«Μην εμπιστεύεσαι στον εαυτό σου…»

Loading...


Αδέρφια χαίρετε εν Κυρίω. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας την «εξ άνωθεν» συνειδητοποίησή μου για το τι συμβαίνει στο πλάσμα του Θεού, τον άνθρωπο, τον Χριστιανό άνθρωπο κατά τη διάρκεια της επίγειας ύπαρξής του.

Με την απόλυτη βοήθεια του Άγιου Νικόδημου του Αγιορείτου και του βιβλίου του «Ο Αόρατος Πόλεμος» (από όπου έχουν παρθεί όλα όσα γράφω) , αλλά φυσικά και τη χάρη του Θεού, κατάλαβα ότι από την ώρα που θα βαπτισθούμε και θα υποσχεθούμε στο Θεό να πολεμούμε γι’ αυτόν μέχρι να πεθάνουμε για χάρη του ονόματος του, βρισκόμαστε εν τω μέσω πολέμου, όχι μόνο αντιληπτού και ορατού με εχθρούς σωματικούς και οφθαλμοφανείς, αλλά ενός αόρατου πολέμου, που γίνεται στο νου.

Όπως ακριβώς είπε ο Απόστολος Παύλος «ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις.» δηλαδή «δεν έχουμε να παλαίψουμε με ανθρώπους, αλλά με αρχές και εξουσίες, δηλαδή με τους κυρίαρχους του κόσμου τούτου, τα πονηρά πνεύματα που βρίσκονται ανάμεσα στη γη και στον ουρανό». (Έφεσ. 6,12).»

«Και οι στρατιώτες που πολεμούν σε αυτό τον πόλεμο είναι όλοι οι χριστιανοί. Αρχιστράτηγος των χριστιανών παρουσιάζεται ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, περιτρι-γυρισμένος με όλους τους χιλιάρχους και εκατοντάρχους, δηλαδή με όλα τα τάγματα των «Αγγέλων και των Αγίων»• πεδίο αγώνα και τόπος και πολεμήστρα, μέσα στον οποίο ο πολεμος αυτός γίνεται, είναι η ίδια η καρδιά και όλος ο εσωτερικός άνθρωπος, και χρόνος του πολέμου είναι όλη μας η ζωή.

Ποια πάλι είναι τα όπλα, με τα όποια εξοπλίζει τους στρατιώτες του ο Αόρατος αυτός Πόλεμος; Ακούστε• η περικεφαλαία αυτών και το σκουτάρι, είναι η εκπληρωμένη δυσπιστία και η απελπισία του εαυτού τους. Η σημαία τους και το σιδερένιο πουκάμισο, είναι το θάρρος προς τον Θεό και η βέβαιη ελπίδα. Ο θώρακας και το περιστήθιο τους, είναι η μελέτη των παθών του Κυρίου. Η ζώνη τους είναι η αποχή απο τα σαρκικά πάθη. Τα υποδήματά τους, είναι η ταπείνωσις και η πείγνωσις της ασθένειάς τους. Η ασπίδα, δηλαδή το καλκάνι τους, είναι η υπομονή στους πειρασμούς και η απομάκρυνσις της αμέλειας. Η μάχαιρα, που κρατάνε από το ένα χέρι, είναι η ιερά προσευχή, τόσο η λεγόμενη νοερά και προφορική, όσο και αυτή που γίνεται με την μελέτη. Και, τρίλογχο κοντάρι, που κρατούνε από το άλλο χέρι, είναι το να μη κάνουν συγκατάθεσις στο πάθος, που τους πολεμεί, να το διώχνουν με οργή και να το μισούν και να το συχαίνωνται από την καρδιά τους. Τροφή τους, από τήν οποία παίρνουν για να δυναμώνουν εναντίον των εχθρών, είναι η συνεχή μετάληψις της θείας Κοινωνίας, τόσο της θείας μυσταγωγίας του θυσιαστηρίου, όσο και της νοεράς, και αέρας φωτεινός και ανέφελος, μέσα από τον οποίο βλέπουν από μακριά τους εχθρούς, είναι η παντοτινή γύμνασις του νου στο να γνωρίζη σωστά τα πράγματα και η παντοτεινή γύμνασις της θελήσεως, στο να θέλη μόνον να εύαρεσθή το Θεό, και η ειρήνη της καρδιάς και η ησυχία.» (Πρόλογος από ΄΄Ο Αόρατος Πόλεμος΄΄ Άγιου Νικόδημου Αγιορείτου)

