Οι Νεομάρτυρες στη Βυζαντινή τέχνη και ο χριστοκεντρικός χαρακτήρας του Μαρτυρίου τους

Loading...


Τού δρα Θεοχάρη Μιχ. Προβατάκη
Η Εκκλησία τού Χριστού επί τής γής στούς απηνείς διωγμούς τών αλλο-πίστων αντιτάσσει διαχρονικά τό αιώνιο τρόπαιο, πού δέν είναι άλλο από τό θαύμα τού ηρωισμού τών Νεομαρτύρων τής πίστεώς μας. Τήν περίοδο μάλιστα τής Τουρκοκρατίας η ορθόδοξη χριστιανική πίστη μας καταυγάζεται από νέφος Νεομαρτύρων πού έχυσαν τό αίμα τους μόνο καί μόνο γιά τή χριστιανική πίστη καί τήν ελληνική πατρίδα τους. Τά ολοκαυτώματα τών αγίων Νεομαρτύρων συνέθεσαν τή θεία καί ηδύμολπο αρμονία τής αγιότητος καί τού ηρωισμού.

Τό θείο δένδρο τής Εκκλησίας καρποφορεί σέ κάθε εποχή καί μάλιστα στά χρόνια τής σκλαβιάς (1453-1821), όταν καί απέδωσε «καρπόν εις ζωήν αιώνιον». Η νύμφη μάλιστα τού Χριστού Εκκλησία περιεβλήθη τούς χρόνους εκείνους, όπως καί σήμερα περιβάλλεται, ως «πορφύραν καί βύσσον» τό αίμα τών χιλιάδων νεοφανών Μαρτύρων τής ορθόδοξης πίστης μας. Καί τά πάμφωτα αυτά νέφη τών θείων καί καλλινίκων Νεομαρτύρων τής Ορθοδοξίας καταλάμπουν τό πνευματικό στερέωμα τής Εκκλησίας ως «καλώς αθλήσαντες καί στεφανωθέντες». Κατέγραψαν δηλαδή μέ τήν αθάνατη εποποιία τού μαρτυρίου τους τίς ωραιότερες σελίδες τής ζώσας Εκκλησίας.

       Οι Νεομάρτυρες επομένως τής Ορθοδοξίας μας, πού είναι η ζώσα καί πρόσφατη ιστορία τής Εκκλησίας μας καί η αδιαφιλονίκητη μαρτυρία τής Αγίας Τριάδας στόν κόσμο, αποτελούν τήν ευλογημένη μερίδα τών ευαρεστησάντων τόν Κύριο, είτε μέ τούς ακαταμάχητους αγώνες τους είτε μέ τή θυσία τού αίματός τους, είτε μέ τή χριστιανική ορθόδοξη βιοτή τους πρός δόξα τού «εσφαγμένου αρνίου». Η παρουσία τους επομένως στήν καθημερινή ζωή μας καί η ανατροφή μας μέ τό μαρτύριό τους καί τήν ορθόδοξη χριστιανική βιοτή μάς αποτελούν αφυπνιστικό σάλπισμα καί διαχρονική πηγή έμπνευσης στό δρόμο τής σωτηρίας, αλλά καί αυτού τού μαρτυρίου, εάν παραστεί ανάγκη.

       Μεταξύ λοιπόν τών αγίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας είναι καί οι χιλιάδες τών Νεομαρτύρων πού έχυσαν τό αίμα τους από τό 1453 πού αλώθηκε η Κωνσταντινούπολη ώς τό 1838 καί πού ο αριθμός τους είναι ανεξακρίβωτος. Δοκιμασμένοι σκληρά «ως χρυσός εν χωνευτηρίω» έλαμψαν μέ τή γενναία ομολογία τους καί τά απάνθρωπα βασανιστήρια πού δέχτηκαν μέ πραότητα καί καρτερία. Μέ αγιότητα καί μέ σοφία αναδείχθηκαν ο καθένας από αυτούς στύλος καί εδραίωμα τής Ορθοδοξίας, πρόμαχος τών ελληνικών παραδόσεων καί μεγάλα αναστήματα τής Αγίας τού Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας.

