«Πάω να εμπαίξω τον κόσμο»: Ο Άγ. Συμεών ο δια Χριστόν Σαλός και ο Ιωάννης ο συνασκητής του

Loading...


O Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ – ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ

Μετάφραση: Γ. Μπουδούρης, φιλόλογος & Π. Γιαχανατζής, θεολόγος)

Το να ασχοληθεί κανείς με το θέμα των «δια Χριστόν σαλών», δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε . Εύκολο δεν είναι, γιατί τα στοιχεία που θα βοηθούσαν σε κάτι τέτοιο είναι λιγοστά, όπως άλλωστε λιγοστοί είναι κι αυτοί στον εκκλησιαστικό χώρο· ούτε ανώδυνο, γιατί και οι ίδιοι και η ζωή τους αποτελούν μια ρωγμή στο κοσμικό κατεστημένο και μια χαρισματική υπέρβαση της

Αξίζει όμως τον κόπο η περιπλάνηση μέσα στον τρόπο της ζωής τους γιατί είναι γεμάτος εκπλήξεις, έξω από τα γνωστά μιας πνευματικής ζωής.

Το γεγονός ότι ο ίδιος ο Χριστός θεωρήθηκε και κατηγορή­θηκε από το ιουδαϊκό ηθικό και θρησκευτικό κατεστημένο σαν συνεργός του δαίμονα και ακόμα περισσότερο σαν δαιμονισμέ­νος, αφήνει περιθώρια στην Εκκλησία για την εμφάνιση μιας χαρισματικής σαλότητας. Αλλωστε κι ο ίδιος πολλές φορές τόνισε με ιδιαίτερη έμφαση την ανάγκη της παιδικής απλότητας στην ύπαρξη και τη ζωή μας.

Ακολουθώντας τα βήματα του Διδασκάλου του, ο Από­στολος Παύλος, στην προσπάθειά του να οδηγήσει τους ανθρώ­πους της εποχής του στην «οδό των αγίων», χρησιμοποίησε την «μωρία του Θεού» (Α’ προς Κορινθίους, κεφ. 1, στίχος 25) για να το πετύχει. Γενόμενος «θέατρο τω κόσμω και αγγέλοις και ανθρώποις,… μωρός δια Χριστόν… ασθενής… άτιμος» (Α’ Κορ. 4, 9-10) γέννησε όπως λέει ο ίδιος «εν Χριστώ Ιησού» πολλούς.

Φαίνεται, ότι όσο η εκκλησία ασκούσε με ένταση, κάτω απ’ την πίεση των διωγμών, το ιεραποστολικό της έργο, υπήρξαν πολλοί μιμητές του Απ. Παύλου. Αργότερα, στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία πια, όταν η εκκλησία έχει αποκτήσει ένα κώδικα, οι προηγούμενες περιπτώσεις εξαφανίζονται σχεδόν. Από και­ρό σε καιρό όμως εμφανίζονται μερικοί Χριστιανοί, μοναχοί κυ­ρίως, που ζουν μια ζωή που δεν ταιριάζει σ’ αυτόν τον κώδικα. Η ζωή τους είναι γεμάτη παραξενιές που προκαλούν σκανδαλισμό. Η συμπεριφορά τους δεν προσαρμόζεται σε κάποια παρα­δεκτή μορφή χριστιανικής ζωής. Μοιάζουν πάρα πολύ με αν­θρώπους που έχουν προβλήματα με τη διανοητική τους κατά­σταση και τους ονομάζουν «σαλούς», τρελούς δηλαδή. Αυτών όμως των ανθρώπων η σαλότητα διαφέρει. Η διαφορά βρίσκε­ται στο ότι η ζωή τους είναι γεμάτη από διδασκαλίες και θαυματουργίες που βοηθούν και επιστρέφουν πολλούς ανθρώπους στην ορθότητα της χριστιανικής ζωής. Γι’ αυτό η Εκκλησία τους ονόμασε «σαλούς», αλλά «δια Χριστόν». Δεν γνωρίζουμε πολλούς που έχουν αυτόν τον τίτλο. Οι πιο γνωστοί είναι οι ά­γιοι Ανδρέας και Συμεών.

Εκτός όμως απ’ αυτούς, υπήρξαν και πολλοί άλλοι που αυτοονομάζονταν «σαλοί δια Χριστόν», με αποτέλεσμα πολλοί εκ­κλησιαστικοί άνδρες να κάνουν αρνητικές κρίσεις, όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος ή ο Φιλόθεος Κόκκινος. Φαίνεται όμως ότι το πρόβλημα ήταν αρκετά μεγάλο. Η εν Τρούλω Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος μάλιστα, έφτασε στο σημείο να ασχοληθεί μ’ αυ­τό το πρόβλημα και ν’ αναφερθεί σε ειδικό κανόνα της (ξ’) σ’ αυ­τούς. Τους ονομάζει «υποκρινομένους δαιμονάν» και «τρόπων φαυλότητι προσποιητώς τα εκείνων σχηματιζομένους».

Χαρακτηριστικό των «δια Χριστόν σαλών» είναι ο «εμπαιγ­μός του κόσμου». Μετά από μακροχρόνια άσκηση εγκαταλεί­πουν την έρημό τους και επιστρέφουν στις πόλεις, συμπεριφερό­μενοι κάθε άλλο παρά σαν «καλοί Χριστιανοί». Δημιουργούν προβλήματα στις ακολουθίες μέσα στους ναούς, αλλά και στους «ηθικούς ανθρώπους». Αδιαφορούν για τους τύπους της κοινω­νικής ζωής. Παρουσιάζουν μια εξωφρενική ελευθεριότητα συμπεριφοράς. Οι άνθρωποι όμως προβληματίζονται όταν τους βλέ­πουν να θαυματουργούν ή να καθοδηγούν στην χριστιανική ζωή ανθρώπους που δεν είχαν σχέση μαζί της.

Τέτοιος είναι και ο άγιος Συμεών ο δια Χριστόν Σαλός. Τον βίο του έγραψε ο Επίσκοπος Νεαπόλεως (Λεμεσσού) της Κύ­πρου Λεόντιος που έζησε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Μαυρίκιος (582-602). Εκτός από αυτό το βίο, έγραψε και άλλα αξιόλογα έργα: «Βίος Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος», «Εις την Μεταμόρφωσιν», «Εις τον Συμεώνα και ότε εδέξατο τον Κύριον εις τας αγκάλας αυτού», «Εις την ημέρα της Αγίας Μεσοπεντηκοστής». Αυτό το πλήθος των έργων, έκανε τον Δαμασκηνό να πει ότι: «τοις εαυτού λόγοις την Κυπρίων κατεκόσμησεν νήσον». Υπήρξε σύγχρονος του αγίου Συμεών και με μεγάλη γλαφυρότητα περιέγραψε, με γλώσσα της εποχής, τον «Βίο και Πολιτεία του αββά Συμεών του δια Χριστόν επονομασθέντος Σαλού».

***

Μετά από ένα εκτενές προοίμιο, ο Λεόντιος παρουσιάζει τον βίο του αγίου. Στην Ιερουσαλήμ, κατά την εορτή της υψώ­σεως του Τιμίου Σταυρού, την εποχή του Ιουστινιανού (527-565), συνδέονται με αδελφική αγάπη δύο νέοι από τη Συρία: ο Ιωάννης και ο Συμεών. Επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, αποφασίζουν να εγκαταλείψουν τον κόσμο. Κοντά στον ποταμό Ιορδάνη, αφήνουν στον Θεό να τους υποδείξει την οδό της σω­τηρίας τους. Η εγκατάλειψη των πάντων, σύμφωνα με την ευαγγελική εντολή, από εκείνη τη στιγμή γίνεται τρόπος ζωής τους. Η απόφασή τους είναι τέτοια που ο ένας στηρίζει τον άλλο σ’ αυτήν. Ο πόθος κι η αγάπη προς τον Θεό δεν σβήνουν πλέον.

Βαδίζοντας φτάνουν στο μοναστήρι του αββά Γερασίμου, όπου η βαθιά τους εμπιστοσύνη στο Θεό αποδεικνύεται βάσιμη. Εχουν αφήσει Αυτόν να ρυθμίζει την ζωή τους: «Εν οίω κελεύ­εις ημάς αποτάξασθαι μοναστηρίω, εύρωμεν την θύραν ανοικτήν». Εκεί συναντούν τον Νίκωνα, άνθρωπο «υπό Θεού τετιμημένο». Καθώς αυτός τους υποδέχεται, προλέγει τη ζωή του Συμεών αποκαλώντας τον «σαλό». Τους προετοιμάζει για τους αγώνες που πρόκειται να κάνουν στην πορεία τους προς την α­γιότητα, παρηγορώντας τους συγχρόνως και για τους δικούς τους που έχουν εγκαταλείψει.

Ο ενθουσιασμός τους γίνεται ακόμα μεγαλύτερος και η α­πόφασή τους περισσότερο βέβαιη, όταν, με τη χάρη του Θεού, βλέπουν την άρρητη δόξα που περιβάλλει ένα νεόκουρο μοναχό. Ζητούν από τον ηγούμενο να τους κάνει όπως εκείνον.

Μετά την κουρά τους οδηγούν την αποταγή τους στο άκρο: «ώσπερ ενεκατελείπαμεν και απεταξάμεθα των κοσμικών, αποταξώμεθα τελείως από πάσης πνοής». Αποφασίζουν να φύγουν στην έρημο. Εμπιστεύονται πάλι στο Θεό να καθοδηγήσει τα βήματά τους. Βρίσκουν την καλύβα κάποιου μακαρίτη αββά και την μετατρέπουν σε στάδιο αγώνων. Ο διάβολος προσπαθεί να τους δημιουργήσει προβλήματα με την ενθύμηση των δικών τους· η προσευχή όμως λύνει το πρόβλημα και η θεία πρόνοια το τακτοποιεί. Η άσκηση κι ο αγώνας εντείνονται, όπως και οι πειρασμοί. Η πρόοδός τους όμως δεν σταματά.

Μετά από δεκαετίες αγώνων, η αγάπη του ανθρώπου θα τους χωρίσει. Ο Συμεών αναγγέλλει στον Ιωάννη: «Υπάγω εμπαίζω τον κόσμο». Βαθύτερος σκοπός του η σωτηρία των άλ­λων. Ο Ιωάννης προσπαθεί να τον μεταπείσει, τονίζοντάς του τον κίνδυνο να χάσει στον κόσμο ό,τι κέρδισε στην έρημο. Ο Συμεών όμως υπακούει στη θεία κλήση. Μετά από μια σύντομη επίσκεψη στους Αγίους Τόπους αρχίζει τους αγώνες του «δια Χριστόν Σαλού».

 

Στη συνέχεια ο βίος του είναι γεμάτος από παραδοξότητες, «σαλότητες», θαυματουργίες, διδασκαλίες, καθοδήγηση ψυχών με πολλούς και διάφορους τρόπους. Είναι συχνοί όμως και οι διωγμοί και ξυλοδαρμοί του αγίου.

Το τέλος του, ειρηνικό, επέρχεται την ώρα του ύπνου, μέσα στο καλύβι του. Οι γνωστοί του το αντιλαμβάνονται μετά δύο ημέρες. Η ταφή του γίνεται χωρίς καμιά χριστιανική ακολουθία, στο «ξενοτάφιο». Σ’ ένα όμως Εβραίο που ο άγιος έκανε χρι­στιανό, αποκαλύπτεται η συνοδεία και οι ψαλμωδίες των αοράτων αγγελικών δυνάμεων. Ενας διάκονος, ο Ιωάννης, ο μόνος που γνώριζε την αρετή του αγίου, τρέχει να παραλάβει το λείψα­νό του. Δεν βρίσκουν όμως τίποτα στον τάφο. Ο Κύριος τον δό­ξασε μεταθέτοντάς τον. Τότε όλοι, ξυπνώντας σαν από ύπνο, εννοούν ποιος ήταν ο «σαλός».
Στον επίλογο, ο Λεόντιος παραθέτει πολλές αγιογραφικές μαρτυρίες αφανών αγίων όπως ο Συμεών. Τελειώνει με την προ­τροπή: «πρόσεχε σεαυτώ μόνον και μηδέ τοις σοις, μηδέ τοις περί σε, αλλά σεαυτώ μόνον».

***

Μετά απ’ αυτή τη σύντομη παρουσίαση του βίου αυτού του θαυμαστού αγίου ας εντοπίσουμε μερικά χαρακτηριστικά του σημεία.
Αρχή όλου του του αγώνα, αλλά και συνοδοιπόρος σ’ όλη του τη ζωή, είναι η αποταγή του κόσμου. Το ξεκίνημα αυτό είναι η αρχή των πάντων στην ασκητική ζωή. Γι’ αυτόν, όπως και για τον σύντροφό του Ιωάννη, το πρόβλημα τίθεται κατά διαζευκτι­κό τρόπο. Απ’ το ένα μέρος «η οδός η απάγουσα εις την ζωή», εκπροσωπείται από το δρόμο που οδηγεί στον Ιορδάνη ποταμό, απ’ την άλλη «η οδός η απάγουσα εις τον θάνατον», εκπροσω­πείται από τον δημόσιο δρόμο. Αφού λαμβάνεται η απόφαση, ό­λη η σκέψη και η ζωή κατευθύνεται απ’ αυτήν. Γίνεται έργο με την κουρά στο μοναστήρι του αββά Γερασίμου και, στη συνέ­χεια, ολοκληρώνεται με τη φυγή στην έρημο.
Αυτό που τον οδηγεί σ’ αυτή την αποταγή του κόσμου, είναι ο πόθος για τη θεία ζωή. Είναι χαρακτηριστικό ότι γι’ αυτόν η η­μέρα της κουράς του είναι ημέρα αναγεννήσεως. Ο μοναχός γι’ αυτόν είναι άγγελος του Θεού και για να τον δεις μόνο, πρέπει να γίνεις σαν κι αυτόν. Ο ενθουσιασμός τον οδηγεί και στην απο­μάκρυνση απ’ την κοινοβιακή ζωή: «αποταξώμεθα από πάσης πνοής». Απ’ τη στιγμή που κείρεται, η ψυχή του δεν θέλει να δει και να ακούσει κανένα: οποιοσδήποτε του στερεί την παρουσία του Θεού.

