Σκέψεις στον Απόστολο της Κυριακής 10 Φεβρουαρίου

Loading...


Του Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη

῾Μνημόνευε ᾽Ιησούν Χριστόν εγηγερμένον εκ νεκρών, εκ σπέρματος Δαυΐδ᾽ (Β´ Τιμ. 2, 8)
α. Τόν ῾καλόν στρατιώτην ᾽Ιησού Χριστού᾽ άγιο Χαράλαμπο πού τιμά ενδόξως σήμερα η ᾽Εκκλησία μας φωτίζει τό αποστολικό ανάγνωσμα τής σημερινής Κυριακής, παρμένο από τήν ποιμαντική λεγόμενη επιστολή τού αποστόλου Παύλου τήν Β´ πρός Τιμόθεον. ῞Οσα προτρεπτικά λέει ο απόστολος γιά τόν μαθητή καί συνεργάτη του άγιο Τιμόθεο τά βλέπουμε εφαρμοσμένα ήδη στόν άγιο Χαράλαμπο: η δύναμή του ήταν η χάρη τού Κυρίου ᾽Ιησού Χριστού, κακοπάθησε ως καλός στρατιώτης ᾽Εκείνου, αθλήθηκε νόμιμα, η διαρκής μνήμη του ήταν ο αναστημένος ᾽Ιησούς Χριστός.

Κι η ᾽Εκκλησία μας βεβαίως τά στοιχεία αυτά πού μάς οδηγούν στή σωτηρία μας μάς τά προβάλλει έντονα, προκειμένου νά κρίνουμε τόν εαυτό μας πάνω σ᾽ αυτά καί νά πορευόμαστε αντιστοίχως στή ζωή μας. Κατεξοχήν μάλιστα η μνήμη μας πρέπει νά είναι διαρκώς στόν αναστημένο από τούς νεκρούς ᾽Ιησού Χριστό καί απόγονο τού Δαβίδ. ῾Μνημόνευε ᾽Ιησούν Χριστόν εγηγερμένον εκ νεκρών, εκ σπέρματος Δαυΐδ᾽.

β. 1. ῾Ο απόστολος Παύλος δέν μάς καλεί μέσω τής προτροπής του στόν άγιο Τιμόθεο νά μνημονεύουμε τόν ᾽Ιησού Χριστό ως ένα πρόσωπο τής ιστορίας γιά παιδαγωγικούς σκοπούς. ῾Η προτροπή του δηλαδή δέν έχει τήν έννοια μίας ανάμνησης πού αναπλάθει από τό παρελθόν ένα πρότυπο γιά παραδειγματισμό, όπως τό βλέπουμε νά συμβαίνει στίς διάφορες επετείους σπουδαίων ιστορικών γεγονότων ή ακόμη καί στή μνήμη τών αγίων τής ᾽Εκκλησίας. Κι αυτό γιατί μία τέτοια μνημόνευση σημαίνει ότι τό πρόσωπο ή τό γεγονός ανήκει στό παρελθόν κι επειδή έχει κάποια ιδιαίτερη αξία θέλουμε νά τό προβάλλουμε ως καθοδηγητικό στοιχείο καί γιά τή δική μας ζωή στό παρόν.

῾Η προτροπή τού αποστόλου έχει πολύ μεγαλύτερο βάθος κι εκφράζει τήν πίστη τού ίδιου καί τής ᾽Εκκλησίας γιά τό ποιός είναι ο ᾽Ιησούς Χριστός καί ποιά είναι η σχέση μας μέ ᾽Εκείνον. ῾Ο ᾽Ιησούς Χριστός πού πρέπει νά μνημονεύουμε είναι ο ῾εγηγερμένος εκ νεκρών᾽, δηλαδή είναι ο Υιός τού Θεού πού μέ τήν ανάστασή Του φανέρωσε τή θεότητά Του ως Κύριος τής ζωής καί τού θανάτου, καί ταυτοχρόνως είναι τέλειος άνθρωπος ως καταγόμενος ῾εκ σπέρματος Δαυΐδ᾽.