      Οι Νεομάρτυρες λοιπόν τής Ορθοδοξίας έγιναν μέ τή μαρτυρία τους καί τό μαρτύριό τους φωτοδόχες λαμπάδες, κατοικητήριο τής Αγίας Τριάδος καί πρωτοπόρος ομολογητής τής αληθινής πίστεώς μας.

      Ιδιαίτερα μάλιστα οι απλοί καί ταπεινοί αυτοί Έλληνες, οι περισσότεροι από τούς οποίους ήσαν νέοι, αμούστακα παιδιά καί σεμνές καί ενάρετες κορασίδες, λόγω τής μεγάλης καί θερμής τους πίστης καί τής χρηστής πολιτείας τους, πήραν μετά τή μαρτυρία τους τό χάρισμα τών θαυματουργικών ιάσεων, ώστε νά αναδειχθούν πολλοί από αυτούς υπέρμαχοι ιατροί τών ασθενούντων, υπερασπιστές τών φτωχών καί τών ανημπόρων, ενδυναμωτές τών καταφρονουμένων καί καταφυγή εκείνων τούς οποίους η ανθρώπινη επιστήμη αδυνατεί νά βοηθήσει καί νά θεραπεύσει.

Καί ήσαν απλοί στό φρόνημα, απλοί στήν ένδυση, απλοί καί αταλάντευτοι στήν ομολογία, ταπεινοί στή σκέψη καί τήν έκφραση καί γίγαντες στήν πίστη τους καί τά φρικτά βασανιστήριά τους, γιά εκείνο πού πίστευαν καί εκείνο πού φρονούσαν. Γιά τήν πίστη τους στόν αληθινό Θεό απέβησαν νεοφανείς αστέρες καί αθλητές τού Χριστού, στρατιώτες αήττητοι, καταλάμποντας μέ τίς ακτίνες τού μαρτυρίου τους καί τήν πληθώρα τών θαυμάτων τους τό πλήρωμα τής Ορθοδοξίας. Πολλοί από αυτούς φορούσαν τοπικές ελληνικές παραδοσιακές απλές στολές καί μέ αυτές οδηγήθηκαν στό μαρτύριο. Μέ τή φουστανέλα ή τήν κρητική βράκα, μέ τήν πουκαμίσα ή τό χιτώνα καί ακόμη μέ τό απλό ιμάτιο νά πορπούται μπροστά στό λαιμό, ή τέλος μέ τό κοντοβράκι καί τό ματογέλεκο. Έτσι μπόρεσαν καί φύλαξαν τήν πίστη τους καί τήν ελευθερία τους, καταφρόνησαν τόν πλούτο πού τούς δόθηκε, αψήφησαν τή δόξα, αγνόησαν τίς ηδονές όπως καί κάθε άλλη σωματική απόλαυση καί παρέδωσαν πρόθυμοι τόν εαυτό τους στό θάνατο.

      Οι γενναίοι λοιπόν αυτοί Νεομάρτυρες ποθούσαν τά ουράνια αγαθά καί ζητούσαν νά στερεωθεί η πίστη τους μέσα στήν ψυχή τους. Γι’ αυτό έτρεχαν οι μακάριοι στό μαρτύριο, λογίζοντας τά βάσανά τους ως ξεφαντώματα, τίς φυλακές ως παλάτια, τά δεσμά ως χρυσά στολίδια, τήν ατιμία ως τιμή, τίς θλίψεις ως ανάπαυση, τή φλόγα τής φωτιάς ως δροσισμό καί ανάψυξη, τό μαχαίρι ως παιχνίδι καί τό σκληρό θάνατο ως ζωή αιώνιο.