Η τέλεια φυγή του κόσμου τον οδηγεί στο να ζει και να υ­πάρχει μόνο για τον Θεό. Όλες του οι αποφάσεις κατευθύνονται απ’ Αυτόν. Απ’ την αρχή της αποταγής του μέχρι την κοίμησή του, το θέλημά του δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η θέληση του Θε­ού. Σε ποιο μοναστήρι θα πάει, το πόσο θα μείνει εκεί, το ποιος θα φροντίσει για τους γονείς του, το που και πως θα ζήσει σαν ερημίτης, το πως θα ασκηθεί, όλα αφήνονται στο θέλημα του Θεού. Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να γνωρίζει αυτό το θέλη­μα.
Στην έρημο μένει για δεκαετίες. Όπως όλων των ερημιτών και ασκητών, η ζωή του είναι «νηστεία, αγρυπνία, προσευχή», αλλά και συνεχής πάλη με το διάβολο. Όμως η σκληρή άσκηση φέρνει τα αποτελέσματά της. Αφού αυτός δεν παρηγορεί μόνος του τον εαυτό του, η παρηγοριά έρχεται απ’ το Θεό. Με τη χάρη του Θεού φτάνει στην τέλεια απάθεια.

Η κορύφωση και η ολοκλήρωση του αγώνα του είναι ο εμ­παιγμός του κόσμου. Ο τίτλος του «δια Χριστόν Σαλού» είναι σπανιότατος. Σε πολλούς αγίους και οσίους η άσκηση είναι η ίδια με αυτήν του αγίου Συμεών. Η χάρη όμως της σαλότητας δόθηκε σε ελάχιστους. Ο άγιος Συμεών ασκείται μαζί με τον αδελφό Ιωάννη για περισσότερο από τριάντα χρόνια. Κι όμως, μόνο σ’ αυτόν δίνεται αυτή η χάρη. Σ’ αυτή του τη φυγή στην έ­ρημο του κόσμου δεν οδηγείται από το θέλημά του· είναι ο Θεός που τον καλεί και ο Συμεών γίνεται σκεύος Του.

***

Το πρωτότυπο κείμενο του «Βίου» περιέχεται στην Πατρο­λογία του Migne (P.G. 93, 1670-1748). Κριτική έκδοσή του έγινε από τον Α. Ρυντέν(*). Στην παρούσα έκδοση χρησιμοποιήθηκε κατά βάση το κείμενο του Ρυντέν με κάποιες βελτιώσεις στη στίξη και με ελάχιστες διορθώσεις, όπου το κείμενο του Migne ή το κριτικό υπόμνημα έδιναν προτιμότερη γραφή. Οσο για τις λέξεις στη μετάφραση που σημειώνονται με αστερίσκο, αυτές πρέ­πει να αναζητηθούν στο τέλος (Σημειώσεις).

(*) Lennart Ryden, Das leben des heiligen narren Symeon von Leontios von Neapolis. Uppsala, 1963.

Παρέμειναν ασκητεύοντας στην έρημο άλλα είκοσι εννιά χρόνια, ζώντας με μεγάλη άσκηση και κακοπάθεια, με κρύο και με ζέστη, και υπέμειναν πολλούς και ανεκδιήγητους πειρασμούς από τον διάβολο και τον νίκησαν και έφτασαν σε μεγάλα μέτρα, ιδιαίτερα ο Συμεών με την ακακία και καθαρότητα που είχε. Αυτός, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που υπήρχε σ’ αυτόν, αισθανόταν να μη φοβάται ούτε πάθος ούτε κρύο ή πείνα ή ζέστη, αλλά σχεδόν είχε φτάσει σε μέτρα που ξεπερνούσαν την ανθρώπινη φύση. Λέει λοιπόν στον Ιωάννη: «Σε τί μας ωφελεί, αδελφέ μου, να συνεχίσουμε να μένουμε σ’ αυτή την έρημο;

Αν όμως θέλεις να μ’ ακούσεις, σήκω να φύγουμε, για να σώσουμε κι άλλους, γιατί εδώ δεν ωφελούμε παρά μόνο τους εαυτούς μας και δεν έχουμε μισθό από κανέναν άλλο». Και άρχισε να του λέει από την Αγία Γραφή τα εξής: «Κανείς να μη ζητά το δικό του συμφέρον, αλλά του άλλου» (Α΄ Κορ. 10, 24), και «Σε όλους έγινα τα πάντα, για να σώσω μερικούς» (Α΄ Κορ. 9, 22). Επίσης από το Ευαγγέλιο: «Έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον Πατέρα σας στον ουρανό» (Ματθ. 5, 16) και άλλα παρόμοια. Αποκρίθηκε ο Ιωάννης λέγοντάς του: «Νομίζω, αδελφέ μου, ότι ο Σατανάς μίσησε την ησυχία μας και σου δημιούργησε αυτό το λογισμό. Κάθησε καλύτερα να τελειώσουμε στην έρημο αυτό το δρόμο που αρχίσαμε και στον οποίο μας κάλεσε ο Θεός».

Του λέει ο Συμεών: «Πίστεψέ με, εγώ δεν πρόκειται να μείνω, αλλά με τη δύναμη του Θεού θα πάω να εμπαίξω τον κόσμο». Του λέει πάλι ο αδελφός του: «Μη, καλέ μου αδελφέ, μη σε παρακαλώ, για τ’ όνομα του Κυρίου μας, μη με αφήσεις μόνο μου, τον ταπεινό. Εγώ δεν έφτασα ακόμα σ’ αυτά τα μέτρα, για να εμπαίξω τον κόσμο. Όμως, για το όνομα Αυτού που μας συνέδεσε, μη θελήσεις να χωριστείς απ’ τον αδελφό σου. Γνωρίζεις καλά ότι μετά από το Θεό δεν έχω παρά μόνο εσένα, αδελφέ μου. Τους αρνήθηκα όλους, προσκολήθηκα σε σένα, και τώρα θέλεις να με αφήσεις, σαν σε πέλαγος, μέσα σ’ αυτήν την έρημο. Θυμήσου εκείνη την μέρα που ρίξαμε κλήρο και πηγαίναμε προς τον όσιο Νίκωνα, ότι υποσχεθήκαμε να μη χωρίζεται ο ένας από τον άλλον.

Θυμήσου εκείνη την φοβερή ώρα, τότε που φορέσαμε το άγιο σχήμα και ήμαστε οι δύο σαν μια ψυχή, ώστε όλοι να παραξενεύονται για την αγάπη μας. Μην ξεχνάς τα λόγια του μεγάλου γέροντα που μ’ αυτά μας συμβούλεψε την νύχτα που φύγαμε, μη, σε παρακαλώ, μήπως χαθώ και ζητήσει την ψυχή μου από σένα ο Θεός». Του λέει πάλι ο Συμεών: «Ας υποθέσουμε ότι πέθαινα΄ δεν θα έπρεπε να φροντίζεις εσύ τον εαυτό σου, καθώς θα έμενες μόνος; Πίστεψε με, αν έρθεις, έχει καλώς, αλλιώς εγώ δεν πρόκειται να μείνω».

Μόλις είδε ο αδελφός Ιωάννης ότι επέμενε, κατάλαβε ότι είχε πληροφορία από τον Θεό να το κάνει΄ επειδή δεν μπορούσε τίποτε να τους χωρίσει, παρά μόνο ο θάνατος, ίσως ούτε κι αυτός. Μάλιστα πολλές φορές παρακάλεσαν τον Θεό, να τους πάρει κοντά Του μαζί και τους δύο, και πίστευαν ότι ο Κύριος θα κάνει δεκτή αυτή τους την αίτηση, όπως έκανε κι όλες τις άλλες. Λέει λοιπόν ο Ιωάννης: «Πρόσεχε, Συμεών, μήπως ο διάβολος θέλει να σε περιπαίξει». Αυτός όμως του είπε: «Εσύ μόνο να μη με ξεχάσεις στην προσευχή σου, όπως ούτε εγώ εσένα, και ο Θεός και οι προσευχές σου θα με σώσουν».

Άρχισε πάλι ο αδελφός να τον συμβουλεύει και να του λέει: «Πρόσεξε, φυλάξου, αδελφέ μου Συμεών μήπως όσα μάζεψε η έρημος, τα σκορπίσει ο κόσμος΄ και ό,τι ωφέλησε η ησυχία, το καταστρέψει η ταραχή΄ και όσα σου πρόσφερε η αγρυπνία, τα χάσεις με τον ύπνο. Ασφαλίσου, αδελφέ μου, μήπως τη σωφροσύνη της μοναχικής ζωής την καταστρέψει η απατηλή κοσμική ζωή. Πρόσεχε μήπως τον καρπό της στερήσεως των γυναικών από τις οποίες σε έσωσε μέχρι σήμερα ο Θεός, τον καταστρέψει η συναναστροφή σου μ’ αυτές. Πρόσεχε μήπως την ακτημοσύνη την αφαιρέσει η φιλοκτημοσύνη, μήπως το σώμα που έλιωσε από τη νηστεία, παχύνει πάλι από τις τροφές. Πρόσεχε, αδελφέ μου, μήπως χάσεις την κατάνυξή σου με το γέλιο και την προσευχή σου με την αμέλεια. Πρόσεχε, σε παρακαλώ, μήπως, ενώ το πρόσωπό σου γελάει, ο νους σκορπίζεται, μήπως αυτά που αγγίζουν τα χέρια τ’ αγγίζει και η ψυχή, μήπως ενώ το στόμα τρώει, η καρδιά αισθάνεται ηδονή, μήπως, ενώ τα πόδια βαδίζουν, διαταραχθεί με τρόπο άτακτο η εσωτερική σου ησυχία και με λίγα λόγια, μήπως όσα κάνει το σώμα εξωτερικά τα κάνει και η ψυχή εσωτερικά. Αλλά, αν πήρες από το Θεό δύναμη, αδελφέ μου, ώστε ο,τιδήποτε και να κάνει το σώμα, σχήματα, λόγια ή πράξεις, να μένει ατάραχος και ασύγχυτος ο νους και η καρδιά σου και να μη μολύνεται και να μη βλάπτεται καθόλου από αυτά, πραγματικά εγώ χαίρομαι για τη σωτηρία σου, μόνο παρακάλεσε το Θεό να μη μας χωρίσει εκεί τον ένα από τον άλλο».

Του λέει τότε ο αββάς Συμεών: «Μη φοβάσαι, αδελφέ Ιωάννη, γιατί αυτό που κάνω δεν το κάνω από μόνος μου, αλλά επειδή μου το προστάζει ο Θεός. Και από αυτό θα καταλάβεις ότι με την βοήθεια του Θεού, το έργο μου Τον ευαρέστησε, όταν, πριν πεθάνω, θα έρθω και θα σε προσκαλέσω και θα σε ασπαστώ και ύστερα από λίγες μέρες θα έρθεις και θα με συναντήσεις. Σήκω όμως για να προσευχηθούμε».

Αφού προσευχήθηκαν για πολλή ώρα και αλληλοασπάστηκαν έχοντας μουσκέψει τα στήθη τους με τα δάκρυά τους, τον άφησε να φύγει συνοδεύοντάς τον για αρκετή απόσταση. Δεν του έκανε καρδιά να χωριστούν, αλλά όταν του έλεγε ο αββάς Συμεών: «Γύρνα πίσω, αδελφέ», αισθανόταν σαν να τον χώριζε μαχαίρι από το σώμα του και τον παρακαλούσε πάλι να τον συνοδέψει ακόμη λίγο. Επειδή όμως τον πίεσε πολύ ο αββάς Συμεών, γύρισε πίσω βρέχοντας την γη με δάκρυα.

VI
Ο Συμεών εμπαίζει τον κόσμο

Αμέσως ο Συμεών κατευθύνθηκε προς την Αγία Πόλη του Χριστού και Θεού μας. Όπως έλεγε, διψούσε πολύ και φλεγόταν τόσα χρόνια από την επιθυμία να απολαύσει τους Αγίους Τόπους του Χριστού. Επισκέφθηκε λοιπόν τον Άγιο και ζωοποιό Τάφο του Χριστού, όπως επίσης και το Γολγοθά, τον πρόξενο της σωτηρίας μας και το νικητή του θανάτου, και έτσι εκπλήρωσε την επιθυμία του. Έμεινε στην Αγία Πόλη τρεις μέρες, πήγαινε και προσκυνούσε στους πάνσεπτους τόπους του Κυρίου και προσευχόταν. Η προσευχή του ήταν να μην αποκαλυφθεί η εργασία του, μέχρις ότου να φύγει απ’ τη ζωή, για να αποφύγει την δόξα που προσφέρουν οι άνθρωποι από την οποία δημιουργείται η υπερηφάνεια και η υπεροψία στον άνθρωπο, αυτή που οδήγησε και αγγέλους στην πτώση από τους ουρανούς. Άκουσε την προσευχή του Αυτός που είπε: «Προσευχήθηκαν οι δίκαιοι με θερμότητα και ο Κύριος τους άκουσε» (Ψαλμ. 33, 18), γιατί, ενώ έκανε τόσα πολλά θαύματα και τόσα παράδοξα πράγματα, όπως μπορεί κανείς να πληροφορηθεί από τα παρακάτω, δεν φανερώθηκε η εργασία του στους ανθρώπους.

