Πόσο συχνά να προσέρχομαι στη Θεία Κοινωνία;

Loading...


π. Λεωνίδα Στ. Αμοργιανού, θεολόγου Εφημερίου στον ι.ναό αγ. Μαρίνης Ι.Μ. Περιστερίου

Ο αγ. Νικόδημος και το Πηδάλιο

1. Στην δεύτερη υποσημείωση της ερμηνείας του Θ’ Αποστολικού Κανόνος γράφεται το εξής: «Και ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος νομοθετεί εις τον κατά Χριστόν διάλογον, ότι οι χριστιανοί να κοινωνούν κάθε Κυριακήν και εορτήν. Όμοίως και ο Θεσσαλονίκης Συμεών λέγει: ότι να μην αφίνουν οι χριστιανοί να περνούν τεσσαράκοντα ημέραι, αλλά όσον το δυνατόν και γρηγορώτερα να και κάθε αν είναι τρόπος και μάλιστα οι γέροντες και ασθενείς».[1]


2. Ο αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει: «Το αίμα του Δεσπότου μας Ιησού Χριστού είναι ρυπτικόν αμαρτίας. Ήτοι καθαρίζει τον άνθρωπον από την αμαρτίαν. Διατί συ αδελφέ, δεν επιμελείσαι να μεταλαμβάνης συνεχώς, ίνα λάβης άφεσιν των συγγνωστών αμαρτιών σου; Εάν αγαπάς να νικήσης τον διάβολον, με το αίμα αυτό τον νικάς, καθώς είναι γεγραμμένον εν τη Αποκαλύψει. «Και αυτοί (οι άγιοι) ενίκησαν αυτόν (το διάβολο) διά το αίμα του Αρνίου».[2] Προσέρχου αγαπητέ συνεχώς εις τα Άχραντα Μυστήρια και μεταλάμβανε, εάν ποθής ν᾿ απολαμβάνης τα ανωτέρω θεία χαρίσματα… Πρόσεχε όμως να μεταλαμβάνης με την πρέπουσαν προετοιμασίαν, ήτοι την εξομολόγησιν, με νηστείαν κατά δύναμιν, με εγκράτειαν, με προσευχήν, με συντριβήν καρδίας και με καθαρόν συνειδός δοκιμάζων τον εαυτόν σου. Δύο πράγματα λοιπόν να κάμης: Να κοινωνής συνεχώς και να κοινωνής αξίως, όσον το δυνατόν, χωρίς κανένα εμπόδιον, το υπό των ιερών Κανόνων διοριζόμενον».[3]

Και αλλού σημειώνει: «Να ετοιμάζησαι εις το ερχόμενον με περισσοτέραν επιμέλειαν και προθυμίαν εις το να μεταλαμβάνης με θερμοτέραν εξομολόγησιν, συντριβήν και ικανοποίησιν, με την κατά δύναμιν νηστείαν και με προσοχήν των λογισμών, με φόβον Θεού, πίστιν και αγάπην, καθώς σού παραγγέλλει ο ιερεύς, διά να θεραπεύης με τοιούτον τρόπον τον Κύριον, διά να ευγάλης περισσοτέραν ωφέλειαν από τα θεία Μυστήρια. Επειδή κατά την περισσοτέραν ή ολιγωτέραν προετοιμασίαν όπου κάμνει ο άνθρωπος, έτσι λαμβάνει και περισσοτέραν ή ολιγωτέραν την χάριν από την θείαν Κοινωνίαν. Φανερόν είναι, ότι όσω συνεχώς κάμνεις μίαν τοιαύτην προετοιμασίαν και συνεχώς λαμβάνεις την εκ των μυστηρίων ωφέλειαν, εις την ψυχήν σου, δεχόμενος αυτά εις ίασιν ψυχής και σώματος, εις άφεσιν αμαρτιών, εις προσθήκην της θείας χάριτος, εις απονέκρωσιν των παθών, εις περιποίησιν των εντολών του Χριστού, διά τούτο και οι θείοι Απόστολοι εις τους Κανόνας των (η’ και θ’) και οι θείοι Πατέρες εις τας Λειτουργίας και διδασκαλίας των, όλοι με ένα στόμα παρακινούν και μοναχούς και λαικούς χριστιανούς, ως προείπωμεν, να μεταλαμβάνουν συχνάκις τα θεία Μυστήρια, διότι όσο, αργοπορούν και δεν μεταλαμβάνουν, τόσον περισσότερον κυριεύονται από τα πάθη και τας αμαρτίας… Παρακάλεσαί τον να κάμη τώρα και τούτο το θαύμα να σε μετατρέψη όλον εις τον εαυτόν του και εις την αγάπην του, αξιώνοντάς σε να μεταλαμβάνης συνεχώς και πρεπόντως την αυτοαγιότητα, την αυτοκαθαρότητα, την αυτοσυμμορφίαν διά να γίνης και συ όλος άγιος, όλος καθαρός…».[4] Και στο βιβλίο του «Αόρατον Πόλεμον» αναφέρει «ότι θεωρεί πονηράν και διεστραμμένην την συνήθειαν των πνευματικών, οίτινες εμποδίζουν τους πιστούς εκ της θείας Κοινωνίας, όχι διά κανένα σφάλμα των».[5]