      Καί όλα αυτά έγιναν τούς πέντε τελευταίους αιώνες, γιά νά αποβούν οι νεοφανείς Μάρτυρες δόξα καί καύχημα τής Εκκλησίας, παράδειγμα υπομονής καί επιμονής στήν ορθόδοξη πίστη, θάρρος στήν καθημερινότητα, παραίνηση στό μαρτύριο καί τέλος, γιά νά μένουν αναπολόγητοι οι αλλόπιστοι κατά τήν ημέρα τής κρίσεως.

      Οι Νεομάρτυρες λοιπόν αυτοί θά μπορούσαμε συνοπτικά νά σημειώσουμε ότι, άν καί ανήκουν στό συνήθη τύπο τών χριστιανών, παρουσίαζαν ακέραιο χαρακτήρα, εκκλησιαστικό φρόνημα, πίστη σταθερή στόν Τριαδικό Θεό καί ιδίως στό Χριστό, τόν οποίο ιδιαίτερα τιμούσαν καί αγαπούσαν. Επεδείκνυαν αξιοθαύμαστη ευψυχία τόσο κατά τή διάρκεια τών εξαντλητικών ανακρίσεων ενώπιον τών ανακριτών τους, όσο καί καρτερικότητα κατά τή διάρκεια τών σκληρών βασανιστηρίων τους, τά οποία προκαλούσαν τό θαυμασμό τών λοιπών χριστιανών.

Η παρρησία καί η σταθερότητα αυτή τών Νεομαρτύρων προέρχεται βασικά από τή βαθιά καί ακλόνητη πίστη τους στό Χριστό. Γιατί θεωρούσαν ότι η πίστη τους στό Χριστό, γιά τήν οποία οδηγούντο στό μαρτύριο, ήταν τό σπουδαιότερο καί πλουσιότερο αγαθό καί ότι η υψίστη τιμή παρρησίας καί σταθερότητας τής πίστεώς τους ήταν η περιφρόνηση πού επεδείκνυαν γιά τό μαρτύριό τους καί η προσδοκία αποκτήσεως τής αιωνίου ζωής. Αρκετοί από τούς Νεομάρτυρες μετά τό μαρτυρικό τους θάνατο τιμήθηκαν ως άγιοι από τήν Εκκλησία, επειδή όχι μόνον ομολόγησαν τόν αληθινό Θεό αλλά καί θαύματα έκαναν καί κάνουν, ενισχύοντας τούς πιστούς ορθοδόξους χριστιανούς.

     Λόγω ακριβώς τής ομολογίας τού ονόματος τού Χριστού, αλλά καί τής προσφοράς τού αίματός τους χάριν τού Χριστού, τό μαρτύριο τών Νεομαρτύρων έχει ομολογιακό χριστοκεντρικό χαρακτήρα. Οι Νεομάρτυρες τής πίστεως περιφρόνησαν τή φιλία τού κόσμου τούτου, έγιναν μισητοί ακόμη καί από τούς οικείους τους γιά νά ακολουθήσουν τήν μαρτυρική πορεία, πού τούς οδήγησε στό θάνατο γιά νά κερδίσουν τό Χριστό, σύμφωνα μέ τό «πάντες οι μαρτυρήσαντες ετελειώθησαν διά τής εις Χριστόν πίστεως καί εβάστασαν τόν ονειδισμόν τού Χριστού». Εξάλλου, ο ιερός υμνογράφος, θαυμάζοντας τό μαρτύριο τών Νεομαρτύρων γιά τήν αγάπη τού Χριστού, αναφωνεί• «ου διωγμός, ου λιμός, ου γυμνότης, ου κίνδυνος, ουδέ θάνατος όλους τούς θείους αθλοφόρους τής αγάπης τού Χριστού διεχώρισεν», εφόσον όλοι «οι θέλοντες ευσεβώς ζήν εν Χριστώ Ιησού διωχθήσονται».

