Συμεών ο Νέος Θεολόγος: Ο Βυζαντινός Μυστικισμός

Loading...


Με τον Συμεώνα το Νέο Θεολόγο (949/50 – 1022) έχομε προσπάθεια για σύνθεση της πνευματικής πορείας του Μαξίμου και του ασκητισμού του Κλίμακος.

Δημιούργησε δική του σχολή, της οποίας οι ζωηρές απηχήσεις και η ακτινοβολία φτάνουν ως τον τελευταίο μεγάλο μυστικό του Βυζαντίου τον Νικόλαο Καβάσιλα (14ος αιώνας).

Αδιάσπαστη αλυσσίδα μυστικών φέρνει από τον Μάξιμο ως τον Συμεώνα. Άμεσοι προκάταχοί του είναι ο Παύλος, ο Λάτρου (+ 956), ο πνευματικός του πατέρας Συμεών ο Στουδίτης, ο επονομαζόμενος ευλαβής, και ο περίφημος ασκητής της μονής του» Αγίου Μάμαντος Αντώνιος που του στάθηκε πρότυπο. 

Οι δυο πρώτοι μας μιλούν πρώτη φορά για το όραμα του ακτίστου φωτόs, που, όπως θα δούμε, αποτελεί το κεντρικό θέμα της μυστικής του Νέου Θεολόγου. «Χαρίτων ηξιούτο μειζόνων, λέγει ο βιογράφος του Παύλου, επεί και ελλάμψεσιν τρανοτέραις ενεφαιδρύνετο και επιστασίαις αγγέλων ωμίλει και ύμνους αυτών θείους αδόντων ήκουεν». Ένα περίπου αιώνα πριν από τον Παύλο ήκμασαν στην Κωνσταντινούπολη ο Νικηφόρος ο Πατριάρχης και ο Θεόδωρος ο Στουδίτης. Σε όλους, έπειτα, αυτούς τους αιώνες η μονή του Αγίου Μάμαντος και η μονή του Στουδίου, στάθηκαν περίφημα πνευματικά κέντρα μέσα στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν, όπως βλέπομε, η ίδια η βασιλεύουσα, για πολλούς αιώνες το μεγάλο κέντρο της πνευματικής σοφίας, όπως ήταν και της «θύραθεν σοφίας».

Κατά το μαθητή του και βιογράφο του Νικήτα Στηθάτο ο Συμεών «εφύτρωσεν ως δένδρον ευθαλές εις την γην των Παφλαγόνων», σε ένα χωριό που ονομαζόταν Γαλάτης. Μικρό μικρό οι πλούσιοι και ευγενείς γονείς του τον έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη να μορφωθή. Να κάμη την είσοδό του στην αυτοκρατορική αυλή.

Όμως «άκροις ψαύσας δακτύλοις της θύραθεν παιδείας και μόνην μεμαθηκώς την ούτω λεγομένην γραμματικήν, το λοιπόν ή και το παν ως ειπείν της έξωθεν απεσείσατο παιδείας και την εκ των συμφοιτητών βλάβην εξέφυγεν». Η μυστική του φύσις τον οδήγησε να παραδώση τον εαυτό του στη φροντίδα και στη χειραγωγία του Στουδίτου Συμεώνος του Ευλαβούς. Αυτός στάθηκεν ο «ποιμήν» που τον οδήγησε στους θησαυρούς της μυστικής σοφίας και του έδειξε το δρόμο για την τελειότητα. Τον έκαμε μοναχό και τον εισήγαγε στη μονή του Αγίου Μάμαντος, κοντά στον περίφημο ασκητή Αντώνιο, τον ηγούμενο της μονής, που, άμα πέθανε, τον διαδέχτηκεν ο Συμεών. Πόσο μεγάλη θέση είχε στην ψυχή του ο Ευλαβής, ο πνευματικός του πατέρας, φαίνεται από τον αγώνα που έκαμε, τους διωγμούς που εδοκίμασε, ώσπου να πείση το Πατριαρχείο να του επιτρέψη να εορτάζη τη μνήμη του δασκάλου του.