Το αίτημά του έγινε ένα είδος καλύμματος στις καρδιές αυτών που έβλεπαν αυτά που έκανε, μέχρις ότου κοιμήθηκε. Πώς ήταν δυνατόν, αν δεν συνέβαινε αυτό, δηλαδή να αποκρύπτει ο Θεός από τους ανθρώπους την αρετή του μακαρίου Συμεών για να τον προφυλάξει από τον έπαινό τους, να μη γίνεται φανερός σ’ όλους, τη στιγμή που άλλοτε θεράπευε δαιμονισμένους, άλλοτε κρατούσε στα χέρια του αναμμένα κάρβουνα, σ’ άλλους πολλές φορές πρόλεγε αυτά που θα συνέβαιναν και σ’ άλλους φανέρωνε αυτά που έλεγαν γι’ αυτόν μακριά του΄ άλλοτε, με αστείο τρόπο, πρόσφερε μέσα στην έρημο πλούσια γεύματα, μερικές φορές μετάστρεφε στην ευσέβεια Εβραίους και κακόπιστους, θεράπευε αρρώστους, και άλλους έσωζε από διάφορους κινδύνους; Πολλές φορές και γυναίκες άσεμνες ή πόρνες, άλλες οδηγούσε με παιγνιώδεις ενέργειες σε νόμιμο γάμο, άλλες προσελκύοντάς τις με χρήματα τις σωφρόνιζε και άλλες, με την καθαρότητα που τον διέκρινε, τις έφερνε σε κατάνυξη ώστε να ακολουθήσουν το μοναχικό βίο. Δεν απορώ, φιλόχριστοι, που έμεινε άγνωστος, έχοντας κάνει με τη χάρη του Θεού τέτοια πράγματα. Γιατί Αυτός που πολλές φορές φανερώνει σ’ όλους τις κρυμμένες αρετές των δούλων Του, ο ίδιος οικονόμησε, ώστε να γίνουν φανερές σ’ όλους και οι πριν άγνωστες αρετές αυτού του οσίου.

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, μετά την τριήμερη παραμονή του στους Αγίους Τόπους, πήγε στην Έμεσα. Πριν μπει μέσα στην πόλη, βρήκε ο αοίδιμος ένα ψόφιο σκύλο πάνω στην κοπριά και, αφού έλυσε το σχοινένιο ζωνάρι του, έδεσε το πόδι του σκύλου και άρχισε να τρέχει σέρνοντάς τον. Έτσι μπήκε από την πύλη, κοντά στην οποία ήταν ένα σχολείο. Μόλις τον είδαν τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν: «Ε, ένας τρελός αββάς» και να τρέχουν από πίσω του και να τον χτυπούν. Την άλλη μέρα, που ήταν Κυριακή, πήρε καρύδια, πήγε στην εκκλησία στην αρχή της θείας Λειτουργίας και άρχισε να τα πετάει και να σβήνει τις καντήλες. Άρχισαν τότε να τον κυνηγούν για να τον βγάλουν έξω, αλλά αυτός ανέβηκε στον άμβωνα και από εκεί χτυπούσε τις γυναίκες με τα καρύδια. Με πολύ κόπο τον έβγαλαν έξω, αλλά καθώς έβγαινε, αναποδογύρισε τα τραπέζια μερικών που πουλούσαν μικρές πίτες. Αυτοί τότε τον χτύπησαν μέχρι που κόντευε να πεθάνει. Όταν είδε πόσο είχε κακοποιηθεί από τα χτυπήματα, είπε στον εαυτό του: «Φτωχέ Συμεών, πράγματι ούτε μια εβδομάδα δεν μπορείς να ζήσεις έτσι στα χέρια αυτών των ανθρώπων».

Κατ’ οικονομία Θεού τον είδε κάποιος φουσκάριος* και μη ξέροντας ότι προσποιείται το σαλό του λέει: «Θέλεις, κύριε αββά, αντί να γυροφέρνεις, να στέκεσαι και να πουλάς λούπινα;». Εκείνος δέχτηκε. Όταν λοιπόν τον έβαλε να πουλάει, άρχισε αυτός να τα μοιράζει στον κόσμο και να τρώει και ο ίδιος άπληστα. (Είχε όμως να φάει μία εβδομάδα). Είπε τότε στον φουσκάριο η γυναίκα του: «Πού τον βρήκες και μας τόν έφερες αυτόν τον αββά; Αν τρώει έτσι, δεν έχουμε ανάγκη να πουλήσουμε τίποτε. Έφαγε ένα δοχείο λούπινα από αυτά που έχω για να μετράω τις ποσότητες». Δεν ήξεραν βέβαια πως ό,τι περιείχαν τα υπόλοιπα δοχεία δηλ. κουκιά, φακές, ρεβύθια και όλα τα άλλα, τα είχε μοιράσει σ’ όσους έκαναν την ίδια δουλειά και σ’ άλλους ανθρώπους, αλλά νόμιζαν ότι τα πούλησε. Όταν όμως άνοιξαν το ταμείο και δεν βρήκαν χρήματα, τον χτύπησαν και τον έδιωξαν, αφού του μάδησαν και τα γένια.

Όταν έγινε απόγευμα θέλησε να θυμιατίσει. Δεν είχε φύγει όμως από αυτούς, αλλά κοιμήθηκε έξω από την πόρτα τους. Και επειδή δεν έβρισκε κανένα κεραμίδι, έβαλε το χέρι του στην ανθρακιά, το γέμισε με κάρβουνα και άρχισε να θυμιατίζει. Επειδή ήταν θέλημα Θεού να σωθεί ο φουσκάριος (ανήκε στην αίρεση των «ακεφάλων» Σευηριτών*) είδε η γυναίκα του τον Συμεών να θυμιατίζει με το χέρι του και έκπληκτη του λέει: «Για τ’ όνομα του Θεού, αββά Συμεών, με το χέρι σου θυμιατίζεις;» Όταν άκουσε αυτό ο γέροντας, προσποιήθηκε ότι καιγόταν και έριξε τα κάρβουνα από το χέρι του στο παλιό ράσο που φορούσε, λέγοντας: «Αν δε θέλεις με το χέρι μου, να, με το ράσο μου θυμιατίζω». Και όπως ο Θεός διαφύλαξε από τη φωτιά τη βάτο (Έξοδ. 3, 2), και τους τρεις νέους (Δαν. 3, 23), έτσι ούτε ο όσιος ούτε το ράσο του καίγονταν από τα κάρβουνα. Με ποιο τρόπο σώθηκαν ο φουσκάριος και η γυναίκα του, θα αναφερθεί σε άλλο σημείο.

Κάθε φορά που έκανε κάτι το θαυμαστό, έφευγε από το μέρος εκείνο, μέχρι να ξεχαστεί η πράξη του. Και μάλιστα βιαζόταν να κάνει καμιά τρέλα για να καλύψει το κατόρθωμά του.

Κάποτε πρόσφερε θερμά ποτά σ’ ένα καπηλειό, για να εξοικονομεί το φαγητό του. Ήταν άσπλαχνος όμως ο κάπηλος και πολλές φορές δεν του έδινε ούτε φαγητό, μολονότι έκανε πολλή δουλειά εξαιτίας του. Γιατί οι άνθρωποι αστειευόμενοι έλεγαν μεταξύ τους: «Ας πάμε να πιούμε εκεί που είναι ο Σαλός». Μια μέρα μπήκε μέσα στο καπηλειό ένα φίδι και ήπιε κρασί από μία στάμνα και αφού έβγαλε το δηλητήριό του μέσα σ’ αυτήν έφυγε. Ο αββάς Συμεών δεν ήταν μέσα, αλλά έπαιζε έξω με τον κόσμο. Όταν μπήκε μέσα είδε γραμμένη επάνω στη στάμνα αόρατα τη λέξη «θάνατος». Αμέσως κατάλαβε τι είχε συμβεί και με ένα ξύλο την έσπασε, όπως ήταν γεμάτη. Ο κάπηλος τότε του πήρε από τα χέρια το ξύλο, τον χτύπησε μέχρι που κουράστηκε και τον έδιωξε. Την άλλη μέρα ο αββάς Συμεών πήγε και κρύφτηκε πίσω από την πόρτα. Σε λίγο ήλθε πάλι το φίδι να πιει και, όταν το είδε ο κάπηλος, πήρε το ξύλο για να το σκοτώσει. Μη μπορώντας όμως να το χτυπήσει, έσπασε όλες τις στάμνες και τα ποτήρια. Τότε παρουσιάστηκε μπροστά του ο Σαλός και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Όπως βλέπεις, δεν κάνω μόνο εγώ άσκοπα πράγματα». Τότε αντιλήφθηκε για ποιο λόγο έσπασε ο αββάς Συμεών τη στάμνα και οικοδομήθηκε και τον θεωρούσε άγιο.

Θέλοντας ο όσιος να τον κάνει να αλλάξει γνώμη, για να μη τον φανερώσει, μια μέρα, που ο κάπηλος έδινε κρασί και η γυναίκα του κοιμόταν μόνη της, πήγε κοντά της και έκανε πως βγάζει τα ρούχα του. Εκείνη έβαλε τις φωνές και μόλις ήρθε ο άντρας της του λέει: «Πέταξε έξω αυτόν τον τρισκατάρατο, γιατί ήθελε να με βιάσει». Τον έβγαλε έξω στην παγωνιά —έκανε πολύ κρύο κι έβρεχε— χτυπώντας τον με γροθιές. Και από τότε ο κάπηλος όχι μόνο τον θεωρούσε τρελό, αλλά και αν έβλεπε κανένα να προβληματίζεται σχετικά με το αν προσποιείται ο αββάς ή όχι, του έλεγε αμέσως: «Πίστεψέ με, είναι αληθινά δαιμονισμένος. Τον είδα με τα μάτια μου, και κανείς δεν μπορεί να με μεταπείσει ότι ήθελε να βιάσει τη γυναίκα μου και ότι τρώει κρέας ο αθεόφοβος». Πράγματι έτρωγε πολλές φορές και κρέας ο δίκαιος, χωρίς όμως να έχει φάει όλη την εβδομάδα. Και κανείς δεν γνώριζε τη νηστεία που έκανε΄ έτρωγε όμως το κρέας μπροστά σ’ όλους, για να καλύψει την αρετή του.

Ήταν σαν να μην είχε σώμα και ακόμη δεν έδινε σημασία στην ασχημοσύνη των ανθρώπων και των φυσικών αναγκών. Γιατί πολλές φορές θέλοντας να ικανοποιήσει τη σωματική ανάγκη, αμέσως, χωρίς να ντρέπεται κανένα, καθόταν σε κάποιο σημείο της αγοράς μπροστά σε όλους΄ κι αυτό γιατί ήθελε να τους πείσει ότι ενεργεί έτσι, επειδή δεν είναι στα λογικά του. Όπως έχουμε πει πολλές φορές, ξεπερνούσε τη σαρκική πύρωση, με την οποία ήθελε να τον προσβάλλει ο διάβολος, και δεν βλαπτόταν καθόλου από αυτήν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος.
Μια μέρα ο ενάρετος και θεοφιλής διάκονος Ιωάννης, που μας διηγήθηκε το βίο του, τον είδε εξαντλημένο και λιωμένο από την άσκηση (ήταν απόπασχα και είχε μείνει άσιτος όλη την Αγία Τεσσαρακοστή). Τον λυπήθηκε και θαύμασε την ανεκδιήγητή του σκληραγωγία, μολονότι ζούσε μέσα σε πόλη και συναναστρεφόταν με γυναίκες και άλλους ανθρώπους. Θέλησε λοιπόν να τον βοηθήσει να ανακτήσει τις δυνάμεις του και δήθεν πειράζοντας τον, του είπε: «Έρχεσαι να λουστείς Σαλέ;». Εκείνος του απάντησε γελώντας: «Ναι, πάμε, πάμε» και, ενώ έλεγε αυτά, έβγαλε το ένδυμά του και το έδεσε επάνω στο κεφάλι του σαν μαντήλα. Του λέει τότε ο Ιωάννης: «Φόρεσέ το αδελφέ, γιατί, αν περπατάς έτσι γυμνός, εγώ δεν έρχομαι μαζί σου». Του απαντάει ο αββάς Συμεών: «Πήγαινε, τρελέ, εγώ ετοιμάστηκα, κι αν δεν έρθεις, θα πάω πιο μπροστά από σένα». Τον άφησε και προχώρησε λίγο πιο μπροστά. Υπήρχαν δύο λουτρά το ένα κοντά στο άλλο, το ένα ανδρικό και το άλλο γυναικείο. Άφησε το λουτρό των ανδρών ο Σαλός και όρμησε θεληματικά στο γυναικείο.