     Οι χιλιάδες επομένως Νεομάρτυρες μέ τό μαρτύριό τους απέδειξαν έμπρακτα τήν τελεία πίστη καί αγάπη τους στόν Τριαδικό Θεό, καί μέ τό αίμα τού μαρτυρικού θανάτου τους ευαρέστησαν τό Χριστό, εξέπληξαν τούς αγγέλους, εύφραναν τούς αγίους, εταπείνωσαν τούς δαίμονες, ελύπησαν τούς αλλοπίστους, παρηγόρησαν τούς εν θλίψει αδελφούς, εχαροποίησαν τήν Εκκλησία τού Χριστού, η οποία στερεώθηκε μέ τό αίμα τους καί γι’ αυτό η Εκκλησία στεφανώνει καί τιμά τή μνήμη τους, κατά τόν Νικόδημο τόν Αγιορείτη. Καί γι’ αυτό τά ιερά λείψανά τους τοποθετούνται στά ιερά θυσιαστήρια – Άγιες Τράπεζες – καί πού χωρίς αυτά δέν εγκαινιάζεται ιερός ναός.

     Η πίστη στό Χριστό αποτελεί τό βασικό λόγο τού μαρτυρίου, πού χορηγεί-ται ως προνόμιο στούς εκλεκτούς καί αποτελεί τήν υψηλότερη έκφραση τής υπακοής στό Θεό• ο Μάρτυρας ζεί τό μαρτύριο ως καθημερινό βίωμα, παραδίδοντας τόν εαυτό του στό θάνατο γιά τό Χριστό. Ο μαρτυρικός θάνατος τού Νεομάρτυρα είναι η επισφράγιση καί η μεγαλειώδης έκφραση τού αναίμακτου μαρτυρίου• γιά τήν αγάπη καί τήν πίστη του στό Χριστό υπομένει χαίρων «δεσμωτήρια καί δεσμά καί συκοφαντίας καί εξορίας καί άλλας ταλαιπωρίας απάσας». Ο μαρτυρικός θάνατος αναβιβάζει τόν Μάρτυρα στό αγγελικό αξίωμα, ανοίγει τίς πύλες τού ουρανού στήν ένδοξη τελείωση ενώπιον τού Θεού.

     Τό μαρτύριο τού κάθε Μάρτυρα προϋποθέτει απαρασάλευτη έμμονη στήν ορθόδοξη πίστη, θαρραλέα ομολογία ενώπιον τών διωκτών καί διαπρύσια διακήρυξη τής αληθείας τού Χριστού, γιά νά έχει εφαρμογή ο λόγος τού Κυρίου «ο μάρτυς μου ο πιστός».

     Κατά τήν πατερική θεολογία, συνεπώς, τό μαρτύριο εμπνέεται από τή σταυρική θυσία τού Χριστού, χάριν τού οποίου οι Μάρτυρες καταφρονούν τό θάνατο. Μετά τό σταυρικό θάνατο τού Αρχιμάρτυρα Χριστού αναδεικνύονται μυριάδες μαρτύρων τής πίστεώς τους σ’ Αυτόν. Γι’ αυτό καί η Εκκλησία ψάλλει «παθών εκουσίως, Μαρτύρων θεία στρατεύματα, πίστει, εναθλείν παρεσκεύασεν».

    Οι χριστιανοί Μάρτυρες, στοιχούντες στή θεία εντολή θυσιάζονται καί χωρίς νά προβάλλουν άμυνα εναντίον τών διωκτών τους ομολογούν «ένεκά Σου θανατούμεθα, όλην τήν ημέραν, ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής».

     Έτσι οι μάρτυρες τής ορθοδόξου πίστεως προσφέρουν τή ζωή τους υπέρ τής «καλής ομολογίας», ακολουθούντες τό παράδειγμα τού Κυρίου, ο οποίος πρώτα «εμαρτύρησε τήν καλήν ομολογίαν», τήν οποία διεκήρυξε πρίν από τή σταυρική θυσία καί αυτή ήταν ότι ήλθε στόν κόσμο γιά νά «μαρτυρήση τή αληθεία».

