«Οσία Σοφία η ασκήτισσα»

Loading...


Εκεί μακριά στη Μαύρη Θάλασσα, σ’ ένα χωριό της Τραπεζούντας του Πόντου, γεννήθηκε το 1883 η Σοφία Χοτοκουρίδου, το γένος Αμανάτιου Σαουλίδη, η μετέπειτα οσία Σοφία.

Μάλλον κοντή στο ανάστημα, με μικρά καστανόμαυρα μάτια, μακρόστενο πρόσωπο και ατέλειωτα ξανθά μαλλιά που τα έπλεκε σε πέντε μακριές πλεξούδες, ήταν μία κόρη σεμνή και εξαιρετικά όμορφη. Από μικρή στην πατρίδα έτρεχε στις εκκλησίες και στα ξωκκλήσια για ν’ ανάψει τα καντήλια και απέφευγε τις παρέες των συνομηλίκων της κοριτσιών.

Για γάμο η Σοφία δεν ήθελε ν’ ακούσει, ωστόσο σε μεγάλη ηλικία για την εποχή, 24 ετών, την πάντρεψαν με τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδη. Στην επτάχρονη συζυγία τους (1907-1914) απέκτησαν ένα παιδί (1910), που δυστυχώς έχασαν με τραγικό τρόπο (1912). Αυτό το πικρότατο ποτήρι του πόνου ήταν ένα καλά φυλαγμένο μυστικό μέσα της.

1914. Κήρυξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου.

Η ζωή άλλαξε ξαφνικά, η εποχή της ειρηνικής συμβίωσης πέρασε. Οι καμπάνες χτυπάνε και προμηνύουν το κακό που έρχεται. Διωγμοί, αιχμαλωσίες, ταπεινωτικά μαρτύρια, ξεριζωμός, γενοκτονία. Ο άνδρας της επιστρατεύεται και χάνονται τα ίχνη του. Το 1919 φθάνει στην Ελλάδα κουβαλώντας μαζί της βαρύ το φορτίο του πόνου για το θάνατο του παιδιού και την εξαφάνιση του συζύγου της, ζωγραφισμένο στο ασκητικό της βλέμμα. Η ζωή της από εδώ και εμπρός θα ήταν η τεθλιμμένη οδός της μετανοίας, η άσκηση και η σαλότητα. Όταν κάποια πικρή θύμιση ερχόταν μπροστά της, έκλαιγε πικρά και επαναλάμβανε την αγαπημένη της φράση: «Είμαι πολλά αμαρτωλή. Ο Θεός να ελεά με. Είμαι πολλά αμαρτωλή».

Στη Ι. Μονή της Κλεισούρας της Καστοριάς έφτασε με κάλεσμα της ίδιας της Παναγίας, η οποία της παρουσιάστηκε λέγοντάς της: «Να έρθεις στο σπίτι μου». Τότε η Σοφία ρώτησε: «Ποιά είσαι και που είναι το σπίτι σου;» «Είμαι στην Κλεισούρα», ήταν η απάντηση. Θα περάσουν αρκετά χρόνια για να εγκατασταθεί στο εγκαταλελειμμένο μοναστήρι του Γενεθλίου της Θεοτόκου στην Κλεισούρα. Ήταν 44 ετών το 1927. Η Παναγία γίνεται η αχώριστη σύντροφός της, η φίλη της, η παρηγοριά της, και το μοναστήρι το καταφύγιό της, το σπίτι της.

«Ήτο καταπληκτικόν το θέαμα και εξαίσιον! Αντίκρυζες εξ αρχής την ζωντανήν εικόνα της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, όπως την εξιστορούν τα ιερά συναξάρια. Η φράσις εξαϋλωμένη μορφή δεν είναι ικανή να περιγράψη την αλήθειαν. Όπως στην αυστηρή βυζαντινή εικονογραφία συμβαίνει, ήτο σχεδόν αδύνατον να διακρίνεις ίχνος κρέατος στο ταπεινό κορμί της. Ένα κουβάρι οστών στην ψυχρή πλάκα του τζακιού του ανοικτού περιστώου της εσωτερικής αυλής ένθα ξεκούραζε το ταπεινό σαρκίον της, και αυτή η πλάκα ήτο και το μόνιμο στρώμα και προσκέφαλό της, χειμώνα-καλοκαίρι πάντα στον ίδιο τόπο, που συγχρόνως μετεβάλλετο και σε βήμα άμβωνα, του απλού θείου λόγου, μεστού αυστηρώς ορθοδόξου περιεχομένου, ολίγων λέξεων, ως του Ιωάννου του Προδρόμου. Το βλέμμα της αυστηρό αλλά φιλάνθρωπο, μας καθήλωνε και μας αφώπλιζεν….»1.

