγδια καί τά μαργαριτάρια; Όταν πεθαμένο θά σέ ξαπλώσουν στό φέρετρο δέν θά έχει καμία διαφορά γιά σένα, άν θά σού κρεμάσουν στό λαιμό σου περιδέραιο από μαργαριτάρια ή από βαλανίδια. Πεθαμένος δέν θά καταλάβεις διαφορά, άν θά βάλλουν στίς τσέπες σου διαμάντια ή άν θά σού βάλλουν στάχτη. Τό ίδιο θά είναι γιά σένα, άν σκεπάσουν τήν σορό σου μέ βελούδινο ύφασμα ή μέ καλαμένια ψάθα. Όλα όσα πήρες δανεικά από… τό χώμα, στό χώμα θά επιστρέψουν είτε τό θέλεις είτε όχι. Γιά ποιό λόγο λοιπόν καυχιέσαι; Υπερηφανεύεσαι λοιπόν γιά τά δανεικά;

Μήπως κομπάζεις γιά τή δόξα καί τή δύναμη πού απέκτησες; Τώρα μέ ένα σου λόγο ολόκληροι στρατοί κινούνται, άλλοτε πρός δεξιά καί άλλοτε πρός αριστερά, όπου εσύ τούς διατάζεις. Τώρα μέ ένα σου λόγο χτίζονται πόλεις, σκάβονται τούνελ, φτιάχνονται δρόμοι. Τώρα χιλιάδες άνθρωποι περνάνε κάτω από τό παράθυρό σου προσπαθώντας νά σέ δούν, θέλοντας μετά νά παινευτούν καί νά πούν πώς σέ είδαν μέ τά ίδια τούς τά μάτια.

Αύριο όμως σαρανταποδαρούσες καί σαύρες θά έρπουν πάνω από τό κρύο μέτωπό σου καί εσύ δέν θά μπορείς νά κουνήσεις τό χέρι σου γιά νά τίς διώξεις. Υπερηφανεύεσαι γιά τήν μόρφωσή σου ή κομπάζεις γιά τά έργα σου; Πρόσεχε μή χάσεις τά λογικά σου, όπως ό αυτοκράτορας Ναβουχοδονόσωρ.

Άκουσε αυτή τήν ιστορία καί πές τήν στά παιδιά σου καί σέ αυτούς πού αγαπάς καί τούς εύχεσαι καθετί καλό. Κάποτε ό αυτοκράτορας Ναβουχοδονόσωρ έχτισε μία μεγάλη πόλη, τήν Βαβυλώνα. Αυτή τήν πόλη τήν διακόσμησε μέ πολλούς κρεμαστούς κήπους καί μέ πανύψηλους πύργους. Έκανε αυτή τήν πόλη πρωτεύουσα τού κράτους του. Ή πόλη αυτή ήταν τόσο όμορφη πού καμία άλλη πόλη στόν κόσμο δέν μπορούσε νά συγκριθεί μαζί της. Μία μέρα καθώς έκανε τήν βόλτα του ό αυτοκράτορας, ο Ναβουχοδονόσωρ, σέ έναν από τούς πύργους του, κοίταξε από ψηλά τήν Βαβυλώνα καί γεμάτος περηφάνια φώναξε: Δέν είναι αυτή η Βαβυλώνα, η μεγάλη, η οποία εγώ έχτισα μέ τή μεγάλη δύναμή μου γιά νά γίνει ο θρόνος τής αυτοκρατορίας μου, η δόξα τής μεγαλειότητάς μου; (Δανιήλ 4, 29). Αυτά τά λόγια είπε ο αυτοκράτορας καί εκείνη τήν ώρα δέν θυμήθηκε τόν Θεό, τόν Δημιουργό. Λησμόνησε νά τόν ευχαριστήσει γιά τήν βοήθειά του. Δέν ταπείνωσε τόν εαυτό τού μπροστά στό Θεό -καθήκον όλων τών κυβερνητών- αντίθετα ανύψωσε τόσο τόν εαυτό του σάν νά ήταν ό ίδιος Θεός, σάν νά ήταν ό αυτοκράτορας τών αυτοκρατόρων.

Αδελφοί μου, τί συνέβη στήν συνέχεια; Αφού τό στόμα τού αυτοκράτορα ξεστόμισε αυτά τά περήφανα λόγια, ακούστηκε φωνή από τόν ουρανό νά λέει: Αυτοκράτορα Ναβουχοδονόσωρ, σέ σένα μιλάω, μάθε πώς από τώρα καί στό έξης θά χάσεις τήν αυτοκρατορία σου. Από εδώ καί πέρα θά ζείς μόνος σου καί αποδιωγμένος. Θά ζείς παρέα μέ τά άγρια θηρία καί θά τρέφεσαι όπως τό βόδι μέ φυτά. Η τιμωρία σου θά κρατήσει επτά χρόνια. Έτσι θά καταλάβεις πώς ο Θεός είναι ο μόνος κυβερνήτης τών ανθρώπων, Αυτός κυβερνάει τήν αυτοκρατορία τών ανθρώπων καί Αυτός αποφασίζει σέ ποιόν θά δώσει εξουσία νά κυβερνήσει.