      Η «καλή ομολογία» τών Μαρτύρων γιά τήν εν Χριστώ αποκαλυφθείσα αλήθεια εμπεριέχεται στήν ομολογιακή φράση «χριστιανός ειμι», πού σήμαινε σταθερή πίστη στό Χριστό καί αμετακίνητη εμμονή στά δόγματα τής Εκκλησίας, είχε δέ ως αποτέλεσμα τόν «εν φόνω μαχαίρας» θάνατο.

      Από τή θεολογία τού μαρτυρίου συνάγεται ότι δέν μπορεί νά υπάρξει αληθινός μάρτυρας χωρίς τή συνεχή «καλή ομολογία»• η ζωή τού πραγματικού πιστού είναι μία συνεχόμενη μεγάλη ομολογιακή πορεία, πού ίσως συχνά καταλήγει στό μαρτύριο τού αίματος.
     Κατά τούς μεταγενέστερους μάλιστα χρόνους, η ομολογία «χριστιανός ειμι» αποδίδεται από τούς Νεομάρτυρες μέ ανάλογη φράση «Εγώ χριστιανός γεννήθηκα καί χριστιανός θέλω νά πεθάνω». Στίς δελεαστικές προτάσεις τών αντίχριστων Μωαμεθανών, οι Νεομάρτυρες ακολουθούσαν τούς αθλητές τών κατακομβών τής αρχαίας Εκκλησίας καί επαναλάμβαναν τή γνώριμη απαίτηση «τόν Ιησού μου θέλω».

«Εγώ τόν Ιησού μου δέν τόν αρνούμαι, χριστιανός γεννήθηκα, χριστιανός θέλω νά πεθάνω… Χριστιανός, χριστιανός, χριστιανός». Οι Μάρτυρες ενώπιον τών διωκτών τους δέν αναφέρονταν ούτε στό αξίωμά τους ούτε στίς γνώσεις καί τή σοφία τους• δέν πρόβαλαν αντίσταση στή βία τών διωκτών τους, εστέκοντο άοπλοι απέναντί τους καί δέν ικανοποιούσαν καμία περιέργεια τών ανακριτών τους. Έμεναν σταθεροί στήν ομολογία τους αποβλέποντες στήν ουράνιο πορεία τους, επιδιώκοντας «τό βραβείον τής άνω κλήσεως». Έδιναν στερεότυπα τήν υπέρ τού Χριστού ομολογία «χριστιανός ειμι» καί αποδεικνύονταν μεγαλοφωνότατοι κήρυκες τής πίστεως μέ τήν προσφορά τού αίματός τους.

      Η θυσία τών Νεομαρτύρων γιά τήν ορθόδοξη πίστη αποτελεί δίδαγμα γιά όλους τους μεταγενέστερους καί σύγχρονους Έλληνες. Ιδιαίτερα σήμερα προβάλλεται άμεση η ανάγκη νά αναφανούν καί αναφερθούν νεοφανείς καλλίνικοι μάρτυρες τής Ορθοδοξίας, οι οποίοι ακολουθούντες τήν οδό τής τελειώσεως τού εσταυρωμένου Χριστού αναδεικνύονται «άγγελοι» καί «πάρεδροι Χριστού» καί «θείας φύσεως κοινωνοί».

     Μέ τό τίμιο εξάλλου αίμα τών Μαρτύρων καί τών Νεομαρτύρων στερεώνεται η Εκκλησία τής Ορθοδοξίας, πού είναι γεμάτη από τά μεγάλα καί θαυμαστά θαύματά τους. Γι’ αυτό καί η Εκκλησία μας δοξάζει, τιμά καί γεραίρει τούς Νεομάρτυρες, δοξολογεί τόν Κύριο μέ ψαλμούς, ύμνους καί ωδές  πνευματικέςκαί οι ορθόδοξοι χριστιανοί ενδυναμώνονται από τό μαρτύριό τους.