Τα πρώτα βιβλία που άσκησαν μεγάλη επίδραση στο Συμεώνα και του έδωσαν βασικά παραγγέλματα για όλη του τη ζωή ήταν ένα έργο του Αγίου Μάρκου του ασκητού (5ος αιώνας) και η Κλίμαξ του Αγίου Ιωάννου, του Σχολαστικού. Σωστή αποκάλυψη, λέγει ο Στηθάτος, ήταν για τον .Συμεώνα το ακόλουθο παράγγελμα που βρήκε στο βιβλίο του πρώτου: «Επιμελήσου τη συνείδησή σου και όσα σου λέγει κάμε». Του άνοιξε το δρόμο για την ηθική τελείωσή του, στο πλατύτερο νόημα του όρου. Νέα αποκάλυψη του ήταν ο ακόλουθος ορισμός του Σχολαστικού: «απάθεια εστί νέκρωσις ψυχής, και θάνατος ναός προ θανάτου του σώματος». Του έδειχνε πώς θα φτάση στην ανώτατη και απαραίτητη κατάσταση ή ψυχή, που θέλει να είναι έτοιμη να ξεπεράση τόν εαυτό της για να δεχτή μέσα της το Θεό.

Όταν διαβάζη κανείς τα έργα του έχει την αίσθηση ότι ο Συμεών ύστερα από πολύχρονη γύμναση απέκτησε τη χάρη να αναστρέφεται οικεία με το Θεό και ότι η αναστροφή αυτή είναι μια σταθερή και αδιάκοπη, θαρρείς, κατάσταση γι’ αυτόν: «Ουκ είχεν αυτός (ο Συμεών), λέγει ο Στηθάτος, εαυτόν, αλλ’ η του Θεού χάρις όλον αυτόν προς εαυτόν επεσπάσατο, την μεν γλώτταν αυτού κάλαμον οξυγράφον, την δε διάνοιαν πηγήν σοφίας Θεού απειργάσατο. Διά τούτο και αμαθής ων πάντη των θύραθεν μαθημάτων, ως ο ηγαπημένος εθεολόγει, και τα της θεολογίας όλαις νυξίν ανετάττετο». Είναι, αλήθεια, καταπληκτική η ελευθερία και η άνεση με την οποία κινείται μέσα στη σκέψη της Καινής Διαθήκης. Δίνει την εντύπωση ότι δεν πρόκειται για γνώση που του έρχεται απ’ έξω, από μάθηση, αλλά για γνώση που έχει μέσα του την πηγή της. «Τα νοήματα και αι θεολογίαι του Συμεώνος, λέγει ο Στηθάτος(1), … ζητούσιν ακροατάς και αναγνώστας εκείνους οπού έχουν εύρωστα και υγιαίνοντα τα αισθητήρια της ψυχής, και οπού όλον τους τον νουν και την διάνοιαν με την χάριν του αγίου πνεύματος επτέρωσαν και ανεβίβασαν εις ουρανούς, και εις τα βάθη του πνεύματος». «Ούτος ο μακάριος (ο Συμεών), λέγει πάλι ο εκδότης και μεταφραστής του Διονύσιος ο Ζαγοραίος, επειδή εκαθάρισε τον νουν του και την καρδίαν του από κάθε μολυσμόν των παθών με το παντοτεινόν πένθος με την ακατάπαυτον επιρροήν των δακρύων, με την αδιάλειπτον εν τη καρδία νοεράν προσευχήν… κατέστησε τον εαυτόν του αληθινά… ένα βιβλίον καθαρώτατον και λειότατον… και παρευθείς ο άσοφος ευρέθη σοφός…».

Παντοτεινό πρέπει να είναι το πένθος του μυστικού και ακατάπαυτα να τρέχουν τα δάκρυά του για τη μοίρα στην οποία καταδίκασεν ο άνθρωπος τον εαυτό του. Να κλαίη και να υποφέρη για τα αμαρτήματα των άλλων και να θεωρή πάντοτε ότι αυτός πταίει. Τέτοια είναι η ψυχική διάθεση του Συμεώνος. Aλλά και τα έργα του. Και όσο μεγάλο είναι το πένθος του για τον άνθρωπο, τόσο άφατη είναι η χαρά που τον πλημμυρίζει όταν τον περιβάλλη το θείο φως και δέχεται τη χάρη του. Τότε η ψυχή του κελαηδεί σαν πουλί με στίχους, πολύ συχνά, «τους έρωτας των θείων ύμνων». Ο Συμεών είναι ποιητής, από τους πιο μεγάλους του Βυζαντίου.