Εκκλησιαστικοί και μοναχοί
3. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας σημειώνει: «Είναι ανάγκη συνεχώς να προσερχώμεθα εις την πνευματικήν τράπεζαν και να κοινωνώμεν το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, διά να διατηρήται ακμαία εις το εσωτερικόν μας, η πνευματική ζωή. Όχι μίαν φοράν, αλλά πάντοτε πρέπει να λαμβάνωμεν το θείον φάρμακον, πάντοτε ο Πλάστης να παρακάθηται με τον πηλόν (τον άνθρωπον) και να διορθώνη την εικόνα του, η οποία χάνει ένεκα της αμαρτίας, την αληθινήν της μορφήν».[6]

4. Οι μοναχοί Ξανθόπουλοι αναφέρουν μία περικοπή του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, η οποία λέει το εξής: «Γέγραπται δε εν τω Γεροντικώ, Ιωάννης ο Βοστρινός, ανήρ άγιος, και εξουσίαν έχων κατά πνευμάτων ακαθάρτων, ηρώτησε δαίμονας, οι ήσαν κατοικούντες εις κόρας τινάς μαινομένας και ενεργουμένας υπ᾿ αυτών πονηρώς, ειπών: Ποία πράγματα φοβείσθε από των χριστιανών; Οι λέγουσιν: Έχετε τρία πράγματα μεγάλα. Εν μεν, όπερ φορείτε εις τον τράχηλον υμών, (εννοεί τον Τίμιο Σταυρό), και εν, όπερ λούεσθε εις την Εκκλησίαν, (εννοεί το Μυστήριο του Βαπτίσματος), και εν, όπερ τρώγετε εις την σύναξιν, (εννοεί τη Θεία Κοινωνία). Ερωτωμένου δε πάλιν εκ τούτων των τριών, ποίον φοβείσθε περισσότερον, απεκρίθησαν, ει εφυλάσσετε καλώς, όπερ μεταλαμβάνετε, ουκ ίσχυεν ουδείς εξ ημών αδικήσαι χριστιανόν. Εισί δε α δυσμενώς φοβούνται των άλλων πλέον, ο σταυρός, η βάπτισις και η κοινωνία».[7]

Διαβάστε εδώ:  Η χαρά της Θείας Λειτουργίας

5. Ο μοναχός Προκόπιος Πελοποννήσιος Μεγαλοσπηλαιώτης αναφέρει: «Ο Θεός και αι αμαρτίαι είναι δύο άκρα ενάντια, όθεν όσον απομακρύνεται ένας από τον Θεόν που είναι το άκρον αγαθόν, τόσον πλησιάζει προς την αμαρτίαν που είναι το άκρον κακόν. Και όσον πλησιάζει τις εις τον Θεόν τόσον περισσότερον φωτίζεται και μισεί την αμαρτίαν και διά να μη πατήση τις τον δρόμον της αμαρτίας, πρέπει να μη ξεκλίνη παντελώς από τα όρια της Χάριτος και της αγάπης του Κυρίου και ν᾿ αποφεύγη τα όρια της αμαρτίας, εγώ, λέγει, δεν ευρίσκω αρμοδιώτερον μέσον να σας διδάξω, παρά να συχνάζετε εις το Μυστήριον της Ιεράς Κοινωνίας… Αυτή λοιπόν η Ιερά Κοινωνία, θεραπεύει όλας τας ασθενείας της ψυχής, καθαρίζει τα άτακτα πάθη, ανακαλεί τους πλέον αγίους λογισμούς, ξαναδυναμώνει την ψυχήν και την φυλάττει την ευρωστίαν και τέλος είναι ένα ανίκητον όπλον, με το οποίον πληγώνομεν τους αοράτους εχθρούς μας.» «Σας καλεί, λέγει, ο Χριστός, σας καλεί η Εκκλησία, σας καλούν τα καλά παραδείγματα των παλαιών χριστιανών, σας καλεί η ψυχή σας, διά να συχνάζετε εις την ιεράν Τράπεζαν, να λαμβάνετε συνεχώς νέας δυνάμεις, νέας διορθώσεις και νέα χαρίσματα…».[8]