     Η ψυχική εξάλλου μεταβολή τών Νεομαρτύρων πρός τό μαρτύριο είναι μοναδική στήν παγκόσμια ιστορία, αφού απλά χωριατόπαιδα οι περισσότεροι ορθώνουν περίτρανα τήν πίστη τους, γίνονται κήρυκες τού Χριστού μέ τό ηρωικό φρόνημά τους καί οδηγούν σταθερά τά βήματά τους στό μαρτύριο. Δέν φοβούνται, δέν οπισθοχωρούν, βλέπουν μόνο μπροστά τους τόν Ιησού, πού θαυμα¬τουργεί από εύσπλαχνη αγαθότητα καί συμπαθή αγάπη. Τόν βλέπουν νά χρησιμοποιεί απλά μέσα, ένα νεύμα, ένα λόγο, μιά χειρονομία, μιά επαφή, μιά απλή έκφραση τής θέλησής Του, μιά προσταγή.

Ενεργούσε χωρίς εξωτερικά μέσα παρά μόνο μέ τό λόγο. Καί μόνο μιά στιγμή. Καί τό γνωρίζουν αυτό οι Νεομάρτυρες, ότι δηλαδή ο Χριστός θεράπευε λεπρούς, παραλυτικούς, κωφάλαλους εκ γενετής, πού ούτε καί σήμερα από τή σημερινή επιστήμη μπορούν νά θεραπευθούν. Κι ακόμη πιστεύουν σ’ Εκείνον πού κυβερνά τά στοιχεία τής φύσης, πολλαπλασιάζει τούς πέντε άρτους, μεταβάλλει τό νερό σέ κρασί, καταπαύει τό σάλο τών κυμάτων, κατευνάζει τούς ανέμους, στερεοποιεί κάτω από τά πόδια του τή θάλασσα καί περπατεί σ’ αυτή, καί ακόμη αυτός ο θάνατος αφήνει τή λεία του καί φεύγει (κόρη Ιαείρου, Λάζαρος κ.ά.). Τέλος ο ίδιος συλλαμβάνεται, σταυρώνεται, κηδεύεται καί σέ τρείς ημέρες ανασταίνεται εκ νεκρών, στοιχεία ακράδαντα καί αδιάσειστα πού βεβαιώνουν τή θεία Του φύση καί δύναμη καί στή θεία Του υπόσταση.

     Καί οι Νεομάρτυρες Εκείνον ακολουθούν, Εκείνον πιστεύουν, Εκείνον μαρτυρούν, Εκείνον λατρεύουν, Εκείνον έχουν στήν καρδιά τους καί Εκείνος τούς οδηγεί επειδή Τόν αγάπησαν πολύ καί έγιναν μέτοχοι τού μυστηρίου Του. Γι’ αυτό καί τά ιερά λείψανά τους, πού είναι πολυτιμότερα λίθων πολυτελών, αναθάλλουν ως βοτάνη εύκαρπος οπουδήποτε καί νά βρίσκονται και αποτίθενται ως θησαυρός τιμαλφέστατος, πλουτίζοντας πενία ψυχών καί ως άκος θεραπεύονται πληγές ανίατες. Καί ακόμη η προσκυνηματική τους παρουσία καί οι ευωδίες διατρανώνουν τήν ενοικούσα σ’ αυτά θεία χάρη αφενός καί αφετέρου τή μαρτυρία τής αναστάσεως τών νεκρών, γεγονός πού βεβαιώνει απόλυτα η ζωηφόρος τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού Ανάσταση.

     Αυτό λοιπόν τό μυστήριο καί αυτή η αγάπη τού Ιησού πρός τόν άνθρωπο, όπως καί τά μαρτύρια τών Νεομαρτύρων μας, άς οδηγούν καί τά δικά μας βήματα.