Ο Βυζαντινός Μυστικισμός Β’

Loading...


Οσίου Μάξιμου του Ομολογητού

Για να καταλάβουμε όμως καλά σε όλο το βάθος.της την ανθρωπολογία που κρύβεται, κάτω από την ενόραση και τη θέωση πρέπει να πάμε στην Π. Διαθήκη.

Μεγάλη εντύπωση έκαμε ιδιαίτερα στο Mάξιμο η απόφαση του Θεού κατά τη δημιουργία του ανθρώπου: «Και είπεν ο Θεός ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν».

Την απόφαση αυτή ο Μάξιμος την έκαμε κέντρο των στοχασμών του, σ’ αυτήν αναζήτησε την ουσία του ανθρώπου και ιδιαίτερα του Χριστιανού. Το «κατ’ εικόνα» σημαίνει κυρίως, λέγει ο Μάξιμος, τον νουν και την ελεύθερη βούληση, το αυτεξούσιο· τα υπερφυσικά ακόμη δώρα με τα οποία είναι προικισμένος ο άνθρωπος, όπως η αθανασία και η απάθεια.

Όσο για το «καθ’ ομοίωσιν» αυτό αναφέρεται στην ηθική τάξη, στην άσκηση της αρετής. Ο όρος ομοίωσις δηλώνει μια ενέργεια, την ικανότητα του ανθρώπου να ομοιωθή, να γίνη όμοιος με το Θεό. Αυτό μπορεί να το επιτύχη μόνο όποιος είναι αγαθός και σοφός. Η ίδια απόφαση του Θεού μας υποχρεώνει να εννοήσωμε ως ανθρώπινη φύση, την ακέρια φύση με την οποία βγήκεν ο άνθρωπος από τα χέρια του Πλάστη, και να ενεργούμε σύμφωνα με αυτή τη φύση, σύμφωνα δηλαδή με το λόγο, το νου, (κατ’ εικόνα) και το Νόμο, την αρετή, (καθ’ ομοίωσιν).

Η έτσι ιδωμένη ανθρώπινη φύση θέτει σε κάθε χριστιανό το επιτακτικό καθήκον να γυρίση πίσω, να βρη την αρχική κατάσταση του ανθρώπου, ή καλύτερα να πραγματώση μέσα του τη φύση που του χάρισεν ο Θεός.

Αυτή η επιστροφή στην αρχική κατάσταση συνιστά το αντικείμενο της ασκητικής του Μαξίμου. Αποτελεί το καθαρώτερα χριστιανικό κάλεσμα προς αυτογνωσία. Ο Μάξιμος παρέχει και το μέσο για τήν επιτυχία του σκοπού, ελληνικώτατο, αλήθεια, μέσο: να ελαττώνης κάθε μέρα και περισσότεοο το άλογο μέρος της ψυχής σου.

Ο ασκητισμός του Μαξίμου αποπνέει μεγάλη αισιοδοξία· αισιοδοξία που έρχεται από την εμπιστοσύνη του προς την αναγεννημένη ανθρώπινη φύση και προς τη δράση των ανώτερων ψυχών, των παρθένων και καθαρών, που συλλαμβάνουν το πνεύμα του Χριστιανισμού. Να γίνης δίκαιος και άγιος, να ενωθής με το θεό μέσα στη λάμψη του πνεύματος, να που τείνει ο ασκητισμός του Μαξίμου. Ανακαλεί στή σκέψη μας τον πλατωνικό Φαίδωνα, όπου η θέωση της ψυχής επιδιώκεται με την κάθαρση από τα πάθη. Η έτσι καθαρμένη ψυχή ενώνεται και εκεί με το Θεό μέσον της θεωρίας.

Δεν είναι λοιπόν η ασκητική για το Μάξιμο το μαρτύριο της σάρκας, που την νομίζουν ακάθαρτη, αλλά η κάθαρση του πνεύματος και της ψυχής, απαραίτητη για να ενωθούμε με το Θεό, που είναι όλος πνεύμα και αλήθεια. Δίπλα όμως στα στοιχεία αυτά που έχουν ελληνική την καταγωγή έχομε και τα βιβλικά στοιχεία.

