Ο Βίος των Πρώτων Χριστιανών και η Χριστιανική Πίστη κατά τον Αριστείδη τον Απολογητή

Loading...


Η Χριστιανική Πίστη, όπως την περιγράφει ο απολογητής Αριστείδης.

Σχόλια κατανόησης.
Ο Αριστείδης (Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας 13 Σεπτεμβρίου) είναι χριστιανός απολογητής, ο οποίος συνέταξε απολογία την οποία και παρέδωσε στον αυτοκράτορα Αντωνίνο Πίο το 140 μ.Χ. Είναι η αρχαιότερη απολογία που μας διασώζεται.

Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, θα δούμε κάποια πράγματα αναφορικά με την πίστη των πρώτων χριστιανών. Όπως ομολογεί ο ίδιος ο Αριστείδης, αυτά που γράφει δεν τα γράφει αυθαίρετα, αλλά «εκ της παρ’ αυτοίς καλουμένης ευαγγελικής αγίας γραφής», κάνοντας υπαινιγμό για γραπτή μορφή ευαγγελίου από το οποίο αντλεί τα στοιχεία που παρουσιάζει στον αυτοκράτορα εν συντομία.

Έτσι, αναφέρει την ενανθρώπιση του Υιού του Θεού από αγία Παρθένο δια Πνεύματος Αγίου «αφθόρως και ασπόρως», την επίγεια διακονία του Χριστού, την σταύρωση του Χριστού στην οποία οδηγήθηκε με την θέλησή Του για την τελείωση της οικονομίας της σωτηρίας μας, την ανάστασή Του μετά από τρεις μέρες, την ανάληψή Του στους ουρανούς. Οι δώδεκα μαθητές Του συνέχισαν το έργο του Θεού, μετά την ανάληψη του Ιησού, κηρύττοντας στην οικουμένη, και όσοι πιστεύουν ονομάζονται «χριστιανοί».

Επίσης, είναι σημαντική και η αναφορά του στο θέμα της Αγίας Τριάδας. Ξεχωρίζει τρία πρόσωπα, στην ίδια ουσία της θεότητας. «γινώσκουσι γαρ τον Θεόν κτίστην και δημιουργόν των απάντων εν Υιώ Μονογενεί και Πνεύματι Αγίω και άλλον Θεόν πλην τούτου ου σέβονται».

Και δεν παραλείπει να αναφερθεί στην προσδοκία των Χριστιανών, που είναι η ανάσταση των νεκρών και η μελλοντική αιώνια ζωή στην βασιλείαalt Του θεού. Οι χριστιανοί, έχουν ολοκληρωμένο «πιστεύω», το οποίο ο Αριστείδης (στα βασικά του σημεία) είναι σε θέση να παρουσιάσει, σε γενικές γραμμές.

«Οι δε Χριστιανοί γενεαλογούνται από του Κυρίου Ιησού Χριστού. Ούτος δε Υιός του Θεού του υψίστου ομολογείται εν Πνεύματι αγίω απ’ ουρανού καταβάς δια την σωτηρίαν των ανθρώπων και εκ παρθένου αγίας γεννηθείς ασπόρως τε και αφθόρως, σάρκα ανέλαβε και ανεφάνη εν ανθρώποις, όπως εκ της πολυθέου πλάνης αυτούς ανακαλέσηται. Και τελέσας την θαυμαστήν αυτού οικονομίαν, δια σταυρού θανάτου εγεύσατο εκούσια βουλή κατ’ οικονομίαν μεγάλη· μετά δε τρεις ημέρας ανεβίω και εις τους ουρανούς ανήλθεν. Ου το κλέος της παρουσίας εκ της παρ’ αυτοίς καλουμένης ευαγγελικής αγίας γραφής εξέστι σοι γνώναι, βασιλεύ, εάν εντύχης.