«Τώρα λοιπόν, που έμαθες απο τι αποτελείται η χριστιανική τελειότητα και ότι για να την αποκτήσης πρέπει να έχης ένα παντοτινό και σκληρότατο πόλεμο εναντίον του εαυτού σου, είναι ανάγκη να προμηθευθής τέσσερα πράγματα, σαν οπλισμό πολύ ασφαλή και αναγκαίο, για να γίνης νικητής σε αυτόν τον αόρατο πόλεμο και να λάβης το στεφάνι. Και αυτά είναι: α’) το να μην εμπιστεύεσαι ποτέ τον εαυτόν σου, β’) το να έχης πάντα όλο σου το θάρρος και την ελπίδα στο Θεό γ’) το να αγωνίζεσαι πάντα• και δ’) το να προσεύχεσαι. Για αυτά θέλω να σου μιλήσω ξεχωριστά, συν Θεώ, σύντομα.» (Κεφάλαιο Α΄)
Δεν πρέπει να εμπιστευώμαστε, ούτε να δίνουμε θάρρος ποτέ στον εαυτό μας.

«Το να μην εμπιστεύεσαι τον εαυτόν σου, αγαπητέ μου αδελφέ, είναι τόσο αναγκαίο σε αυτόν τον πόλεμο, που χωρίς αυτό, να είσαι βέβαιος, ότι, όχι μόνον δεν θα μπορέσεις να πετύχεις τη νίκη που επιθυμείς, άλλ’ ούτε καν να αντισταθείς στο παραμικρό και αυτό, ας τυπωθεί καλά στο νου σου.

Γιατί, εμείς πράγματι, όντας φυσικά διεφθαρμένοι απο τη φύσι μας από τον καιρό της παραβάσεως του Αδάμ, έχουμε σε μεγάλη υπόληψι τον εαυτό μας, η οποία αν και δεν είναι αλήθεια, παρά ένα ψέμα και τίποτα άλλο, εμείς όμως, νομίζουμε με μία απατηλή εντύπωση, πως είμαστε κάποιοι. Αυτό είναι ένα ελάττωμα, που πολύ δύσκολα αναγνωρίζεται, και που δεν αρέσει στό Θεό, ο οποίος αγαπά να εχουμε εμείς μία γνώσι χωρίς δόλο γι’ αυτή την βεβαιότατη αλήθεια.

Δηλαδή, να ξέρουμε, ότι κάθε χάρι και αρετή που έχουμε, προέρχεται από αυτόν μόνο, που είναι η πηγή κάθε αγαθού και οτι, από μάς, δεν μπορεί να προέλθη κανένα καλό, ούτε κανένας καλός λογισμός, που να του αρέση. Αν και αυτή η αναγκαιότατη αλήθεια (δηλαδή, το να μη πιστεύουμε στον εαυτόν μας) είναι έργο του θεϊκού του χεριού, που συνηθίζει να το δίνη στους αγαπημένους του φίλους, πότε με εμπνεύσεις και φωτισμούς, πότε με σκληρά μαστιγώματα και θλίψεις, πότε με βίαιους και σχεδόν ανίκητους πειρασμούς, και πότε με άλλα μέσα, που εμείς δεν καταλαβαίνουμε• με όλα αυτά, θέλει να γίνεται και από μέρους μας εκείνο, που ανήκει, και είναι δυνατόν σε μάς. Γι’ αυτό λοιπόν, αδελφέ μου, σου σημειώνω εδώ τέσσερεις τρόπους, με τους οποίους μπορείς, με τη βοήθεια του Θεού, να πετύχης αυτή την αμφιβολία του εαυτού σου, δηλαδή, το να μην εμπιστεύεσαι ποτέ τον εαυτό σου.

Ο α’ είναι το να γνωρίσης την μηδαμινότητά σου και να σκεφθής, ότι από μόνος σου δεν μπορείς να κάνης κανένα καλό, για το οποίο να γίνης άξιος της βασιλείας των ουρανών.