Ο Ιωάννης τον φώναζε: «Ε, Σαλέ, πού πάς; Σταμάτα, εκείνο είναι των γυναικών». Γύρισε τότε ο θαυμάσιος και του είπε: «Φύγε από δω, τρελέ. Κι εκεί ζέστη και νερό κι εδώ ζέστη και νερό. Τίποτε περισσότερο δεν υπάρχει ούτε εκεί ούτε εδώ», και μπήκε τρέχοντας ανάμεσα στις γυναίκες σαν να βρισκόταν μπροστά στη δόξα του Θεού. Όρμησαν αμέσως όλες καταπάνω του και τον έβγαλαν έξω χτυπώντας τον. Όταν διηγήθηκε όλη τη ζωή του στον θεοφιλή διάκονο Ιωάννη, τον ρώτησε εκείνος: «Για το Θεό, πάτερ, πως αισθανόσουν, όταν μπήκες στο λουτρό των γυναικών;» «Πίστεψέ με, παιδί μου», του είπε, «ήμουν σαν ξύλο ανάμεσα σε ξύλα. Δεν αισθανόμουν ότι είχα σώμα ούτε ότι ήμουν ανάμεσα σε σώματα, αλλά όλος μου ο νους ήταν στο έργο του Θεού και δεν απομακρύνθηκα καθόλου απ’ αυτό». Γιατί άλλα από τα έργα του έκανε ο δίκαιος κινούμενος από αγάπη για τη σωτηρία των ανθρώπων και άλλα για να καλύψει τα κατορθώματά του.

Μια άλλη φορά πάλι έπαιζαν μερικοί λυσόπορτα* τρέχοντας έξω από την πόλη. Ένας από αυτούς, που ήταν γιος του διακόνου Ιωάννη, του φίλου του, είχε πορνεύσει πριν από λίγες μέρες με μία γυναίκα, που ήταν παντρεμένη. Αυτός δαιμονίστηκε τη στιγμή που έβγαινε από το σπίτι της, χωρίς να τον δει κανείς. Επειδή θέλησε ο όσιος να τον γιατρέψει, αλλά και να τον σωφρονίσει, λέει σ’ αυτούς που έτρεχαν: «Αν δεν με παίξετε κι εμένα, δεν θα σας αφήσω να τρέξετε», και άρχισε να τους πετροβολεί. Θέλησαν τότε αυτοί να τον πάρουν στο παιχνίδι και να τον βάλουν στο μέρος που έτρεχε αυτός που ήθελε να γιατρέψει. Όταν το είδε αυτό ο αββάς Συμεών, πήγε στο άλλο μέρος, γιατί ήξερε τι έμελε να κάνει.

Όταν άρχισαν να τρέχουν, ορμάει ο όσιος προς το δαιμονισμένο νέο, τον φτάνει και, χωρίς να καταλάβει κανείς τίποτε, τον χτυπάει στο σαγόνι και του λέει: «Να μη μοιχεύσεις άλλη φορά, ταλαίπωρε, και δεν θα σε πειράξει ο δαίμονας».

Μόλις είπε αυτά, τον σπάραξε το δαιμόνιο, και μαζεύτηκαν όλοι από πάνω του. Έτσι που ήταν πεσμένος κάτω και άφριζε, βλέπει το Σαλό να διώχνει από μέσα του ένα σκύλο μαύρο χτυπώντας τον με ένα ξύλινο σταυρό. Όταν μετά από πολλές ώρες συνήλθε και τον ρωτούσαν τι είχε πάθει, δεν μπορούσε να τους πει τίποτε άλλο παρά μόνο ότι: «Κάποιος μου είπε, να μη πορνεύσω άλλη φορά». Μόνο μετά το θάνατο του αββά, σαν να είχε καθαρίσει ο νους του, διηγόταν σ’ όλους το περιστατικό με κάθε λεπτομέρεια.

Κάποτε μερικοί μίμοι έκαναν το νούμερό τους στο θέατρο. Μαζί τους ήταν και κάποιος ταχυδακτυλουργός. Θέλοντας να τον κάνει να σταματήσει αυτά που έκανε (γιατί είχε κάνει μερικά καλά έργα), δεν το θεώρησε υποτιμητικό να πάει στο θέατρο, αλλά πήγε και στάθηκε κάτω από την εξέδρα που έπαιζαν οι μίμοι. Όταν είδε ότι ο ταχυδακτυλουργός άρχισε να κάνει αθέμιτα πράγματα, ρίχνει μια πολύ μικρή πέτρα, αφού έκανε πάνω της το σημείο του σταυρού, και τον χτύπησε στο δεξί του χέρι και του το ξέρανε, χωρίς να καταλάβει κανείς ποιος έριξε την πέτρα. Παρουσιάστηκε κατόπιν τη νύχτα στον ύπνο του ο όσιος και του λέει: «Πραγματικά σε πέτυχα΄ κι αν δεν ορκιστείς ότι δεν θα κάνεις άλλη φορά τέτοια πράγματα, δεν πρόκειται να γιατρευτείς». Ορκίστηκε αυτός στη Θεοτόκο και όταν σηκώθηκε είδε ότι το χέρι του είχε θεραπευτεί. Και διηγόταν όλα όσα είδε στον ύπνο του, μόνο που δεν μπορούσε να πει ότι ο Σαλός ήταν αυτός που του τα είπε. Δεν μπόρεσε να πει τίποτε άλλο παρά μόνο ότι: «Κάποιος μοναχός που φορούσε στεφάνι από βάγια μου τα είπε».

Κάποτε που ήταν να γίνει μεγάλος σεισμός στην πόλη, την εποχή που καταστράφηκε η Αντιόχεια, στα χρόνια της βασιλείας του Μαυρικίου (τότε ήταν που έφυγε από την έρημο ο όσιος και κατέβηκε στον κόσμο), άρπαξε το λουρί από το σχολείο και άρχισε να χτυπάει τους στύλους και να λέει στον καθένα: «Είπε ο κύριός σου να σταθείς». Και όταν έγινε σεισμός, κανείς απ’ όσους στύλους χτύπησε δεν έπεσε. Σε κάποιο στύλο όμως είχε πει: «Εσύ ούτε να πέσεις ούτε να σταθείς». Αυτός σχίστηκε από πάνω μέχρι κάτω, έγειρε λίγο κι έμεινε έτσι. Κανείς δεν είχε καταλάβει τι έκανε ο μακάριος, αλλά όλοι πίστευαν, ότι από την παραφροσύνη του είχε χτυπήσει τους στύλους. Ήταν να δοξάζει κανείς το Θεό και να απορεί για τα θαυμάσιά Του, αφού όσες ενέργειες του αγίου θεωρούσαν μερικοί άπρεπες, μ’ αυτές φανέρωνε τα παράδοξα και απροσδόκητα. Κάποτε, που ήταν να πέσει θανατικό στην πόλη, πέρασε απ’ όλα τα σχολεία και φιλούσε τα παιδιά λέγοντας στο καθένα σαν γι’ αστείο: «Πήγαινε στο καλό, καλό μου». Δεν τα φίλησε όλα, αλλά όσα του υπέδειξε η χάρη του Θεού. Στο δάσκαλο κάθε σχολείου έλεγε: «Για το Θεό σου, τρελέ, μη δείρεις τα παιδιά που φιλώ, γιατί έχουν να βαδίσουν πολύ δρόμο». Οι δάσκαλοι τον κορόιδευαν και μερικές φορές μάλιστα τον χτυπούσαν με το λουρί και έκαναν νόημα και στα παιδιά και τον κοροϊδεύανε. Όταν έπεσε το θανατικό δεν έμεινε ούτε ένα παιδί ζωντανό απ’ όσα φίλησε ο αββάς Συμεών, αλλά πέθαναν όλα.

Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει στα σπίτια των πλουσίων και να παίζει και να προσποιείται πολλές φορές ότι φιλάει τις δούλες τους. Μια φορά κάποιος άφησε έγκυο μια δούλη κάποιου πλουσίου. Όταν η κυρία της τη ρώτησε ποιος τη διέφθειρε, επειδή δεν ήθελε να το φανερώσει, είπε: «Ο Σαλός Συμεών με βίασε». Όταν ήρθε ο άγιος, όπως το συνήθιζε, στο σπίτι αυτό, του είπε η κυρία της κοπέλας: «Μπράβο, αββά Συμεών, διέφθειρες και άφησες έγκυο τη δούλη μου». Αμέσως γέλασε εκείνος, έσκυψε το κεφάλι του και χειρονομώντας με το δεξί του χέρι της έλεγε, έχοντας ενωμένα τα πέντε δάχτυλά του:

«Έλα, έλα, καημένη, θα σου γεννήσει και θα έχεις ένα μικρό Συμεώνη». Όσο χρόνο ήταν αυτή έγκυος, της κουβαλούσε ο αββάς Συμεών ψωμιά, κρέατα και ψάρια λέγοντας: «Φάε, γυναίκα μου». Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει, κοιλοπόνησε τρεις μέρες κινδυνεύοντας να πεθάνει. Είπε τότε η κυρία της στο Σαλό: «Προσευχήσου, αββά Συμεών, γιατί η γυναίκα σου δεν μπορεί να γεννήσει». Εκείνος της απάντησε χορεύοντας και χτυπώντας τα χέρια του: «Μα τον Ιησού, μα τον Ιησού, ταπεινή, δεν θα μπορέσει να γεννήσει το παιδί, αν δεν πει ποιος είναι ο πατέρας του». Όταν άκουσε αυτό η δούλη που κινδύνευε, ομολόγησε ότι συκοφάντησε τον αββά και φανέρωσε τον αληθινό πατέρα. Αμέσως τότε γέννησε. Θαύμασαν όλοι και, ενώ οι άνθρωποι του σπιτιού αυτού τον είχαν για άγιο, οι άλλοι έλεγαν: «Με τη βοήθεια του Σατανά μαντεύει, αφού είναι τελείως τρελός».

Δύο πατέρες σε κάποιο μοναστήρι κοντά στην Έμεσα συζητούσαν και προσπαθούσαν να εξηγήσουν γιατί έπεσε ο Ωριγένης, ο αιρετικός, τη στιγμή που είχε τιμηθεί με τέτοια γνώση και σοφία από το Θεό. Ο ένας έλεγε: «Η γνώση που είχε δεν ήταν από το Θεό, αλλά ήταν φυσικό πλεονέκτημα. Επειδή λοιπόν είχε φυσικά προσόντα, κυρίως όμως με την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και τη μελέτη των αγίων πατέρων όξυνε το νου του και έτσι μπόρεσε να γράψει τα βιβλία που έγραψε». Ο άλλος απαντούσε: «Δεν μπορεί κανείς μόνο με το φυσικό πλεονέκτημα του μυαλού να πει αυτά που εξέθεσε ο Ωριγένης, και μάλιστα στα εξαπλά* του». (Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα τα δέχεται αυτά ως αναγκαία η καθολική εκκλησία [«Ν»: εδώ εννοεί την Ορθόδοξη Εκκλησία, γιατί αυτή ονομαζόταν και ονομάζεται κανονικά Καθολική]). Ο άλλος αποκρινόταν πάλι: «Πίστεψέ με, υπάρχουν Έλληνες [=ειδωλολατρες] που απόκτησαν περισσότερη σοφία απ’ αυτόν και περισσότερα βιβλία έγραψαν. Τί λες; Πρέπει κι αυτούς να επαινέσουμε για τις φλυαρίες τους;» Επειδή δεν κατάφεραν τελικά να συμφωνήσουν, είπαν:

«Ακούμε από αυτούς που έρχονται από τους Αγίους Τόπους ότι η έρημος του Ιορδάνη έχει μεγάλους μοναχούς- ας πάμε σ’ αυτούς, για να μας διαφωτίσουν». Πήγαν λοιπόν στους Αγίους Τόπους και, αφού προσευχήθηκαν, προχώρησαν προς την έρημο της Νεκράς Θάλασσας, όπου είχαν εγκατασταθεί οι αείμνηστοι Ιωάννης και Συμεών. Δεν πήγε χαμένος ο κόπος τους, γιατί με τη βοήθεια του Θεού βρήκαν τον αββά Ιωάννη που είχε ήδη φτάσει σε μέτρα τελειότητας. Μόλις τους είδε, είπε: «Καλώς όρισαν αυτοί που άφησαν τη θάλασσα και ήρθαν στη λίμνη την ξερή, για να πάρουν νερό». Συζήτησαν αρκετή ώρα διάφορα πνευματικά θέματα και υστέρα του είπαν το λόγο που έκαναν μια τόσο μεγάλη πορεία. Τους είπε τότε: «Πατέρες, δεν απόκτησα ακόμη το χάρισμα να εξιχνιάζω τις βουλές του Θεού. Πηγαίνετε στο σαλό Συμεών, στη χώρα σας, και αυτός θα σας εξηγήσει κι αυτό και ό,τι άλλο θέλετε. Ακόμη να του πείτε να προσευχηθεί για τον Ιωάννη, για να τύχει κι αυτός δέκα».