Η αδαμική εικόνα του ανθρώπου ξεχειλά την πνευματική φύση της ψυχής και απλώνεται και στο ίδιο το σώμα, αποζητά και του σώματος την αθανασία. Έπειτα η πλήρης πραγμάτωση της ανθρώπινης φύσης απαιτεί και το άλλο υπερφυσικό δώρο, την απάθεια, μια απάθεια που να οδηγή στο πραγματικό αναμάρτητο. Υπάρχει το μέσο και για τούτη την επίτευξη. Για να επιτύχη στο δύσκολο τούτο έργο, πρέπει ο άνθρωπος να αφήση ελεύθερη δράση στην επιθυμία, που ο Δημιουργός άναψε στην ψυχή του για Εκείνον, για τον οποίο του έδωσε μια θολή γνώση. Η άγια αυτή επιθυμία επιτρέπει στον άνθρωπο να πραγματώση τη μακαριότητα, να ξαναβρή την αδαμική φύση. Ο νους του Μαξίμου συχνά πηγαίνει στην αρχική μακαριότητα, στον άνθρωπο του Παραδείσου, έχει τη νοσταλγία του χαμένου παραδείσου που τήν εκφράζει ως και με ύμνο. Οι μυστικοί είναι στο βάθος ποιητές.

Μετά την πτώση του ο Αδάμ έγινεν ο τύπος της φύσης που ξέπεσε. Γιατί; Διότι απομάκρυνε τις ικανότητές του από τη φυσική τους κίνηση προς το Θεό, υπόταξε το πνεύμα του στην αίσθηση και αναζήτησε την ευτυχία του στα αισθητά όντα. Με το αρχικό, το προπατορικό αυτό αμάρτημα έχασεν ο άνθρωτος την εσωτερική αρμονία εκείνη που του χάρισε η ενότητα ανάμεσα στο υποκείμενο (τον άνθρωπο) καί το αντικείμενο (το Θεό). Τη θέση της αρμονίας την πήρε η αταξία, τη θέση του Θεού η αίσθηση, και μαζί της όλοι οι κίνδύνοι και όλες οι πλάνες που απορρέουν απ’ αυτήν. Αντί δηλαδή ο άνθρωπος να ακολουθήση την οδόν άνω, πήρε την οδόν κάτω. Ήρθε όμως ο Χριστός και έκαμε την αποκατάσταση του ανθρώπου. Έγινε άνθρωπος, έξω από την αμαρτία, για να μας κάμη Θεούς έξω από την ταυτότητα. Στην ομοίωση του Θεού προς την ανθρώπινη φύση, πρέπει να ανταποκριθή η ιδική μας ομοίωση προς τη θεία φύση.

Έτσι ο άνθρωπος που δημιουργήθηκε «κατά πλήρη εικόνα» του Θεού και «καθ’ ομοίωσιν», στην αρχή της μόνο, μπορεί να υψώση την ομοίωση αυτή σε τέλεια ομοίωση. Δε θα ανακαλύψη λοιπόν ο άνθρωπος μέσα του το Θεό. Μέσα του θα ανακαλύψη μόνο τη δική του φύση στην αρχική της ακεραιότητα και τα πνευματικά ένστικτα που οδηγούν στη. θέωση. Η θέωση αυτή γίνεται με τρόπο άρρητο και μυστικό. Όσο λοιπόν κι αν δέχεται τη γνώση ο Μάξιμος μας δείχνει καθαρά ότι η λογική πορεία είναι ανεπαρκής για να φτάσωμε στο Θεό. Εκεί μας οδηγεί η έφεση να ενωθούμε με το Θεό. Η έφεση να ενωθούμε με το Θεό και ή θέωση, αυτά τα δυο αποτελούν τη βάση του μυστικισμού του Μαξίμου, του υψηλού Βυζαντινού μυστικισμού.