Ό β’ το να ζητής για αυτό πολλές φορές βοήθεια από τον Θεό με θερμές και ταπεινές δεήσεις, επειδή αυτό είναι χάρισμα δικό Του• και αν θέλης να το πάρης, πρέπει πρώτα να σκεφθής τον εαυτό σου, όχι μόνο γυμνό από αυτή τη γνώσι του εαυτού σου, αλλά και κατά τα πάντα αδύνατο να την απόκτησεις• έπειτα, να μιλάς με οικειότητα πολλές φορές μπροστά στη μεγαλειότητα του Θεού, και πιστεύω σταθερά, εξ αιτίας του πελάγους της ευσπλαγχνίας του, θα σου την δώση, όταν αυτός γνωρίση, μην αμφιβάλλης καθόλου, οτι θα την απολαύσεις.

Ό γ’ τρόπος, είναι το να συνηθίσης να φοβάσαι πάντα τον εαυτό σου• να φοβάσαι τους αναρίθμητους εχθρούς, στους οποίους, δεν είσαι δυνατός να κάνης ούτε την παραμικρή αντίστασι, να φοβάσαι τη πολύ δυνατή τους συνήθεια στο να πολεμούν• τις πανουργίες, τα στρατηγήματα τους, τις μεταμορφώσεις τους σε αγγέλους φωτός• τα αναρίθμητα τεχνάσματα και παγίδες, που σου στήνουν κρυφά στόν ίδιο το δρόμο της αρετής.

Ό δ’ τρόπος είναι, όταν πέσης σε κανένα ελάττωμα να σκεφθής καθαρά την απόλυτη αδυναμία σου• επειδή, γι’ αυτό το σκοπό παραχώρησε ο Θεός να πέσης, για να μάθης καλύτερα την ασθένειά σου11 και έτσι να μάθης, όχι μόνο να περιφρονής εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου σαν ένα τίποτα, αλλά και να θέλης να σε καταφρονούν και οι άλλοι σαν τέτοιου είδους ασθενή. Γιατί χωρίς αυτή την θέλησι, δεν είναι δυνατό να γίνη αυτή η ενάρετη δυσπιστία του εαυτού σου, η οποία έχει το θεμέλιό της στην αληθινή ταπείνωσι και στην προλεγόμενη έμπρακτη γνώσι της δοκιμής.

Οπότε, καθ’ ένας βλέπει πόσο απαραίτητο είναι σ’ εκείνον που θέλει να ενωθή με το ουράνιο φως, το να γνωρίση τον εαυτό του, την οποία γνώσι συνηθίζει να την δίνη η ευσπλαγχνία του Θεού στους υπερήφανους και προληπτικούς, μέσα απο τις πτώσεις, αφίνοντάς τους δηλαδή με δίκαιο τρόπο να πέφτουν σε κανένα ελάττωμα (από το οποίο νομίζουν πως ημπορούν να φυλαχτούν) για να γνωρίσουν την αδυναμία τους, και να μη εμπιστεύωνται πλέον στον εαυτόν τους καθόλου.

Αλλά αυτό το μέσο, το τόσο άθλιο και αναγκαστικό, δεν συνηθίζει να το μεταχειρίζεται πάντοτε ο Θεός, παρά, όταν τα άλλα μέσα, τα πιό ελεύθερα, όπως είπαμε, δεν προξενούν στον άνθρωπο αυτή την επίγνωσι του εαυτού του• γιατί τότε παραχωρεί να πέση ο άνθρωπος σε σφάλματα τόσο μεγαλύτερα ή μικρότερα, όσο είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη και η υπερηφάνεια και η υπόληψις, που έχει για τον εαυτό του• ώστε, όπου δεν υπάρχει καμία απολύτως υπόληψις• καθώς συνέβη στη Παρθένο Μαρία, εκεί δεν υπάρχει παρομοίως ούτε και καμία πτώσις• λοιπόν, όταν εσύ πέσεις, τρέξε αμέσως με τον λογισμό στη ταπεινή γνώσι του εαυτού σου, και με επίμονη προσευχή ζήτησε από το Θεό να σου δώση το αληθινό φώς, γιά να γνωρίσης την μηδαμινότητά σου και να μην δείχνης εμπιστοσύνη καθόλου στον εαυτόν σου, εάν θέλης να μη πέσης πάλι και μάλιστα σε μεγαλύτερη βλάβη και φθορά.»