«Πάντα ήταν ξυπόλυτη. Τον χειμώνα συχνά την έβλεπαν να παίρνει μια παλιοκατσαρόλα που χρησιμοποιούσε, να την γεμίζει νερό και να την αδειάζει αλύπητα στα ξυλιασμένα της πόδια. Σπάνια φορούσε κάτι μάλλινα σκουφούνια, τρύπια και παλιά, και κάτι παλιοπαντόφλες η παλιοπάπουτσα. Για να πάει στην εκκλησία χρησιμοποιούσε ξύλινα τσόκαρα η παντόφλες συνήθως καθαρές.

Άλλοτε μάζευε στο τζάκι φύλλα και κλαδιά από τα δένδρα και τρύπωνε μέσα σ᾽ αυτά σαν ποντίκι. Τύχαινε όμως να αρπάξουν φωτιά, και μόλις που πρόφταινε να ξυπνήσει, για να μην καεί ζωντανή. Τότε τα παλιόρουχά της έμεναν για μέρες καμένα, ώσπου να βρεθεί κάποιο καλύτερο»2.

«Στο κεφάλι της είχε πάντα δεμένη μαύρη μαντήλα. Τα μαλλιά της, από τον Πόντο ακόμα, ούτε τα έλουσε ούτε τα χτένισε. Είχαν κατσιάσει και είχαν γίνει σκληρά σαν κοτσάνι, σαν την ουρά του αλόγου. Το κεφάλι της όμως ευωδίαζε»3.

Ζούσε για τους άλλους. Διακονούσε τους πτωχούς και καταφρονεμένους, τις χήρες και τα ορφανά, φρόντιζε τους πονεμένους που κατέφευγαν στο μοναστήρι για βοήθεια. Στη γερμανική κατοχή έκρυβε με κίνδυνο της ζωής της στην ερημική μονή τους κατοίκους του χωριού που σώθηκαν τελικά από το ολοκαύτωμα της Κλεισούρας.

Τα πουλιά φτερούγιζαν γύρω της και κελαηδούσαν, την ένιωθαν δική τους. Και αυτά τα άγρια ζώα τη σέβονταν. Οι αρκούδες, τις οποίες τάιζε με ο,τι έβρισκε, της έγλειφαν τα χέρια με ευγνωμοσύνη. Και οι ταπεινοί προσκυνητές θαύμαζαν η ακόμη παρεξηγούσαν τη σκληρή ασκητική ζωή της!

Τα υψηλά μέτρα της άσκησής της την οδήγησαν στη φωτεινή κορυφή της αγιότητας.

Κοιμήθηκε οσιακά στις 6 Μαΐου του 1974. Η Μεγάλη Εκκλησία την ενέταξε το 2011 μ.Χ. στις αγιολογικές δέλτους της και την 1η Ιουλίου 2012 μ.Χ., έγινε η επίσημη ανακήρυξή της από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Καστοριά4.

Η μνήμη της τιμάται στις 6 Μαΐου.

Είναι η οσία Σοφία, η ασκήτισσα της Παναγίας.

Φιλοθέη Χ. Τ.

1 Από το βιβλίο: Σοφία η ασκήτισσα της Παναγίας, Ι. Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας Καστοριάς, 2002, σ. 89.

Μαρτυρία του αρχιμ. Γρηγορίου Χατζηνικολάου, ο οποίος μεταξύ άλλων γράφει: «… Ηξιώθην να την γνωρίσω το έτος 1972,

ότε υπηρέτουν ως ιεροκήρυξ εις την Ι. Μητρόπολιν Φλωρίνης, με έδραν την Πτολεμαΐδα… Ήμην όντως εκ των ευεργετηθέντων.

Η γνωριμία μας με την ταπεινή και εκλεκτή δούλη του Θεού Σοφία υπήρξε δι᾽ εμέ σημαντικός σταθμός της ζωής μου…».

2 Όπου παρ. σ. 66.

3 Όπου παρ. σ. 68.

4 Ιστοσελίδα: Ορθόδοξος Συναξαριστής (www.saint.gr).