Όταν πήγαν στην Έμεσα και ρώτησαν πού βρίσκεται εκεί κάποιος σαλός Συμεών, όλοι τους κορόιδευαν και έλεγαν: «Τί θέλετε από αυτόν πατέρες; Είναι άνθρωπος παράξενος κι όλους τους κάνει κακό και τους κοροϊδεύει, και προπαντός τους μοναχούς». Εκείνοι τον αναζήτησαν και τον βρήκαν στο μαγαζί ενός φουσκαρίου* να τρώει λούπινα σαν αρκούδα. Αμέσως ο ένας σκανδαλίστηκε και είπε μέσα του: «Αλήθεια, μεγάλο σοφό ήρθαμε να δούμε΄ πολλά έχει να μας πει». Όταν τον πλησίασαν και του είπαν «Ευλογείτε», τους λέει: «Κακώς ήρθατε, και αυτός που σας έστειλε είναι τρελός». Έπιασε τότε το αυτί αυτού που σκανδαλίστηκε και του έδωσε ένα τέτοιο μπάτσο, που φαινόταν για τρεις μέρες, και είπε: «Γιατί κατηγοράτε τα λούπινα; Σαράντα μέρες βράχηκαν. Ο Ωριγένης δεν τρώει από αυτά, γιατί μπήκε πολύ μέσα στη θάλασσα και δεν μπόρεσε να βγει και πνίγηκε στο βυθό». Έμειναν έκπληκτοι, γιατί τους τα προείπε όλα, και μάλιστα συμπλήρωσε: «Τα δέκα θέλει ο σαλός; Τρελός είναι κι αυτός σαν κι εσάς. Θα πάρεις, πέστε του, κλωτσιά στό καλάμι; Άντε, άντε, πηγαίνετε». Και αμέσως σήκωσε τη χύτρα με τη ζεστή φούσκα* καί τους έκαψε τα χείλη τους, για να μην μπορούν να πουν τα όσα τους είπε.

Κάποτε, που ήταν στο φουσκάριο, πήρε μία μέρα ένα πανδούρι* και άρχισε να παίζει σ’ ένα στενοσόκακο, όπου υπήρχε πνεύμα ακάθαρτο. Έπαιζε και έλεγε την ευχή του μεγάλου Νίκωνα, για να διώξει από τον τόπο εκείνο το πνεύμα, επειδή σε πολλούς είχε κάνει κακό. Όταν έφυγε το δαιμόνιο, πέρασε με τη μορφή Αιθίοπα από το μαγαζί και έσπασε όλα τα πήλινα και γυάλινα αντικείμενα. Επέστρεψε ο θαυμάσιος και λέει στη γυναίκα του αφεντικού του: «Ποιός τα έσπασε αυτά;» Εκείνη του απάντησε: «Ένας μαύρος καταραμένος ήρθε και τα έσπασε όλα». Της λέει γελώντας: «Κοντός κοντός;» Εκείνη του απαντάει: «Ναι, πράγματι, Σαλέ». Της λέει τότε: «Αλήθεια, εγώ τον έστειλα, για να τα σπάσει όλα». Όταν το άκουσε αυτό εκείνη, προσπάθησε να τον χτυπήσει. Αυτός όμως έσκυψε, πήρε χώματα, τα έριξε στα μάτια της και της είπε: «Δεν μπορείς να με πιάσεις΄ ή θα κοινωνείτε στην εκκλησία μου ή ο μαύρος θα τα σπάνει όλα κάθε μέρα». (Ήταν αιρετικοί «ακέφαλοι»*). Έφυγε ο άγιος και την άλλη μέρα ήρθε πάλι ο μαύρος την ίδια ώρα και τα έσπασε όλα. Κάτω από αυτήν την πίεση έγιναν ορθόδοξοι, έχοντας το Συμεών για φάρμακο. Δεν τολμούσαν να μιλήσουν σε κανέναν γι’ αυτόν, μολονότι ο Σαλός περνούσε κάθε μέρα από εκεί και τους κορόιδευε.

Κάποιος από τους τεχνίτες στην πόλη, κατάλαβε την αρετή του —τον είχε δει μια φορά να λούζεται και να συνομιλεί με δυο αγγέλους— και θέλησε να το κάνει γνωστό σ’ όλους. Ο τεχνίτης αυτός ήταν Εβραίος και βλασφημούσε πολύ το Χριστό. Παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο όσιος λέγοντάς του να μην πει σε κανέναν αυτό που είδε. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί ο Εβραίος θέλησε να πραγματοποιήσει την απόφασή του, αλλά παρουσιάστηκε μπροστά του ο όσιος, του ακούμπησε τα χείλη του και έχασε τη φωνή του, μη μπορώντας να πει τίποτε σε κανένα. Άρχισε να ακολουθεί τον αββά Συμεών κάνοντάς του νοήματα με το χέρι, για να τον κάνει να μιλήσει. Παρίστανε το σαλό ο αββάς και του απαντούσε κι αυτός με νοήματα σαν τρελός. Του έκανε νοήματα για να κλείσει το στόμα του. Ήταν φοβερό να τους βλέπει κανείς να κάνουν νοήματα ο ένας στον άλλο. Παρουσιάστηκε πάλι στο όνειρό του ο γέροντας και του λέει: «Ή θα βαπτιστείς ή θα μείνεις έτσι». Ο Εβραίος δεν θέλησε να υπακούσει΄ όταν όμως πέθανε ο αββάς Συμεών και είδε πόσο τον είχε τιμήσει ο Θεός και ότι μετατέθηκε το λείψανό του, τότε βαπτίστηκε ο ίδιος κι όλη η οικογένειά του. Και όταν βγήκε από την κολυμβήθρα, βρήκε αμέσως τη μιλιά του. Τελούσε και τη μνήμη του Σαλού κάθε χρόνο και προσκαλούσε και τους φτωχούς.

Σε τέτοια μέτρα καθαρότητας και απάθειας έφτασε ο μακάριος, ώστε πολλές φορές χόρευε κρατώντας θεατρίνες με το ένα και το άλλο χέρι. Ακόμη πολλές φορές βρισκόταν μέσα στο πλήθος και έπαιζε, και μερικές φορές οι άσεμνες γυναίκες έβαζαν τα χέρια τους στον κόρφο του και τον πείραζαν, του έδιναν μπάτσους και τον τσιμπούσαν. Ο γέροντας, σαν καθαρός χρυσός, καθόλου δεν μολύνονταν από αυτές. Όπως έλεγε, όταν στην έρημο είχε το σαρκικό πόλεμο, παρακάλεσε το Θεό και τον όσιο Νίκωνα, να τον ανακουφίσει από τον πόλεμο της πορνείας. Είδε τότε όραμα, ότι ήρθε ο αοίδιμος και του είπε: «Πώς είσαι αδελφέ;» Εκείνος του απάντησε: «Άσχημα, αν δεν προφτάσεις, γιατί η σάρκα με ενοχλεί, και δεν ξέρω γιατί». Χαμογέλασε τότε ο θαυμάσιος Νίκων, πήρε νερό από τον άγιο Ιορδάνη, το σταύρωσε, τον ράντισε κάτω από τον αφαλό και του είπε: «Να, έγινες υγιής». Από τότε, όπως διαβεβαίωνε, δεν αισθανόταν πύρωση ή κίνηση σωματική ούτε στον ύπνο του ούτε στο ξύπνο. Έχοντας θάρρος από αυτό κατέβηκε στον κόσμο ο γενναίος, για να συμπαρασταθεί και να σώσει τους πολεμουμένους. Μερικές φορές έλεγε στις πόρνες: «Θέλεις να γίνεις φίλη μου και να σου δίνω εκατό νομίσματα;» Πολλές δελεάζονταν και συμφωνούσαν, τη στιγμή μάλιστα που τις έδειχνε και τα χρήματα. Είχε ο όσιος όσα ήθελε, γιατί του χορηγούσε αοράτως ο Θεός για τον άγιο σκοπό του. Όσες μάλιστα έπαιρναν τα χρήματα τις έβαζε να ορκιστούν ότι θα του είναι πιστές.

Όλα όσα έκανε τα κάλυπτε με τρελή και παράξενη συμπεριφορά, αλλά δεν είναι δυνατόν τα λόγια να αποδώσουν την πραγματικότητα. Πότε λόγου χάρη έκανε τον κουτσό, πότε χοροπηδούσε, πότε σερνόταν σαν ανάπηρος και πότε έβαζε τρικλοποδιά σε κάποιο που έτρεχε και τον έριχνε κάτω. Όταν έβγαινε το καινούργιο φεγγάρι έκανε πως κοιτούσε στον ουρανό και έπεφτε κάτω και κλωτσούσε. Μερικές φορές κραύγαζε σαν δαιμονισμένος, γιατί υποστήριζε ότι από όλα τα φερσίματα αυτό ήταν το πιο κατάλληλο και ταιριαστό για κείνους πού προσποιούνται μωρία για το Χριστό. Πολλές φορές μ’ αυτόν τον τρόπο έλεγχε, σταματούσε αμαρτίες, έστελνε δοκιμασίες σε ορισμένους για να τους διορθώσει, όπως επίσης προέλεγε ορισμένα πράγματα και έκανε όσα ήθελε, με μόνη την αλλαγή της φωνής και των κινήσεών του.

Αν καμιά φορά παρέβαινε τη συμφωνία τους κάποια από τις «φίλες» του, αμέσως το καταλάβαινε με το πνεύμα του ότι πόρνευσε, και έλεγε φωνάζοντας δυνατά: «Παράβηκες, παράβηκες. Αγία, αγία δώσ’ της», και ή προσευχόταν να της έρθει κάποια βαριά ασθένεια ή πολλές φορές, αν εξακολουθούσε να πορνεύει, της έστελνε και δαίμονα ακόμη. Έτσι ανάγκαζε όλες να σωφρονούν και να μην παραβαίνουν τη συμφωνία τους.

Έμεινε κοντά στην Έμεσα κάποιος άρχοντας, κι όταν άκουσε για τον άγιο, είπε: «Πιστέψτε με, αν τον δω, θα καταλάβω αν προσποιείται ή αν είναι πράγματι τρελός». Πήγε λοιπόν στην πόλη και κατά σύμπτωση τον βρήκε την ώρα που μια γυναίκα τον κρατούσε και μια άλλη τον χτυπούσε με λουρί. Αμέσως σκανδαλίστηκε και σκέφτηκε στα Συριακά: «Άραγε ο ίδιος ο Σατανάς δεν το πιστεύει ότι αυτός ο ψευτοαββάς πορνεύει με αυτές τις γυναίκες;» Αμέσως ο όσιος τις άφησε και πλησίασε τον άρχοντα που βρισκόταν σε απόσταση όσο ρίχνει κανείς μια πέτρα και του έδωσε ένα χαστούκι. Γύμνωσε ύστερα τα ρούχα του και του είπε χορεύοντας και σφυρίζοντας: «Έλα παίξε, ταλαίπωρε΄ εδώ δεν υπάρχει δόλος». Κατάλαβε τότε εκείνος ότι ο όσιος αντιλήφθηκε τις σκέψεις του και θαύμασε. Και όταν πήγαινε να το πει σε κανέναν, δενόταν η γλώσσα του και δεν μπορούσε να μιλήσει.

Είχε και το χάρισμα της εγκράτειας, όσο λίγοι άγιοι. Όταν ερχόταν η Μεγάλη Σαρακοστή, δεν έτρωγε τίποτε μέχρι τη Μεγάλη Πέμπτη. Από το πρωί όμως της Μεγάλης Πέμπτης καθόταν στο ζαχαροπλαστείο κι έτρωγε, με αποτέλεσμα να σκανδαλίζονται όσοι τον έβλεπαν, επειδή δεν νήστευε ούτε την Μεγάλη Πέμπτη. Ο διάκονος Ιωάννης όμως ήξερε ότι ο Θεός τον φώτιζε για να ενεργεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Μια φορά που τον είδε να τρώει από το πρωί της Μ. Πέμπτης στο ζαχαροπλαστείο, του λέει: «Πόσο θα σου κοστίσει αυτό, Σαλέ;» Εκείνος πήρε τότε στο χέρι του σαράντα νομίσματα και του λέει: «Είναι γεμάτο το πουγγί μου, ταλαίπωρε», εννοώντας ότι έχει να φάει σαράντα μέρες.

Ήταν σε κάποιο δρόμο της πόλεως ένας δαίμονας. Μια μέρα που περνούσε από εκεί ο όσιος τον είδε που ήθελε να χτυπήσει κάποιον από τους περαστικούς. Πήρε τότε στην αγκαλιά του πέτρες και άρχισε να τις πετάει εδώ κι εκεί στην αγορά, εμποδίζοντας έτσι όσους ήθελαν να περάσουν. Πέρασε όμως ένα σκυλί, το χτύπησε ο δαίμονας και άρχισε να αφρίζει. Τότε είπε σ’ όλους ο όσιος: «Περάστε τώρα, ανόητοι». Ήξερε ο πάνσοφος ότι, αν περνούσε άνθρωπος, αυτόν θα χτυπούσε ο δαίμονας αντί του σκύλου, και γι’ αυτό τους εμπόδισε να περάσουν.

Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, ο σκοπός του πάνσοφου Συμεών ήταν πρώτα να σώσει ψυχές, είτε με τιμωρίες, που προκαλούσε με κωμικό τρόπο ή με μέθοδο, είτε με θαύματα, που έκανε παριστάνοντας τον ανόητο, είτε με νουθεσίες, που τις έλεγε κάνοντας τον τρελό΄ και έπειτα να μη γίνει γνωστή η αρετή του και αποκτήσει έπαινο και τιμές από τους ανθρώπους.

Μια μέρα χόρευαν και γελούσαν σε ένα δρόμο κάτι κορίτσια και αποφάσισε να περάσει από εκεί. Όταν τον είδαν άρχισαν να κατηγορούν τους μοναχούς. Ο δίκαιος για να τις σωφρονίσει, προσευχήθηκε και αμέσως ο Θεός τις τύφλωσε όλες. Άρχισαν τότε να λένε τι τις συνέβη και κατάλαβαν ότι αυτός τις τύφλωσε και άρχισαν να τρέχουν ξοπίσω του κλαίγοντας και φωνάζοντας: «Λύσε τα μάγια, Σαλέ, λύσε τα μάγια», γιατί νόμιζαν ότι τις τύφλωσε με μάγια. Τον έφτασαν, τον κράτησαν με τη βία και τον εξόρκιζαν να λύσει αυτό που έδεσε. Τις λέει λοιπόν παίζοντας: «Όποια από σας θέλει να γίνει καλά, ας έρθει να φιλήσω το μάτι της που τυφλώθηκε και θα γίνει καλά». Όσες θέλησε ο Θεός να γίνουν καλά, έλεγε ο όσιος, δέχτηκαν.