Αναίσθητος προς τα έξω, ευαίσθητος προς τα έσω. Ακοίμητη συναίσθηση της αδυναμίας του, και την ίδια ώρα ασίγαστος αγώνας να φτάση την πνευματική του ελευθερία. Απέραντη μυστική αγάπη και. χαρά που αναβλύζουν μέσα στην ψυχή του,.όταν μυστικά επικοινωνή με το Θεό. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, που είναι το κλίμα όλων των μεγάλων μυστικών κινείται η ψυχήj του Συμεώνος. Η σκέψη του βουτηγμένη σε λεπτή συναισθηματικότητα είναι δύσκολο να αναλυθή, ξεφεύγει τη συστηματοποίηση. Δεν έχομε να κάμωμε τόσο με έργο σκέψης, όσο με σκέψη που γίνεται ζωή, με διάθεση ψυχής. Μπορούμε όμως να ξεχωρίσωμε τις κύριες γραμμές της μυστικής, της πορείας.

Σου χρειάζεται, λέγει ο Συμεών, όπως και ο Κλίμαξ, ένας άγιος άνδρας για τη σωτηρία σου. Οδηγός και πνευματικός πατέρας και δάσκαλος. Η χάρη και η βοήθεια του Θεού θα σε οδηγήση να τον βρης. Και άμα τον βρης θα του παραδώσης τον εαυτό σου, ,θα δείξης όλες τις αρετές σου για να ωφεληθής απ’ αυτόν. Πρέπει έπειτα να κατανοήσης ότι το αγιώτερο δώρο του Θεού προς τον άνθρωπο είναι το αυτεξούσιο. Αλλά τι είναι το αυτεξούσιο; «Εις κανένα άλλο δεν θεωρείται το αυτεξούσιον, έξω μόνον εις αυτό, εις το να έχη (ο άνθρωπος) τον νουν του πάντοτε υψωμένον και προσηλωμένον εις μόνον τον Θεόν, τον κύριον της σωτηρίας και του ελέους» (2).

Το θέμα αυτό αποτελεί το θεμέλιο των ανθρωπολογικών απόψεων του Συμεώνος. Η θέληση, λέγει, του ανθρώπου είναι πλατύτερη από το αυτεξούσιο, γιατί απλώνεται και σε όσα δεν είναι στην εξουσία μας. Άλλος περιορισμός για το αυτεξούσιο έρχεται από τη φύση των παθών. Από τα δύο είδη παθών που συναντούμε στον άνθρωπο, τα πάθη της φύσεως και τα πάθη της ψυχής, τα πρώτα είναι αμετάθετα, υπηρετούν φυσική ανάγκη (πείνα, δίψα, ύπνος κλπ.) και δεν ανήκουν στο αυτεξούσιο. Τα άλλα, – καθολικώτερά τους η επιθυμία και ο θυμός, – ανήκουν στο αυτεξούσιο; Όταν ο άνθρωπος ήταν ελευθερος από την αμαρτία, τότε ανήκαν. Μετά την πτώση του όμως ο άνθρωπος έχασε το αυτεξούσιο και μαζι και την ελευθερία του έγινε δούλος της αμαρτίας. Πρέπει να απελπισθούμε για τον άνθρωπο; Όχι. Υπάρχει κάποια αχτίδα σωτηρίας. Γιατί στο δούλο της αμαρτίας έμεινε ευτυχώς κάποιο πολύτιμο ίχνος αυτεξουσιότητας: το να θέλη να ελευθερωθή. Απάνω σ’ αυτό θα στηρίξη ο άνθρωπος την ενέργεια για τη σωτηρία του.