6. Ο δε Μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων σημειώνει: «Η προετοιμασία υφίσταται κατά τους λόγους του Αποστόλου, εις το να δοκιμάση έκαστος τον εαυτόν του. Πρέπει δηλαδή να εξετάσωμεν οποία είναι η διαγωγή ημών, οποίαν φροντίδα έχομεν διά την σωτηρίαν της ημετέρας ψυχής και τίνι τρόπω πληρούμεν τα καθήκοντα, τα οποία υπεσχέθημεν εις τον καιρόν του βαπτίσματος. Αν εύρωμεν ότι παρέβημεν, να εξομολογηθώμεν. Πρέπει να συλλογισθώμεν εν ταυτώ και την ανεξιχνίαστον ευσπλαγχνίαν του Θεού προς τον αμαρτωλόν άνθρωπον και να θαρρώμεν εις αυτήν, πιστεύοντες αδιστάκτως, ότι η αξιομισθία του Χριστού και ο πολύτιμος αυτού θάνατος είναι ικανά εις το να μας καθαρίσουν από τας αμαρτίας μας και να μη μας αφήσωσιν έξω από την διαθήκην της Χάριτος. Τοιαύτην εσωτερικήν γνώσιν, ηνωμένην με την φανεράν ομολογίαν απαιτεί παρ᾿ ημών η Εκκλησία, όταν μεταλαμβάνωμεν την Θείαν Ευχαριστίαν. Αν θεωρήσωμεν τας μεγάλας ωφελείας της μεταλήψεως της Ευχαριστίας και το πλήθος των ευεργεσιών του Χριστού, πρέπει να ομολογήσωμεν ότι χρεωστεί ο χριστιανός να μεταλαμβάνη το θείον τούτο μυστήριον. Οι χριστιανοί της παλαιάς Εκκλησίας μετελάμβανον την ψυχικήν ταύτην τροφήν καθ᾿ εκάστην εβδομάδα και δεν εγίνετο λειτουργία ποτέ, χωρίς να ήταν παρόντες κοινωνοί. Εις τους μετέπειτα χρόνους μετελάμβανον τουλάχιστον κατά τας μεγάλας εορτάς. Το ευσεβές τούτο παράδειγμα της Παλαιάς Εκκλησίας πρέπει να μιμώμεθα και ημείς, διά να μη φαίνεται με την σπάνιον μετάληψιν των μυστηρίων η ψυχρότης της ημετέρας καρδίας προς τον Χριστόν».[9]

7. Στην «Επιτομή των θείων Δογμάτων» του ο Αθανάσιος ο Πάριος γράφει τα εξής: «Εν ταίς πονηραίς ημών ταύταις ημέραις, καινός τις, και… ανήκουστος διωγμός των οσάκις αν εθέλωσι πιστών τη μυστική ταύτη προσιέναι τραπέζη, και ήρξατο και διενεργείται, και ισχυρώς επικρατεί, και πόρρω αποπέμπονται του θείου δείπνου οι βουλόμενοι εισελθείν, ουχ ότι ένδυμα ουκ έχουσι γάμου (τούτο γαρ ουδείς οίδεν, ει μη μόνος ο Θεός και η εκάστου συνείδησις), αλλ᾿ ότι πυκνώς και ου διά πολλών ημερών, ως δήθεν ο εκ πλειόνων ημερών προσερχόμενος, αξίως προσέρχεται, ο δε δι᾿ ολίγων ημερών, αναξίως. Καίτοι του θείου Χρυσοστόμου βοώντος, ότι ο Απόστολος, δοκιμαζέτω άνθρωπος εαυτόν, ειπών και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω, Κύριον τον προσιόντα εποίησε, πάσης ημερών παρατηρήσεως απαλλάξας αυτόν, ότι δε το έργον τούτο, ήτοι η συχνή θεία Μετάληψις και νόμιμος και σωτηριωδεστάτη υπάρχει διά τοσούτων αποδείξεων, και γραφικών και κανονικών και μαρτυριών θείων Πατέρων δείκνυται, ως ουδέν έτερον των εκκλησιαστικών ζητημάτων και δέδεικταί γε ήδη διά βιβλίων αυτό τούτο, όντως ακριβώς και στερρώς, ως μηδέν έτερον αντειπείν αν έχει, ει μη τον πνεύματι πλάνης και σατανικής απειθείας συνεχόμενον».[10]

1] Πηδάλιο σελ. 29
[2] Αποκ. 12, 11
[3] «Εορτοδρόμιον» εκδ. 1836 (σελ. 17), στην ερμηνεία της Γ’ ωδής του Κανόνος του Τιμίου Σταυρού.
[4] «Πνευματικά Γυμνάσματα» Μελέτη ΚΣΤ’ (Σελ. 226).
[5] «Αόρατος Πόλεμος»εκδ. Γεωργίου 1899 (σελ. 146-156).
[6] Νικολάου Καβάσιλα, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Θεολόγου ιγ’ αιώνος από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της Ορθοδοξίας. «Η Χριστιανική Ζωή» 1954
[7] Κάλλιστος και Ιγνάτιος Μοναχοί οι Ξανθόπουλοι «Φιλοκαλία» εκδ. Τζελάτη 1893 τομ. Β’
[8] Προκοπίου Μεγαλοσπηλαιώτου «Αυλός Ποιμενικός» Εκδ. Λειψίας 1780. Διδαχή εις την Κυριακήν των Βαίων περί της ανάγκης να μεταλαμβάνωμεν συνεχώς την Θείαν Κοινωνίαν (σελ. 490-507).
[9] «Ορθόδοξος Διδασκαλία» 1851 Πλάτωνος Μητροπολίτου Μόσχας.
[10] Αθανασίου Παρίου «Επιτομή θείων Δογμάτων», εκδ. 1806, σελ. 373