Οι υπόλοιπες που δεν δέχτηκαν να τις φιλήσει, έμειναν έτσι κλαίοντας. Έφυγε τότε ο όσιος από κοντά τους, αλλά μετά από λίγο άρχισαν και οι υπόλοιπες να τρέχουν από πίσω του φωνάζοντας: «Σταμάτα, Σαλέ, σταμάτα, για το όνομα του Θεού σταμάτα και φίλησε και μας». Και έβλεπε κανείς να τρέχει μπροστά ο γέροντας και τα κορίτσια από πίσω του. Άλλοι έλεγαν ότι παίζουν μαζί του, άλλοι σκέφτονταν ότι τρελάθηκαν και τα κορίτσια. Έμειναν λοιπόν έτσι αθεράπευτα για πάντα. Έλεγε ο όσιος γι’ αυτό: «Αν δεν τις στράβωνε ο Θεός, θα ξεπερνούσαν στην ασωτία όλες τις γυναίκες τις Συρίας. Έτσι με την αρρώστια των ματιών τους γλυτώνουν από τα πολλά τους κακά».

Μια φορά τον κάλεσε σε γεύμα ο φίλος του ο διάκονος Ιωάννης και κρέμονταν εκεί λαρδιά. Άρχισε τότε ο αββάς Συμεών να κόβει και να τρώει ωμό λαρδί. Ο πάνσοφος Ιωάννης, επειδή δεν ήθελε να μιλήσει δυνατά, πήγε κοντά στο αυτί του και του λέει: «Δεν με σκανδαλίζεις, κι αν ακόμη φας ωμό κρέας καμήλας. Κάνε ό,τι θέλεις λοιπόν». Γνώριζε βέβαια την αρετή του Σαλού, γιατί ήταν κι αυτός πνευματικός άνθρωπος.

Πήγαν κάποτε μερικοί Εμεσηνοί στους Αγίους Τόπους για να γιορτάσουν το Άγιο Πάσχα. Ο ένας από αυτούς, που ήταν έμπορος, κατέβηκε στον άγιο Ιορδάνη για να προσευχηθεί. Καθώς περνούσε από τις σπηλιές των ασκητών, έδινε στους πατέρες ευλογίες*. Συνέβη να συναντήσει κατ’ οικονομία Θεού τον αββά Ιωάννη, τον αδελφό του αββά Συμεών, στην έρημο. Μόλις τον είδε ο έμπορος, έπεσε στο έδαφος ζητώντας να πάρει την ευχή του. Τον ρωτάει ο αββάς Ιωάννης: «Από που είσαι;» Του απαντάει εκείνος: «Από την Έμεσα, πάτερ». Του λέει τότε: «Τί ζητάς από εμένα τον φτωχό, αφού έχεις εκεί τον αββά Συμεών το λεγόμενο Σαλό; Κι εγώ και όλος ο κόσμος έχουμε ανάγκη από τις ευχές του». Πήρε τον έμπορο μέσα στη σπηλιά του ο αββάς Ιωάννης και του έκανε πλούσιο τραπέζι. Από το Θεό ήταν όλα όσα είχε. Πώς αλλιώς να βρεθούν στην ξερή εκείνη έρημο καθαρά ψωμιά, ζεστά τηγανιτά ψάρια, καλό κρασί και καλοδουλεμένη στάμνα; Αφού έφαγαν και χόρτασαν, του έδωσε τρία ψωμιά ζεστά, που κι αυτά ήταν από το Θεό, και του λέει: «Δώσ’ τα στο Σαλό και πες του από μένα΄ «Για τήν αγάπη του Κυρίου, να εύχεσαι για τον αδελφό σου Ιωάννη»». Κατ’ οικονομία Θεού, όταν πήγε ο έμπορος στην Έμεσα, τον συνάντησε στην πύλη της πόλεως ο αββάς Συμεών και του λέει:

«Τί γίνεται τρελέ; Πώς είναι ο σαλός, ο όμοιός σου, ο αββάς Ιωάννης; Μήπως έφαγες τα ψωμιά πού σου έδωσε; Πράγματι, αν τα έφαγες και τα τρία, δύσκολα θα τα χωνέψεις». Εκείνος θαύμασε, όταν άκουσε όλα όσα ο ίδιος ήθελε να του πει. Τον πήρε μέσα στο καλύβι του ο Σαλός και, όπως έλεγε αργότερα ο έμπορος, του πρόσφερε τα ίδια ακριβώς που του είχε προσφέρει κι ο αββάς Ιωάννης. Ακόμη και το μέγεθος της στάμνας ήταν το ίδιο. Έλεγε ακόμη: «Όταν φάγαμε, του έδωσα τα τρία ψωμιά και έφυγα για το σπίτι μου. Ντρεπόμουν να πω τίποτα σε κανένα γι’ αυτόν, γιατί όλοι, τον είχαν σίγουρα για τρελό».

Είπαμε πιο πάνω, ότι έκανε κάποιο θαύμα στον θεοφιλή εκείνον άνθρωπο, που μας διηγήθηκε και το βίο του. Το θαύμα αυτό έχει ως εξής. Κάποιοι κακούργοι, έκαναν ένα φόνο και παίρνοντας το πτώμα το έριξαν από μια μικρή πόρτα μέσα στο σπίτι του θεοφιλέστατου Ιωάννη. Επειδή έγινε μεγάλη αναταραχή, έφτασε η είδηση στον άρχοντα και αυτός αποφάσισε να απαγχονιστεί ο Ιωάννης. Καθώς τον πήγαιναν για να τον θανατώσουν, τίποτε άλλο δεν έλεγε μέσα του παρά μόνο: «Θεέ του Σαλού, βοήθησέ με. Θεέ του Σαλού, στάσου κοντά μου την ώρα αυτή». Επειδή ήταν θέλημα Θεού να σωθεί από αυτή την συκοφαντία, πήγε κάποιος στον αββά Συμεών και του λέει: «Φτωχέ, το φίλο σου εκείνον τον Ιωάννη, πάνε να τον κρεμάσουν κι αν πεθάνει, θα πεθάνεις και συ από την πείνα, γιατί κανείς δεν σε φροντίζει όπως εκείνος». Του διηγήθηκε ακόμη και τα σχετικά με το φόνο. Αφού προσποιήθηκε πάλι, όπως συνήθιζε, τον τρελό, τον άφησε και πήγε σ’ ένα κρυφό μέρος, που πάντοτε προσευχόταν, και που κανείς δεν το ήξερε παρά μόνο ο φίλος του, ο ευσεβής Ιωάννης. Εκεί γονάτισε και παρακαλούσε το Θεό να γλυτώσει το δούλο Του από ένα τόσο μεγάλο κίνδυνο.

Όταν έφτασαν αυτοί που θα τον κρεμούσαν στον τόπο που θα έστηναν την κρεμάλα, ήρθαν τρέχοντας καβαλάρηδες και είπαν να τον αφήσουν ελεύθερο, γιατί είχαν βρεθεί οι πραγματικοί δολοφόνοι. Όταν τον άφησαν ελεύθερο, πήγε αμέσως στο μέρος που ήξερε ότι προσεύχεται πάντοτε ο αββάς Συμεών. Τον είδε από μακριά με τα χέρια υψωμένα στον ουρανό και φοβήθηκε. Ορκιζόταν ότι έβλεπε πύρινες σφαίρες να ανεβαίνουν από αυτόν στον ουρανό και αυτόν στο μέσο ενός καμινιού που έκαιγε γύρω του ώστε δεν τολμούσε να πλησιάσει, μέχρι που τελείωσε την προσευχή του.

Γύρισε τότε το κεφάλι του ο όσιος, τον είδε και αμέσως του λέει: «Τί γίνεται, διάκονε; Μα τον Ιησού, μα τον Ιησού, παρά λίγο θα το έπινες κι αυτό. Πήγαινε τώρα να προσευχηθείς. Σου έγινε αυτός ο πειρασμός, γιατί ήρθαν χθες σ’ εσένα οι δύο εκείνοι φτωχοί και, ενώ ήσουν σε θέση να τους βοηθήσεις, δεν το έκανες. Μήπως είναι δικά σου τα όσα δίνεις, αδελφέ; Ή δεν πιστεύεις σ’ Αυτόν που είπε ότι εκατονταπλάσια θα πάρετε σ’ αυτήν τη ζωή και στην άλλη θα κληρονομήσετε την αιωνιότητα (Ματθ. 19, 29); Αν τον πιστεύεις, δίνε. Αν δεν δίνεις, είναι ολοφάνερο ότι δεν πιστεύεις στον Κύριο». Να λόγια σαλού, μάλλον σοφού αγίου. Μπροστά στο διάκονο Ιωάννη, όταν ήταν μόνοι τους, δεν προσποιόταν τον σαλό, αλλά του μιλούσε με τόσο ωραίο τρόπο και τόση κατάνυξη, που πολλές φορές, όπως διαβεβαίωνε ο ίδιος ο διάκονος, «έβγαινε ευωδία από το στόμα του, και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είναι ο πριν από λίγο Σαλός».

Μπροστά στους άλλους συμπεριφερόταν διαφορετικά. Μερικές φορές την Κυριακή έπαιρνε μια σειρά λουκάνικα, τα φορούσε για ωράριο και κρατώντας στο αριστερό του χέρι σινάπι τα βουτούσε και τα έτρωγε από το πρωί. Μερικούς απ’ αυτούς που έρχονταν να παίξουν μαζί του τους άλειφε στο στόμα με το σινάπι. Κάποτε που ήρθε να παίξει μαζί του κάποιος χωρικός, που είχε άσπρα λευκώματα στα δυό του μάτια, τον άλειψε με το σινάπι στα μάτια και του είπε, καθώς αυτός ένιωθε αφόρητους πόνους: «Πήγαινε να πλυθείς, τρελέ, με ξύδι και σκόρδα και θα γίνεις αμέσως καλά». Εκείνος πήγε στους γιατρούς, πιστεύοντας ότι κάτι θα πετύχει, αλλά τυφλώθηκε περισσότερο. Τελικά, από την μανία του, ορκίστηκε στα Συριακά: «Μα το Θεό τ’ ουρανού, θα κάνω ό,τι μου είπε ο Σαλός κι ας πεταχτούν έξω τα μάτια μου»΄ και αφού πλύθηκε όπως του είχε πει, θεραπεύτηκαν τελείως τα μάτια του και έγιναν καθαρά, όπως ήταν όταν γεννήθηκε, και δόξαζε το Θεό. Όταν τον συνάντησε ο Σαλός του λέει: «Είδες, έγινες καλά, τρελέ΄ να μη κλέβεις άλλη φορά τα γίδια του γείτονά σου».

Είχαν κλέψει από κάποιον στην Έμεσα πεντακόσια νομίσματα και, ενώ τα αναζητούσε, συνάντησε τον αββά Συμεών. Θέλοντας να αλλάξει διάθεση, του λέει: «Μπορείς να κάνεις τίποτα, τρελέ, για να βρεθούν τα χρήματά μου;» Του απαντάει εκείνος: «Αν θέλεις, ναί». Λέει πάλι ο άλλος: «Κάνε, κι αν βρεθούν, θα σου δώσω δέκα». Του λέει ο Σαλός: «Αν κάνεις ό,τι σου πω, θα τα βρεις στο ντουλάπι σου αυτήν την νύχτα». Διαβεβαίωσε με όρκους ότι θα κάνει ό,τι του πει, αρκεί μόνο να μη του πει τίποτε το παράλογο. Του λέει τότε ο όσιος: «Πήγαινε, τα χρήματά σου τα πήρε ο δούλος σου, που σε υπηρετεί στο τραπέζι. Να μου ορκιστείς όμως, ότι δεν θα δέρνεις ούτε αυτόν ούτε κανέναν άλλο μέσα στο σπίτι σου». Το είπε αυτό ο άγιος, γιατί έδερνε πολύ.

Εκείνος νόμισε ότι του είπε να μη δείρει κανένα για τα νομίσματα. Ο αββάς όμως του είπε να μη δείρει ποτέ κανέναν. Έδωσε λοιπόν το λόγο του και έκανε φρικτούς όρκους, ότι δεν θα δέρνει κανέναν. Πήγε ύστερα και βρήκε το δούλο του και με το καλό του πήρε τα χρήματά του. Από τότε, όσες φορές πήγαινε να δείρει κάποιον, δεν μπορούσε και αμέσως πιανόταν το χέρι του. Καταλάβαινε τότε κι έλεγε: «Αυτό το παθαίνω από το Σαλό». Πήγαινε λοιπόν και του έλεγε: «Λύσε, Σαλέ, τον όρκο». Εκείνος παρίστανε τον τρελό και έκανε ότι δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. Επειδή επέμενε να τον ενοχλεί, παρουσιάστηκε στον ύπνο του και του λέει: «Αν λύσω τον όρκο, θα λύσω και το πορτοφόλι σου και θα σκορπίσω όλα τα χρήματά σου. Δεν συμπεριφέρεσαι άσχημα με το να θέλεις να δέρνεις τους συνδούλους σου, οι οποίοι πηγαίνουν πριν από σένα στη μέλλουσα ζωή;». Όταν λοιπόν είδε αυτά, έπαψε να τον ενοχλεί.