Ούτος δώδεκα έσχε μαθητάς οι μετά την εν ουρανοίς άνοδον Αυτού εξήλθον εις τας επαρχίας της οικουμένης και εδίδαξαν την εκείνου μεγαλοσύνη· καθάπερ εις εξ αυτών τας καθ’ ημάς περιήλθε χώρας το δόγμα κηρύττων της αληθείας. Όθεν οι εισέτι διακονούντες τη δικαιοσύνη του κηρύγματος αυτών καλούνται Χριστιανοί. Και ούτοι εισίν οι υπέρ πάντα τα έθνη της γης ευρόντες την αλήθειαν· γινώσκουσι γαρ τον Θεόν κτίστην και δημιουργόν των απάντων εν Υιώ Μονογενεί και Πνεύματι Αγίω και άλλον Θεόν πλην τούτου ου σέβονται. Έχουσι τας εντολάς Αυτού του Κυρίου Ιησού Χριστού εν ταις καρδίαις κεχαραγμένας, και ταύτας φυλάττουσι, προσδοκώντες ανάστασιν νεκρών και ζωήν του μέλλοντος αιώνος» (Απολογία Αριστείδου, κεφάλαιο 15).

Σχόλια κατανόησης
Συνεχίζοντας ο Αριστείδης ο απολογητής, αναφέρεται στον ηθικό βίο των πρώτων χριστιανών. Αφού περιγράφει τα παραπάνω, αναφέρει· «Έτοιμοι εισίν υπέρ Χριστού τας ψυχάς αυτών προέσθαι· τα γαρ προστάγματα Αυτού ασφαλώς φυλάττουσιν, οσίως και δικαίως ζώντες, καθώς Κύριος ο Θεός αυτοίς προσέταξε».

Οι πρώτοι χριστιανοί, όχι μόνο δεν ήταν συμβιβασμένοι με το κοσμικό σύστημα, αλλά ήταν έτοιμοι να βάλουν τις ψυχές τους υπέρ του ονόματος του Ιησού Χριστού. Η ζωή τους καθορίζονταν από την υπακοή στα ουράνια διατάγματα του Χριστού. Έκαναν πράξη την ρήση του αγίου Ιωάννου του Βαπτιστή· «Κάμετε καρπούς αξίους της μετανοίας» (Ματθαίος, γ 8). Αυτή είναι η οδός της αλήθειας που μας χειραγωγεί στην αιώνια μέλλουσα βασιλεία που υποσχέθηκε ο Χριστός.

Ο Αντωνίνος Πίος
«Ου μοιχεύουσι, ου πορνεύουσι, ου ψευδομαρτυρούσι, ουκ επιθυμούσι τα αλλότρια, τιμώσι πατέρα και μητέρα, και τους πλησίον φιλούσι, δίκαια κρίνουσι. Όσα ου θέλουσι αυτοίς γίνεσθαι ετέρω ου ποιούσι, τους αδικούντας αυτούς παρακαλούσι και προσφιλείς αυτούς εαυτοίς ποιούσι, τους εχθρούς ευεργετείν σπουδάζουσι, πραείς εισί και επιεικείς. Από πάσης συνουσίας ανόμου και από πάσης ακαθαρσίας εγκρατεύονται. Χήραν ουχ υπερορώσιν, ορφανόν ου λυπούσι· ο έχων τω μη έχοντι αφθόνως επιχορηγεί· ξένον εάν ίδωσιν υπό στέγην εισάγουσι και χαίρουσι επ’ αυτώ ως επί αδελφώ αληθινώ· ου γαρ κατά σάρκα αδελφούς εαυτούς καλούσι αλλά κατά πνεύμα.

Έτοιμοι εισίν υπέρ Χριστού τας ψυχάς αυτών προέσθαι· τα γαρ προστάγματα Αυτού ασφαλώς φυλάττουσιν, οσίως και δικαίως ζώντες, καθώς Κύριος ο Θεός αυτοίς προσέταξεν, ευχαριστούντες Αυτώ κατά πάσαν ώραν εν παντί βρώματι και ποτώ και τοις λοιποίς αγαθοίς. Όντως ουν αυτή εστίν η οδός της αληθείας, ήτις τους οδεύοντας αυτήν εις την αιώνιον χειραγωγεί βασιλείαν την επηγγελμένη παρά Χριστού εν τη μελλούσι ζωή.

Και ίνα γνως, βασιλεύ, ότι ουκ απ’ εμαυτού ταύτα λέγω, ταις γραφαίς εγκύψας των Χριστιανών ευρήσεις ουδέν έξω της αληθείας με λέγειν. Καλώς ουν συνήκεν ο υιός σου και δικαίως εδιδάχθη λατρεύειν ζώντι Θεώ και σωθήναι εις τον μέλλοντα επέρχεσθαι αιώνα». (Απολογία Αριστείδου, κεφάλαια 15-17).