Εκείνο πού έγινε στή συνέχεια είναι πραγματικά δύσκολο νά ειπωθεί. Ό περήφανος αυτοκράτορας έχασε τά λογικά του καί έφυγε τρέχοντας στά βουνά. Εκεί έζησε σάν θηρίο, παρέα μέ τά άγρια ζώα. Γιά επτά χρόνια τρεφόταν όπως τό βόδι μέ φυτά. Όλο του τό σώμα καλύφθηκε μέ τρίχωμα καί στά δάκτυλα του φύτρωσαν νύχια, σάν τά νύχια τών πουλιών.

Μόνο, όταν πέρασαν επτά χρόνια, ήλθε στά λογικά του καί αλλαγμένος πιά προσκύνησε τό Θεό καί τήν μεγαλοσύνη Του. Από τότε καί μέχρι τό θάνατο του κυβέρνησε μετανοιωμένος πλέον, σάν αληθινός δούλος τού Θεού.

Πιθανόν νά πείτε πώς αυτή ή ιστορία είναι πολύ παλιά καί πώς δέν έχει καμία σχέση μέ σας. Αναρωτιέστε πώς μπορεί αυτή ή ιστορία, πού έχει συμβεί πρίν δυόμιση χιλιάδες χρόνια, νά σάς άφορα;

Αδελφοί μου, όλοι μας κάποτε θά πεθάνουμε καί εγώ πρέπει νά σάς πώ τήν αλήθεια. Έχετε δίκιο, αυτή ή ιστορία συνέβη πολύ παλιά πρίν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, στήν μακρινή χώρα τής Βαβυλωνίας. Αυτή ή ιστορία όμως επαναλαμβάνεται καί σήμερα στήν Ευρώπη, στήν βαπτισμένη στό όνομα τού Χριστού Ευρώπη! Είναι πραγματικά θλιβερό!

Οι άνθρωποι σήμερα απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Περηφανεύονται γιά τά έργα πού έχτισαν μέ τά χέρια τους. Είναι περήφανοι γιά τίς πόλεις τους, γιά τούς δρόμους τους, γιά τά τρένα τους, γιά τά πλοία τους, γιά τά οχήματά τους, γιά τίς ηλεκτρικές τους μηχανές. Τοποθέτησαν όμως τόν εαυτό τούς πάνω από τόν Ύψιστο Θεό καί άρχισαν, αντί τού Θεού, νά λατρεύουν τόν εαυτό τους καί τήν κουλτούρα τους.

Αδελφοί μου, οι νέοι Ναβουχοδονόσοροι έβγαλαν τόν Θεό από τόν θρόνο Του. Ή τιμωρία τούς όμως είναι ίδια μέ τήν τιμωρία τού Ναβουχοδονόσορα.

Ο Θεός τούς έκανε νά χάσουν τά λογικά τους καί νά τρελαθούν. Χωρίστηκαν σέ αντίπαλα στρατόπεδα καί στράφηκαν ό ένας εναντίον τού άλλου. Έχυσαν άφθονο αίμα καί διέπραξαν αναρίθμητες αμαρτίες. Ο Θεός τούς τιμώρησε νά ζούν σέ σκοτεινή ζούγκλα παρέα μέ τά θηρία, αφού αυτοί έπαψαν νά τόν θεωρούν Δημιουργό τους, αφού αυτοί ισχυρίστηκαν πώς προέρχονταν από τό γένος τών ζώων, τών μαϊμούδων.

Μέχρι πότε, Κύριε, θά τούς τιμωρείς; Μέχρι νά ταπεινώσουν τόν εαυτό τους καί μέχρι νά καταλάβουνε, όπως ο αυτοκράτορας Ναβουχοδονόσωρ, πως ο Θεός είναι ο μόνος κυβερνήτης τών ανθρώπων, καί Αυτός αποφασίζει σέ ποιόν θά δώσει εξουσία νά κυβερνήσει. Αδελφοί μου, αυτοί οι νέοι κάτοικοι τής Βαβυλώνας αποτρέλαναν καί εμάς τούς Σέρβους καί μάς οδήγησαν μακριά από τόν Χριστό.

Τό ερώτημα γιά μάς είναι: Θά ακολουθήσουμε τόν δρόμο τού Χριστού ή θά κάνουμε ότι κάνουν οι νέοι Βαβυλώνιοι; Θά επιλέξουμε τόν πολιτισμό τών Ευρωπαίων ή τόν Θεό;

Νά επιλέξουμε μέ προσοχή καί άς σκεφτούμε τί μάς έχει συμβεί έως τώρα. Άς μήν κάνουμε τά ίδια λάθη.

Δόξα ανήκει στό Θεό εις τούς αιώνας τών αιώνων. Αμήν.



Ετικέτες