Συμπονούσε τους δαιμονισμένους περισσότερο από κάθε άλλον, ώστε πήγαινε μερικές φορές και εξομοιωνόταν με αυτούς και ζώντας μαζί τους θεράπευε με την προσευχή του πολλούς από αυτούς΄ και γι’ αυτό μερικοί δαιμονισμένοι κραύγαζαν και έλεγαν: «Κακό που μας βρήκε, Σαλέ! Όλο τον κόσμο περιπαίζεις και ήρθες και σ’ εμάς να μας παιδεύεις; Φύγε από δω, δεν είσαι σαν κι εμάς. Γιατί μας βασανίζεις και μας καις όλη την νύχτα;». Όταν ήταν μαζί τους ο όσιος, κραύγαζε σαν δαιμονισμένος, ελέγχοντας με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, άλλους ότι είχαν κλέψει, άλλους ότι είχαν πορνεύσει΄ άλλους τους κατηγορούσε φωνάζοντας ότι δεν κοινωνούσαν συχνά, άλλους τους έλεγχε γιατί ήταν επίορκοι, και έτσι μ’ αυτόν τον τρόπο εμπόδιζε όλη την πόλη να κάνει αμαρτίες.

Ήταν εκείνο τον καιρό μια γυναίκα μάντισσα που έκανε φυλαχτά και ξόρκια. Ο δίκαιος σχεδίαζε να αποκτήσει φιλία μαζί της δίνοντάς της είτε χρήματα είτε ψωμιά είτε ρούχα, όσα συγκέντρωνε από αυτούς που του έδιναν. Μια μέρα της λέει: «Θέλεις να σου κάνω εγώ ένα φυλαχτό, για να μη σε πιάνει ποτέ το μάτι;» Δέχτηκε εκείνη με τη σκέψη ότι, κι αν ακόμη είναι σαλός, ίσως μπορεί να το κάνει. Πήγε λοιπόν κι έγραψε σε μια μικρή πινακίδα στα Συριακά: «Να καταργήσει ο Θεός τη δύναμή σου και να σε σταματήσει να οδηγείς σ’ εσένα τους ανθρώπους, αποστρέφοντάς τους από Αυτόν». Της το έδωσε και το φόρεσε και από τότε δεν μπόρεσε να κάνει σε κανένα ούτε μαντεία ούτε φυλαχτό.

Μια φορά πάλι καθόταν μαζί με άλλους και ζεσταινόταν κοντά στο καμίνι ενός υαλουργού, που ήταν εβραίος. Σε μια στιγμή λέει στους φτωχούς παίζοντας: «Θέλετε να σας κάνω να γελάσετε; Να, για κάθε ποτήρι που κάνει ο τεχνίτης, θα κάνω το σημείο του σταυρού και θα σπάνε». Όταν έσπασε το ένα μετά το άλλο εφτά ποτήρια, άρχισαν οι φτωχοί να γελάνε. Το είπαν όμως στον υαλουργό κι εκείνος τον έκαψε και τον έδιωξε. Καθώς έφευγε, του φώναξε: «Αλήθεια, νόθε, μέχρι να κάνεις σταυρό στο μέτωπο σου, όλα θα σπάζουν». Έσπασε πάλι άλλα δεκατρία το ένα μετά το άλλο- συγκλονίστηκε τότε ο Εβραίος, έκανε σταυρό στο μέτωπό του, και δεν έσπασε πια τίποτε. Ύστερα απ’ αυτό πήγε κι έγινε χριστιανός.

Κάποτε δέκα δημότες έπλεναν τα ρούχα τους έξω από την πόλη. Περνώντας από εκεί ο μακάριος τους λέει: «Ελάτε, τρελοί, και θα σας προσφέρω πλουσιοπάροχο γεύμα». Οι πέντε από αυτούς είπαν: «Ξέρει ο Θεός, ας πάμε». Οι υπόλοιποι τους εμπόδιζαν λέγοντας: «Ναι, από το τίποτα θα μας κάνει το τραπέζι. Από που έχει αυτός; Αυτός ζητιανεύει από πόρτα σε πόρτα. Μόνο να μας καθυστερήσει θέλει». Οι πέντε τέλος τον πίστεψαν και πήγαν μαζί του. Τους λέει: «Μείνετε εδώ», και αφού τους άφησε, πήγε πιο μακριά και προσευχήθηκε χωρίς να τον βλέπουν. Τότε είπαν εκείνοι: «Πράγματι μας κορόιδεψε. Μάλλον χορτάρι θέλει να μας φέρει ο αββάς Συμεών, για να βοσκήσουμε». Ενώ έλεγαν αυτά, τον βλέπουν να τους κάνει νόημα για να πάνε κοντά του.

Είχε προσευχηθεί, όπως είπαμε, και τους είχε ετοιμάσει τα πάντα, με τη δύναμη του Θεού. Όταν πήγαν κοντά του βρήκαν να έχει μπροστά του, με τη δύναμη του Κυρίου, ψωμιά, πίτα, κεφτέδες, ψάρια, εξαιρετικό κρασί, γλυκά και ό,τι άλλο επιθυμητό υπάρχει. Όταν έφαγαν, τους είπε: «Πάρτε, κακόμοιροι, και για τις γυναίκες σας και, αν στο εξής γίνεται φρόνιμοι πολίτες, δεν θα λείψουν αυτά από τα σπίτια σας μέχρι να πεθάνω». Όταν έφυγαν, είπαν συζητώντας αναμεταξύ τους: «Ας δοκιμάσουμε μια εβδομάδα και αν δεν μας λείψουν, δεν θα δημιουργήσουμε με τους συντρόφους μας προβλήματα στους συμπολίτες μας. Όταν είδαν ότι δεν τελείωναν τα τρόφιμα, μολονότι καθημερινά ξόδευαν από αυτά, δεν έκαναν πια τίποτε το κακό. Οι τρεις μάλιστα από αυτούς έγιναν μοναχοί, επειδή είχαν κατανυγεί από τη ζωή του Σαλού. Όσο όμως ήταν ζωντανός ο Σαλός, δεν μπορούσαν να πουν σε κανέναν τίποτε.

Αξίζει ακόμη να προσθέσουμε στη διήγηση, τι έκανε ο όσιος σε κάποιον φτωχό, αλλά αγαθό μουλαρά. Έκανε ελεημοσύνες ο μουλαράς, αλλά εξαιτίας διαφόρων γεγονότων φτώχαινε. Μια μέρα που πήγαινε να φέρει κρασί, για το σπίτι του και για πούλημα, τον συναντάει ο μακάριος και του λέει: «Πού πάς τρελέ;» Είχε πάντα αυτή τη λέξη στο στόμα του, σε ανάλογες περιπτώσεις. Του απαντάει εκείνος: «Για κρασί, Σαλέ». Του αποκρίθηκε ο αββάς Συμεών: «Φέρε και γλιχώνι* όταν θα έρθεις». Ο μουλαράς το θεώρησε αυτό κακό σημάδι και έλεγε από μέσα του, καθώς πήγαινε: «Άραγε ποιος σατανάς μού ‘στειλε πρωί – πρωί τον αββά αυτόν να μου ζητήσει να του φέρω γλιχώνι; Πράγματι, θα γίνει γρουσουζιά στο κρασί και ή ξυνίζει ή δεν ξέρω κι εγώ τι».

Όταν γύρισε φέρνοντας πολύ καλό κρασί, από τη χαρά του ξέχασε να φέρει γλιχώνι. Τον συνάντησε ο αββάς Συμεών στην πόρτα και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Έφερες το γλιχώνι;» Του λέει εκείνος: «Αλήθεια, καημένε, το ξέχασα». Του λέει ο αββάς χαμογελώντας: «Πήγαινε, η υπόθεσή σου τακτοποιήθηκε».

Όταν λοιπόν πήγε να τακτοποιήσει τα ασκιά, βρήκε μέσα σ’ αυτά ξύδι που και να το μύριζε ακόμα άνθρωπος, θα πέθαινε. Τότε κατάλαβε ότι ο Σαλός αββάς το έκανε και άρχισε να λέει: «Αλήθεια, τώρα κιόλας θα πάω για γλιχώνι». Πήγε τρέχοντας στο Σαλό και τον παρακαλούσε: «Λύσε, Σαλέ, αυτό που έκανες». Πίστευε ότι, όπως ακριβώς ο ταχυδακτυλουργός κάνει οφθαλμαπάτη, το ίδιο έκανε κι αυτός. Τον ρωτάει εκείνος: «Τί έκανα;» Του απαντάει ο μουλαράς: «Αγόρασα καλό κρασί και έγινε ξύδι σε δυο ώρες». Του λέει τότε ο όσιος: «Μη σε νοιάζει. Πήγαινε, πήγαινε κι άνοιξε φέτος μαγαζί να πουλάς φούσκα* και σε συμφέρει». Ο σκοπός και η ευχή του γέροντα ήταν να ευλογηθεί ο κόπος του μουλαρά, γιατί έκανε ελεημοσύνες. Από την άλλη πάλι δεν ήθελε να κάνει τίποτε φανερά, αλλά όλα τα έκανε παίζοντας. Κατανύχθηκε τότε ο μουλαράς και είπε: «Και ευλογητός ο Θεός, θα το κάνω». Άνοιξε μαγαζί και τον ευλόγησε ο Θεός. Αντί όμως να ευγνωμονεί το Σαλό, του κρατούσε κακία, γιατί δεν καταλάβαινε τι του έκανε. Σε τελευταία ανάλυση όμως ήταν ο Θεός που κάλυπτε το σκοπό του αββά Συμεών.

Κάποτε αρρώστησε ένας από τους μεγιστάνες της πόλεως. Είχε τη συνήθεια ο όσιος να πηγαίνει και να παίζει στο σπίτι του. Όταν η κατάστασή του χειροτέρεψε και κόντευε να πεθάνει, έβλεπε στον ύπνο του πως παίζει τάβλι με ένα μαύρο. Αυτός ήταν ο θάνατος. Ήταν η σειρά του αρρώστου να ρίξει, κι αν δεν έριχνε τρεις φορές έξι, θα έχανε. Του παρουσιάστηκε στον ύπνο του ο αββάς Συμεών και του λέει: «Τί γίνεται, τρελέ; Αλήθεια, θα σε νικήσει τώρα αυτός ο μαύρος. Δώσε μου το λόγο σου ότι δεν θα απατήσεις άλλη φορά τη γυναίκα σου, κι εγώ θα ρίξω για σένα και δεν θα σε νικήσει». Ορκίστηκε τότε αυτός, και ο όσιος πήρε τα ζάρια, έριξε κι έπεσαν τρεις φορές έξι. Όταν ξύπνησε ο άρρωστος, πήγε ο Σαλός στο σπίτι του και του λέει: «Καλή ζαριά έριξες, ανόητε. Πίστεψέ με όμως, αν παραβείς τον όρκο σου, θα σε πνίξει εκείνος ο μαύρος». Και αφού έβρισε αυτόν κι όσους ήταν στο σπίτι, έφυγε τρέχοντας.

Στο καλύβι του (είχε καλύβι για να κοιμάται η μάλλον για να αγρυπνεί τις νύχτες) δεν είχε απολύτως τίποτα ο σοφός παρά μόνο μια αγκαλιά κληματσίδες. Πολλές φορές, ενώ προσευχόταν όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί βρέχοντας το χώμα με τα δάκρυά του, έβγαινε το πρωί, έκοβε ένα κλωνάρι ελιάς ή χόρτα, έκανε στεφάνι, το φορούσε και κρατώντας και στο χέρι του ένα κλαδί χόρευε φωνάζοντας: «Νίκες για το βασιλιά και την πόλη». Με την «πόλη» εννοούσε την ψυχή, ενώ με το «βασιλιά» εννοούσε το νου.

Είχε ακόμη ζητήσει από το Θεό ο άγιος να μη μεγαλώσουν τα μαλλιά του ούτε τα γένια του, μήπως κόβοντάς τα φανεί ότι προσποιείται το Σαλό. Γι’ αυτό, όσο χρόνο παρέμεινε σ’ αυτήν την πόλη, κανείς δεν είδε να μεγαλώνουν τα μαλλιά του ή να τα κόψει.

Πολλές φορές είχε κάνει εκτεταμένες και ωφέλιμες συζητήσεις μόνο με τον Ιωάννη το διάκονο και απειλούσε ότι, αν τον φανερώσει, θα βασανιστεί πάρα πολύ στην άλλη ζωή. Όταν του διηγήθηκε όλη τη ζωή του, δυο μέρες πριν φύγει από αυτήν τη ζωή, του έλεγε: «Σήμερα πήγα στον αδελφό Ιωάννη και τον βρήκα να έχει προκόψει πολύ, με τη βοήθεια του Θεού, και χάρηκα. Τον είδα να φοράει στεφάνι με την επιγραφή «στεφάνι υπομονής της ερήμου». Και μου λέει εκείνος ο ευλογημένος: «Είδα, καθώς ήρθες, κάποιον να σου λέει: «Έλα, έλα, Σαλέ, για να πάρεις όχι ένα στεφάνι, αλλά τα στεφάνια των ψυχών που μου πρόσφερες»». Ξέρω, αρχιδιάκονε ότι δεν είδε τίποτα τέτοιο για μένα, αλλά μου έκανε φιλοφρόνηση. Τρελός και παλαβός άνθρωπος τί μισθό μπορεί να έχει;».