Αυτό το ίχνος θα του ανοίξη το δρόμο για να ανακαλύψη «τήν νοητήν αρρωστίαν και την νοητήν αίσθησιν (τα πνευματικά συναισθήματα) της ψυχής». Επειδή «δεν αισθανόμεθα τας αρρωστίας της διά τούτο ούτε τους πόνους της αγροικούμεν, ούτε διά την θεραπείαν της φροντίζομεν οι αναίσθητοι». Όποιος είναι έτσι, ας λέγεται, δεν είναι ακόμη Χριστιανός. «Αν ήταν, ήθελε μετέχει και από ζωήν και φως. επειδή ο Χριστός είναι και ζωή και φως. Ο τέτοιος είναι νεκρός δεν εφωτίσθη ακόμη με τας ακτίνας του νοητού ηλίου της δικαιοσύνης». Την αληθινή υγεία, τη λύτρωση, από τη φθορά μόνο ο θεάνθρωπος μπορεί να τα δώση. « … εις την υγείαν της ψυχής δεν ενεργούν τα γράμματα της θείας γραφής, αλλά η δύναμη του Χριστού που είναι γραμμένος μέσα». Αλλά για να επιτύχωμεν αυτό πρέπει «να προσφέρωμεν εις τον Χριστόν την θέλησίν μας μαζί με τον πόνον και τον κόπον της διανοίας μας, όπου είναι ενωμένος με την θέλησίν μας, όχι. διά μέσου .καλών έργων, αλλά διά μέσου πίστεως μοναχής, διά να ιδή ο Χριστός και να μας ελευθερώση διά της θείας του χάριτος». Όχι ότι τα καλά έργα είναι περιττά,αλλά διότι η πίστη είναι η ρίζα, αυτή φωτίζει και οδηγεί και στα έργα, αυτή αγιάζει και ελευθερώνει την ψυχή κι’ όταν αγιάζεται η ψυχή, επειδή αυτή κυβερνά το σώμα, το αγιάζει και αυτό.

Στο ύψος αυτό ο άνθρωπος είναι ελεύθερος και αυτεξούσιος. Θα έχη τότε αντιληφθή ότι το θυμό και την επιθυμία δεν τα έδωσεν ο Θεός ως πάθη στην ανθρώπινη φύση, αλλά ως αγαθά. Αλλά για να είναι αγαθά πρέπει να τα κυβερνά νoυς υγιής. Τότε το καθένα μένει στον τόπο του. Τόπος της επιθυμίας είναι να στρέφεται στα «νοούμενα» αγαθά του Θεού και εκείνα να επιθυμή. Τόπος του θυμού είναι να παρακινή την επιθυμία σε περισσότερο ζήλο προς αυτά τα αγαθά. Τότε θα καταλάβη ο άνθρωπος πόσο άγιο δώρο είναι το αυτεξούσιο και θα πη στο Θεό: «Σε ευχαριστώ που με τίμησες με το αυτεξούσιο… Εγώ ο καταφρονητής και αχάριστος ελογίασα πως η αξία της αυτεξουσιότητος είναι μία λύσις τοιαύτη, καθώς λύεται το άλογον ζώον από τα δεσμά, και διά τούτο αφού ελύθηκα απεμάκρυνα από την Δεσποτείαν της εξουσίας σου και έρριψα τον εαυτόν μου εις κρημνόν πολλών κακών». Βάση λοιπόν για την ολοκληρωτική μεταστροφή του ανθρώπου προς το καλό είναι να ανακαλύψη τον ορθό τόπο, το λόγο για τον οποίο επροίκισεν ο Θεός την ψυχή με τα συναισθήματα.

