Ο Προφήτης Ηλίας: Ένας ζωντανός Άγιος!

Loading...


ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ  ΣΗΜΕΡΑ

Γράφει ο π.Στυλιανός Μακρής

Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα από την Καθολική Επιστολή Ιακώβου έγινε λόγος για τον μέγα προφήτη Ηλία, τον προφήτη του «όντως θείου φωτός», του οποίου τη μνήμη και την πυρφόρο ανάβασή του προς το Θεό των φώτων σήμερα η

Πρόδρομος της πρώτης, αλλά και δευτέρας ελεύσεως του Χριστού μας, αποτελεί κορυφή των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, ξεχωριστή μορφή για την ιστορία και τη ζωή της Εκκλησίας, προσωπικότητα μαρτυρίας ένθεης ζωής, πριν και κατά τη διάρκεια της επιγείου παρουσίας του Χριστού, αλλά και μετά από αυτήν. Είναι ο προφήτης που ενώνει στο έργο του όλες τις φάσεις του σχεδίου της σωτηρίας μας, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, ως εικονίζων την υπέρβαση του χρόνου, ως εικονίζων τον «χθες και σήμερον και εις τους αιώνας», τύπος του «πάλαι ποτέ, του «νυν» και «αεί» Ιησού Χριστού.

Είναι ο προφήτης που εικονίζει την κυριαρχία του Δημιουργού επί της κτίσεως, ο προφήτης του πυρός που κατέφαγε το θυσιαστήριο, του ύδατος του «διηρημένου εν τω Ιοδράνη», της του Θεού απαλής αύρας, της ξηράς, της ξηρασίας, της ανομβρίας. Είναι ο προφήτης που ενώνει την Παλαιά με την Καινή Διαθήκη και τα έσχατα, πρόδρομος της παρουσίας, του έργου και της θαυματουργίας του Κυρίου.

Νήστευσε σαράντα ημέρες και νύχτες, καθώς πορευόταν προς το όρος Χωρήβ, όπου συνωμίλησε με τον Θεό και έγινε μάρτυρας της θεικής φωνής μέσα στη δροσερή και λεπτή αύρα, το απαλό αεράκι, προεικονίζοντας τη νηστεία του Θεανθρώπου στην έρημο. Διαβεβαίωσε τη χήρα στα Σεραπτά ότι το αλεύρι και το λάδι δεν θα έλειπαν από το σπίτι της, καθώς η πείνα και η δίψα είχαν θερίσει τον πληθυσμό της περιοχής, μέχρι που τρία χρόνια αργότερα παρακάλεσε τον Θεό για βροχή, προεικονίζοντας έτσι το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων. Ανέστησε τον νεκρό υιό της, προεικονίζοντας την ανάσταση από τον Χριστό του νεκρού υιού της χήρας της Ναίν. Δεν δίστασε να ελέγξη τον επίγειο άρχοντα του Ισραήλ, βασιλέα Αχαάβ, ο οποίος, επηρεασμένος από τη σύζυγό του, ως άλλος Ηρώδης υπό της Ηρωδιάδος, έστειλε ανθρώπους να τον θανατώσουν, προεικονίζοντας τον έλεγχο της αμαρτίας «εν τη σαρκί» του Ιησού Χριστού και την μέλλουσα κρίση, όπου ο άρχων του κόσμου τούτου «βληθήσεται έξω». Διαίρεσε τα ύδατα στον Ιορδάνη «ένθεν και ένθεν», χτυπώντας τα με το μανδύα του, καίπέρασε στην απέναντι όχθη με τον προφήτη Ελισσαίο, προεικονίζοντας το θαυμαστό γεγονός της στροφής του Ιορδάνου εις τα οπίσω κατά την βάπτιση του Χριστού. Ανελήφθη με πύρινο άρμα στον ουρανό, προεικονίζοντας την θεόσωμο Ανάληψη του Κυρίου.

Μεγάλος προφήτης, αδελφοί μου· ίνδαλμα θεοσεβείας. Έβλεπε την ανομία των ανθρώπων, την ειδωλολατρία των ομοεθνών του, και ταραζόταν από θυμό και ιερή αγανάκτηση. Η θερμή του προσευχή κατέβασε φωτιά εξ ουρανού που έκανε στάχτη το πέτρινο θυσιαστήριο.

Θα τον δούμε ζωντανό και πάλι, γιατί δεν πέθανε, όπως ζωντανό τον είδαν κατά τη Μεταμόρφωση στο Θαβώρ οι τρεις μαθητές. Στους έσχατους καιρούς της ιστορίας θα τον δούν όλοι οι άνθρωποι να κηρύττη μαζί με τον προφήτη Ενώχ την δεύτερη και φοβερή παρουσία του Χριστού· θα τον δούν να ελέγχη την αποστασία των ημερών εκείνων, να εξοντώνη τους ιερουργούντες την σύγχρονη ειδωλολατρία, όπως εξωλόθρευσε τότε τους ιερείς των ειδώλων, που παραπλάνησαν τον Ισραήλ· θα τον δούν να μιλά άφοβα για το βδέλυγμα της ερημώσεως, τον αντίχριστο, που θα είναι τότε παγκόσμιος κυβερνήτης· θα τον δούν να θανατώνεται στην Ιερουσαλήμ, να μένη άταφος, αλλά και να ανασταίνεται σωματικά μαζί με τον Ενώχ, προς έκπληξιν όλων των ανθρώπων.

Ζη ο άγιος και είναι παρών στον κόσμο μας, κρυπτόμενος, αναμένων να προσκαλέση και πάλι τον άνθρωπο σε μετάνοια, καθώς «εγγύς η Βασιλεία των ουρανών». Όσοι τελούμε τη μνήμη του, ας γνωρίζουμε ότι δεν τελούμε μνημόσυνο ανθρώπου που πέρασε στην άλλη πλευρά της ζωής, αλλά μνήμη αγίου ζωντανού, που δεν θα διστάση να ελέγξη και τις δικές μας αμαρτίες, κλήρου και λαού, πιστών και απίστων, φτωχών και πλουσίων, αρχόντων και αρχομένων· δεν θα διστάση να τραβήξη την μάχαιρα όχι την υλική, αλλά αυτήν του πνεύματος, για να αποδιώξη νόσους πνευματικές και να καθαρίση την λέπρα της ανορμίας, ώστε να οδηγηθή η ανθρωπότητα στη μετάνοια.