Του έλεγε ακόμη: «Σε ικετεύω να μην περιφρονήσεις ποτέ κανέναν και μάλιστα μοναχό ή φτωχό σ’ οποιαδήποτε κατάσταση κι αν τον δεις. Γνωρίζει η αγάπη ότι υπάρχουν φτωχοί και κυρίως τυφλοί, που έχουν καθαριστεί και λάμπουν σαν τον ήλιο με την υπομονή τους και τα βάσανά τους. Πόσους ντόπιους γεωργούς δεν είδα πολλές φορές στην πόλη να πηγαίνουν να κοινωνήσουν και να είναι πιο καθαροί κι από το χρυσάφι, επειδή ήταν άκακοι, απερίεργοι και επειδή έτρωγαν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους. Μη με κατηγορήσεις κύριέ μου, γι’ αυτά που σου λέω. Γιατί η αγάπη μου για σένα με ώθησε να σου διηγηθώ όλη την αμέλεια της αξιοθρήνητής μου ζωής. Να ξέρεις ότι και σένα ο Κύριος θα σε πάρει γρήγορα κοντά Του. Φρόντισε την ψυχή σου μ’ όλη σου τη δύναμη, για να μπορέσεις να περάσεις ανεμπόδιστα ανάμεσα από τους σκοτεινούς κοσμοκράτορες στον αέρα (Εφεσ. 6, 12).

Γνωρίζει ο Κύριος πόση μέριμνα και φόβο έχω, μέχρις ότου απαλλαγώ από αυτούς. Αυτή είναι η «ημέρα η πονηρά» για την οποία μίλησαν ο Απόστολος (Εφεσ. 6, 13) και ο Δαυίδ (Ψαλμ. 40, 2). Γι’ αυτό σε παρακαλώ, παιδί μου και αδελφέ μου Ιωάννη, αγάπησε με όλη σου τη δύναμη, αν είναι δυνατόν πάνω από τη δύναμή σου, τον πλησίον σου με την ελεημοσύνη, γιατί αυτή η αρετή περισσότερο απ’ όλες θα μας βοηθήσει τότε. Γιατί λέει η Γραφή: «Είναι μακάριος ο άνθρωπος που φροντίζει το φτωχό και στερημένο΄ κατά την ημέρα την πονηρή θα τον σώσει ο Κύριος» (Ψαλμ. 40, 2). Ακόμη σε παρακαλώ να μη σταθείς ποτέ μπροστά στο άγιο θυσιαστήριο έχοντας μέσα σου τίποτε εναντίον κανενός, μήπως η αμαρτία σου κάνει και άλλους ανάξιους της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος».

Αυτά και άλλα πολλά του είπε, μερικά από τα οποία τον παρακάλεσε να μην τα πει ποτέ σε κανένα, επειδή δεν μπορούν να τα δεχτούν όλοι με πίστη. «Παρηγορήσου, γιατί μέσα σε τρεις μέρες θα πάρει κοντά Του ο Κύριος το Σαλό τον ελάχιστο και τον Ιωάννη τον αδελφό του. Μάλιστα εγώ ο ίδιος πήγα και του είπα: «Έλα, αδελφέ, ας πηγαίνουμε, είναι καιρός πια». Μετά δυο μέρες να έρθεις στο καλύβι μου, να δεις τι θα βρεις, γιατί θέλω να μνημονεύεις τον τιποτένιο και αμαρτωλό Σαλό». Και αφού του είπε αυτά και πολλά άλλα, πήγε και περιορίστηκε στο καλύβι του.

VII
Το τέλος του Σαλού

Ήρθε η ώρα, αγαπητοί, να σας διηγηθώ τον αξιοθαύμαστό του θάνατο ή μάλλον ύπνο, γιατί κι αυτός προσφέρει όχι ασήμαντη ωφέλεια, αλλά είναι και πιο σπουδαίος απ’ όσα είπαμε μέχρι τώρα. Είναι ακόμη σφραγίδα και επιβεβαίωση των κατορθωμάτων του και πιστοποίηση της αμόλυντης ζωής του. Όταν κατάλαβε ο μέγας ότι έφτασε το τέλος της εδώ ζωής του, θέλοντας ούτε μετά το θάνατό του να τιμηθεί από τους ανθρώπους, τι κάνει; Μπήκε κάτω από τις κληματσίδες στο ιερό του καλύβι και εκεί κοιμήθηκε και παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο.

Οι γνωστοί του, επειδή δεν τον είδαν τις δυο μέρες, λένε: «Πάμε να δούμε, μήπως είναι άρρωστος ο Σαλός». Όταν πήγαν, τον βρήκαν νεκρό κάτω από τις κληματσίδες. Λένε τότε: «Άραγε δεν θα πιστέψουν τώρα όλοι, ότι ήταν τρελός; Να, ακόμη και ο θάνατός του το δείχνει». Τον πήραν τότε δύο και, χωρίς να τον πλύνουν, χωρίς ψαλμωδίες, χωρίς κεριά και θυμιάματα, πήγαν και τον έθαψαν στον τόπο που έθαβαν τους ξένους.

Καθώς περνούσαν αυτοί που πήγαιναν να τον θάψουν από το σπίτι του Εβραίου του υαλουργού, που ο όσιος τον είχε κάνει Χριστιανό, όπως διηγήθηκα πιο πάνω, ακούει ο Εβραίος ψαλμωδίες που χείλη ανθρώπων δεν μπορούσαν να ψάλλουν και πλήθος όσο δεν μπορούσε να συγκεντρώσει όλη η ανθρωπότητα. Έκπληκτος από τις ψαλμωδίες και το πλήθος σκύβει έξω και βλέπει τον όσιο να μεταφέρεται από δύο μόνο άτομα, που κουβαλούσαν το τίμιό του σώμα. Λέγει τότε:

«Μακάριος είσαι, Σαλέ, γιατί, καθώς δεν έχεις ανθρώπους να σου ψάλλουν, έχεις ουράνιες δυνάμεις να σε τιμούν με ύμνους»΄ και αμέσως κατέβηκε και τον έθαψε ο ίδιος. Ακόμη διηγήθηκε σε όλους τις ψαλμωδίες των αγγέλων που άκουσε. Το άκουσε αυτό και ο Ιωάννης ο διάκονος και ήρθε τρέχοντας με πολλούς άλλους στον τόπο που τον έθαψαν, θέλοντας να πάρει το τίμιό του λείψανο για να το κηδεύσει με τιμές. Όταν όμως άνοιξαν τον τάφο, δεν τον βρήκαν μέσα. Τον μετέθεσε ο Κύριος δοξάζοντάς τον. Τότε όλοι, σαν να ξύπνησαν από ύπνο, έλεγαν ο ένας στον άλλο όσα θαυμαστά έκανε στον καθένα και ότι για το Θεό προσποιόταν τό σαλό.

Αυτός, φιλόχριστοι, είναι ο βίος και η πολιτεία του θαυμαστού Συμεών. Αυτές είναι οι λίγες αρετές που συγκεντρώσαμε από τις πολλές που είχε. Αυτός είναι ο κρυφός του και πραγματικά ουράνιος δρόμος, που, ενώ κανένας δεν τον έβλεπε, φανερώθηκε ξαφνικά σ’ όλους. Αυτός είναι ο νέος Λωτ΄ όπως εκείνος στα Σόδομα (Γεν. 19), έτσι κι αυτός πέρασε από τον κόσμο χωρίς να γίνει αντιληπτός. Προσπαθήσαμε να γράψουμε τα θαύματά του και τα πανύμνητα κατορθώματά του, όσο ήταν δυνατό σε μας τους μηδαμινούς.

Εκτός βέβαια από αυτή, έχουμε γράψει ακόμα μια διήγηση πιο σύντομη, επειδή δεν είχαμε υπόψη μας τις λεπτομέρειες της θαυμάσιας αυτής διηγήσεως. Το να τιμηθεί αυτός με εγκώμια δεν είναι έργο της δικής μας γνώσεως, αλλά εκείνων που έχουν την δύναμη και μπορούν να συναγωνίζονται την αρετή του. Άραγε ποιος λόγος θα μπορούσε να επαινέσει αυτόν που τιμήθηκε πάνω από κάθε λογική, ή πώς σάρκινα χείλη μπορούν να τιμήσουν αυτόν που αποδείχτηκε άσαρκος, ενώ είχε σώμα; Με ποιόν τρόπο η σοφία της γλώσσας μπορεί να τιμήσει αυτόν που με την κατά Θεόν μωρία του εξαφάνισε κάθε σοφία και φρόνηση; Πραγματικά ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, ενώ ο Θεός στην καρδιά΄ πραγματικά δεν βλέπει ο Θεός όπως βλέπει ο άνθρωπος (Α΄ Βασ. 16, 7). Είναι σίγουρο πως κανείς δεν γνωρίζει τα του ανθρώπου, παρά μόνο το πνεύμα του ανθρώπου (Α΄ Κορ. 2, 11).

Πραγματικά ας μη κρίνουμε κανένα, φιλόχριστοι, μέχρις ότου έρθει ο Κύριος, που θα φωτίσει όλους (Α΄ Κορ. 4, 5). Ποιός γνώριζε, φιλόχριστοι, ότι ο Ιούδας που σωματικά βρισκόταν μαζί με τους μαθητές, ήταν με την καρδιά του στους Ιουδαίους; Ποιός φανταζόταν ότι η Ραχάβ, που σωματικά βρισκόταν στο πορνείο στην Ιεριχώ, ήταν με το πνεύμα της στον Κύριο (Ι. Ναυή 2); Ποιός περίμενε ότι εκείνος ο φτωχός Λάζαρος, που ζούσε σε μια τόσο μεγάλη ταλαιπωρία από τις πληγές του, θα απολάμβανε τέτοια ευημερία μέσα στους κόλπους του Αβραάμ (Λουκ. 16, 20-22); Αυτά έχοντας υπόψη μας, αγαπητοί μου, ας υπακούσουμε σ’ αυτόν που σωστά μας συμβουλεύει να προσέχουμε μόνο τον εαυτό μας (Δευτ. 15, 9)΄ ούτε τα δικά μας ούτε αυτούς που βρίσκονται γύρω μας, αλλά μόνο τον εαυτό μας, γιατί ο καθένας θα κουβαλήσει το δικό του φορτίο (Γαλ. 6, 5) και θα πάρει το δικό του μισθό (Α΄ Κορ. 3, 8) από τον ουράνιο βασιλιά, το Χριστό, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη μαζί με τον Πατέρα και το Πανάγιο Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Αναπαύθηκε ο Συμεών που ονομάστηκε για το Χριστό Σαλός, και έζησε στη γη μια ζωή αγγελική και υπερθαύμαστη, στις 21 του μηνός Ιουλίου, αφού λαμπρύνθηκε με τα σύμφωνα με το θέλημα του Θεού κατορθώματά του και κατέπληξε και αυτές τις υπερκόσμιες δυνάμεις των ασωμάτων με τις αρετές του. Στέκεται τώρα δίπλα στον απρόσιτο θρόνο του Θεού και Πατέρα των φώτων και έχοντας παρρησία Τον δοξάζει με ακατάπαυστους ύμνους μαζί με όλες τις επουράνιες δυνάμεις. Είθε ο Κύριος να μας καταστήσει συμμέτοχους και συγκληρονόμους στην αιώνια βασιλεία Του μαζί με τον άγιο Συμεών και όλους τους αγίους, γιατί δική Του είναι η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(*) Σημειώσεις

Ακέφαλοι: Έτσι ονομάστηκαν αρχικά οι Αιγύπτιοι Μονοφυσίτες (5ος αι.) οι οποίοι αποσχίστηκαν από τον μετριοπαθή αρχιεπίσκοπό τους Πέτρο Αλεξανδρείας το Μογγό, μένοντας χωρίς επίσκοπο (χωρίς «κεφαλή»). Στη συνέχεια, η ονομασία δόθηκε σ’ όλους τους Μονοφυσίτες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Βοσκοί: Αναχωρητές που ζούσαν στο ύπαιθρο, χωρίς στέγη, τρεφόμενοι με χόρτα.

Γλιχώνι: Κρασί αρωματισμένο με γλιχώνι (παραφθορά της λέξεως «βλήχων» = φλησκούνι).
Εξαπλά: Μνημειώδης εργασία του Ωριγένη (185-254) με σκοπό την αποκατάσταση του κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης. Είχε γραμμένα, σε εξ παράλληλες στήλες, τα εξής κείμενα της Π.Δ.: το Εβραϊκό, τη μετάφραση του Ακύλα, του Συμμάχου, των Εβδομήκοντα και του Θεοδοτίωνος.

Ευλογίες: Δώρα, κυρίως τρόφιμα ή ψωμιά.
Λυσόπορτα: Ομαδικό παιγνίδι της εποχής.

Πανδούρι: Τρίχορδο μουσικό όργανο της οικογένειας του λαούτου.
Σευηρίτης: Μονοφυσίτης οπαδός του Σευήρου (βλ. λέξη).

Σευήρος: Πατριάρχης Αντιοχείας, ηγέτης της Μονοφυσιτικής κινήσεως του ΣΤ’ αιώνα.
Φούσκα: Λαϊκό ρόφημα των Βυζαντινών. Κατά το λεξικό Du Cange, «φούσκα εστίν όξος και ύδωρ θερμόν και ωά δύο».
Φουσκάριος: Πωλητής φούσκας (βλ. λέξη), αλλά και άλλων ειδών (φακές, ρεβύθια, κουκιά). 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»