Ξέρει πολύ καλά ο Συμεών πόσο δυσκολο κάνει το έργο αυτό ο πειρασμός της αμαρτίας, «η πείραξις του διαβόλου, που κάνει τον άνθρωπο να αμαρτάνη και εκούσια και ακούσια και εν γνώσει και εν αγνοία». Αξίζει να παραθέσωμε τις ακόλουθες παραστατικές εικόνες πάνω σ’ αυτό. «Καθώς το γεράκι, λέγει ο Συμεών, οπού πετά με τα πτερά του, διά να, εύρη τροφήν, απατάται από τον ~κυνηγόν, οπού σταίνει τα δίκτυα δια να το πιάση. Επειδή εκείνος απλώνει αποκάτω τα δίκτυα και βάνει αποπάνω το δόλωμα, το οποίον το βλέπει το γεράκι και κατεβαίνει διά να το φάγη και περιπλέκεται εις τα δίκτυα, και πιάνεται, και τότε πηγαίνει ο κυνηγός και το σέρνει, και του ράπτει τα μάτια, και το έχει εις τα χέρια του και εις την εξουσίαν του χωρίς το ,θέλημά του. Έτζι και ο διάβολος. Ηξεύρει πώς ο νους των ανθρώπων κινείται πάντοτε, και διά τούτο πηγαίνει κοντά εις τον άνθρωπον, και βάνει εμπρός εις τον λογισμόν του την ηδονήν ωσάν δόλωμα και αποκάτω από την ηδονήν βάνει ωσάν δίκτυον την αμαρτίαν, η οποία είναι ωσάν ένα χέρι του διαβόλου λεπτότατον και αέριον, διότι ο διάβολος χωρίς αμαρτίαν δεν δύναται να πιάση ανθρώπου ψυχήν …». Και όταν πιαστή ο άνθρωπος τότε ο διάβολος του ράπτει τα μάτια «ήγουν σκοτίζει τον νουν». Και πάλι: «οπόταν η διάνοια του ανθρώπου κλίνη νοερώς εις την αμαρτίαν, τότε ο νοητός τύραννος και δυνάστης των ψυχών, που στέκεται από πίσω της πάντα και παραφυλάττει, εν ριπή οφθαλμού κινεί την διάνοιαν να τελειώση την αμαρτίαν , με την πράξιν). (Ο άνθρωπος συστέλλεται να κάμη την αμαρτίαν, κουντίζεται όμως από τον διάβολον και την κάνει)».

Για τούτο είναι ανάγκη να γιατρευτή πρώτα ο νους, εκεί να κατοικήση πρώτα ο Χριστός. Τότε ,θα γιατρευτούν και ο λόγος και οι πράξεις του ανθρώπου.Όσο βαθύτερα συναισθανθή ο άνθρωπος πόσο είναι αδύναμος, τόσο περισσότερο θα ετοιμάση τον εαυτό του για την συντριβή και την ταπείνωση. Και όταν τον βρή «συντετριμμένον και τεταπεινωμένον» η θεία χάρις, να είναι βέβαιος, τον έχει τότε επισκεφθή. Είναι απαραίτητο πριν ψάλη και πριν προσευχηθή στο Θεό να συμφιλιωθή μαζί του.

Αλλά με ποιό τρόπο θα στρέψη την προσοχή του στο Θεό και θα προσεύχεται; Εδώ, λέγει ο Συμεών, χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Αν σηκώνης τα χέρια σου στον ουρανό και τα μάτια σου και τον νουν σου και φαντάζεσαι με τoν νουν σου θεία νοήματα, και τα αγαθά του ουρανού, (μερικές φορές χύνεις δάκρυα και κλαις), να είσαι βέβαιος ότι βρίσκεσαι στο δρόμο της πλάνης. Δεν αποκτάς έτσι τις αρετές και την απάθεια. «Τέτοιοι βλέπουν φως με τα μάτια του κορμιού τους, και αγροικούν ευωδίας και ακούουν φωνάς με τα αυτιά τους κλπ… και σιγά σιγά δαιμονίζονται». Όποιος πάλι «προτιμά να κάνη παντοτεινήν ανάγνωσιν αντί να μάθη να προσεύχεται πλανάται, διώχνει τον εαυτόν του από την σωτηρίαν του, είναι παντελώς αναίσθητος και ας έχη όλην την Θείαν Γραφήν πρόχειρον εις το στόμα του … ». Αν συγκεντρώνεται στον εαυτό του και πότε εξετάζη τους λογισμούς του, πότε προσέχη τα λόγια της προσευχής του. Αν βρίσκεται σε αγώνα με τον εαυτό του και δεν μπορεί να ειρηνεύση ποτέ, μήτε να βρη καιρό «να εργασθή τας αρετάς και να λάβη τον στέφανον της δικαιοσύνης». Τότε κάνει πόλεμο με τους εχθρούς του τη νύχτα, στο σκοτάδι. Είναι καλύτερος από τον πρώτο, όσο η νύχτα με φεγγάρι είναι καλύτερη από την ασέληνη νύχτα.

B. N. Τατάκη

Ο Βυζαντινός Μυστικισμός ( Κυριώτερα Ρεύματα )



Ετικέτες