Αυτό σημαίνει ότι ο απόστολος καλεί νά μνημονεύουμε ᾽Εκείνον πού είναι ζωντανός καί διαρκώς παρών στή ζωή μας καί τή ζωή σύμπαντος τού κόσμου, συνεπώς καλεί νά έχουμε ανοικτά τά μάτια τής πίστης, γιά νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα πού ζούμε στήν ᾽Εκκλησία: τόν Χριστό ως Θεό καί άνθρωπο πού μάς προσέλαβε στόν ῾Εαυτό Του καί μάς ένωσε μέ τόν Θεό.

2.  Μέ άλλα λόγια η μνημόνευση αυτή τού Κυρίου ᾽Ιησού Χριστού συνιστά τήν αυτονόητη εν πίστει κίνηση τού μέλους τής ᾽Εκκλησίας, τού βαπτισμένου καί χρισμένου ανθρώπου, ο οποίος ζώντας τήν παρουσία τού Χριστού στήν ύπαρξή του ως ενδεδυμένος ᾽Εκείνον – ῾όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε᾽ – Τόν αναπνέει όπως αναπνέει κανείς τόν αέρα γιά νά ζήσει.

῞Οταν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος σημειώνει ότι πρέπει νά μνημονεύουμε περισσότερο τόν Θεό από τό νά αναπνέουμε – ῾μνημονευτέον τού Θεού μάλλον ή αναπνευστέον᾽ –, δηλαδή η μνημόνευσή του είναι περισσότερο κι από θέμα ζωής καί θανάτου, αυτό ακριβώς σημειώνει: χωρίς Χριστό δέν υπάρχει αληθινή καί πραγματική ζωή. Χωρίς Χριστό ο άνθρωπος είναι ένα ζωντανό πτώμα. Τήν ίδια έννοια έχει καί τό ῾αδιαλείπτως προσεύχεσθε᾽ πού λέει ο απόστολος Παύλος σέ κάποια άλλη επιστολή του.

Κι είναι περιττό βεβαίως νά τονίσουμε καί πάλι ότι μία τέτοια μνημόνευση ως αναγκαία γιά τήν ίδια τήν πνευματική ζωή προϋποθέτει τήν ενέργεια τού αγίου Πνεύματος. Θέλουμε νά πούμε ότι ο πιστός δέν είναι δυνατόν νά αναφερθεί στόν Κύριο ως Θεό καί άνθρωπο, άν δέν τόν φωτίζει εν προκειμένω τό ίδιο τό Πνεύμα τού Θεού. Μόνον ο ενεργούμενος από τή χάρη ᾽Εκείνου φθάνει στό υπέρ φύσιν σημείο πίστης καί αποδοχής τής θεανθρωπότητάς Του, κάτι πού εξόχως σημειώνει ο απόστολος:

῾Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον ᾽Ιησούν ει μή εν Πνεύματι ῾Αγίω᾽.  ῎Ετσι η μνημόνευση τού ᾽Ιησού Χριστού, κατά τόν απόστολο, είναι η  επιβεβαίωση τής ύπαρξης στήν καρδιά τού πιστού τής χάρης τού Θεού, η οποία τόν καθοδηγεί νά βιώνει τήν παρουσία τού Θεού ως Πατέρα: τό ῾Κύριε ᾽Ιησού Χριστέ᾽ παραπέμπει ευθέως στό ῾αββά ο Πατήρ᾽.

3. Τά παραπάνω εξηγούν εύκολα  γιατί η ᾽Εκκλησία μας απαρχής μέ τούς αγίους θεοπνεύστους Πατέρες της θεώρησε ότι η κατεξοχήν προσευχή πού συμπυκνώνει κάθε προσευχή της καί συνιστά μία συνοπτική ομολογία πίστης της είναι τό ῾Κύριε ελέησον᾽ ή μέ τήν πιό ανεπτυγμένη μορφή του τό ῾Κύριε ᾽Ιησού Χριστέ, Υιέ καί Λόγε τού Θεού τού ζώντος, ελέησόν με τόν αμαρτωλόν᾽. Σ᾽ αυτήν τή μονολόγιστη λεγόμενη προσευχή έχουμε τήν επακριβή επιβεβαίωση τής προτροπής τού αποστόλου Παύλου: μνημονεύουμε καί επικαλούμαστε τόν ᾽Ιησού Χριστό ως Θεό καί άνθρωπο, ο ῾Οποίος ήλθε στόν πεσμένο στήν αμαρτία κόσμο, προκειμένου νά μάς σώσει.

Τό έλεός Του είναι η απάντηση στή διαστροφή τής αμαρτίας τού ανθρώπου, όταν ο άνθρωπος έχει μάλιστα συναίσθηση αυτής καί τοποθείται εν ταπεινώσει απέναντί Του. Γι᾽ αυτό καί όχι μόνο στίς ακολουθίες τής ᾽Εκκλησίας αλλά καί σέ κάθε επίπεδο τής ζωής τό ῾Κύριε ελέησον᾽ συνοδεύει όχι μόνο τόν μοναχό – η ῾αποκλειστικότητα᾽ αυτή δέν συνάδει πρός τήν εκκλησιαστική πίστη – αλλά καί τόν κάθε βαπτισμένο χριστιανό. Σέ διαφωνία πάνω στό θέμα αυτό γιά παράδειγμα ενός μοναχού μέ τόν  μεγάλο Πατέρα τής ᾽Εκκλησίας άγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά, ο οποίος εν αντιθέσει πρός τόν μοναχό υποστήριζε ότι η μνημόνευση τού Χριστού είναι γιά όλους τούς πιστούς μικρούς καί μεγάλους, άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στόν μοναχό γιά νά τού πεί ότι η αλήθεια βρίσκεται στόν άγιο Γρηγόριο.

4. Τό μόνο πού απαιτείται νά κατανοήσουμε οι πιστοί είναι ότι η μνημόνευση τού Χριστού δέν γίνεται κατά τρόπο εξωτερικό καί τυπικό. Οι ῾τεχνικές᾽ τής ευχής τού Χριστού ή η επανάληψη τού αγίου ονόματός Του σάν κάτι τό μαγικό πόρρω απέχουν από αυτό πού ζεί η ᾽Εκκλησία μας καί λέει ο απόστολος. ῾Η μνημόνευση τού Χριστού γίνεται εν Πνεύματι ῾Αγίω, όπως είπαμε, καί μέ θερμότητα αγάπης πρός τό πανάγιο πρόσωπό Του. ῾Η αγάπη μας πρός τόν Χριστό, τόν ᾽εξ Ού καί δι᾽ Ού καί εις ῞Ον τά πάντα έκτισται᾽, θέτει σέ ενέργεια κατά τρόπο αυξητικό τή χάρη τής μνήμης Του καί η αγάπη αυτή αποτελεί τό ῾κλειδί᾽ τής συνεχούς επανάληψης τού ονόματός Του.

Κι αυτό θά πεί ότι η μνήμη Του καί η αδιάκοπη επίκλησή Του προϋποθέτει τήν τήρηση τών αγίων Του εντολών. Πιστός πού επικαλείται τόν Κύριο χωρίς νά οδεύει κατά τίς εντολές Του, κατεξοχήν τήν αγάπη πρός τόν συνάνθρωπό του, μάλλον δουλεύει σέ αλλότριο δεσπότη καί όχι στόν Κύριο ᾽Ιησού Χριστό. ῾Ο λόγος τού μεγάλου Πατέρα αγίου Μαξίμου τού ομολογητού εν προκειμένω είναι καταπέλτης: ῾᾽Εκείνος πού μπόρεσε νά αποκτήσει τήν τέλεια αγάπη καί νά ρυθμίσει σύμφωνα μέ αυτήν όλην τή ζωή του, αυτός επικαλείται τόν Κύριο ᾽Ιησού εν Πνεύματι ῾Αγίω᾽ (4η εκατ. Περί αγάπης).

γ. Δέν υπάρχει πιό ισχυρό όπλο στά χέρια μας από ῾τό όνομα τό υπέρ πάν όνομα᾽ τού ᾽Ιησού Χριστού. ῾Ο απόστολος Παύλος εκφράζοντας καί τή δική του ζωή μάς παρακινεί σ᾽ αυτό, η ᾽Εκκλησία μας τό έχει ως τόν πιό μεγάλο καί υπερθαύμαστο θησαυρό της, τό θεμέλιο τής ύπαρξής της. ῎Ας μάθουμε νά αναπνέουμε Αυτόν πού συνιστά τήν ίδια τή ζωή μας καί ῾τήν ψυχή τής ψυχής μας᾽ (όσιος Μακάριος). Τότε θά μάθουμε εμπειρικά τό τί σημαίνει δύναμη πίστης καί φανέρωση τής Βασιλείας Του ήδη από τόν κόσμο αυτόν.