Η δίκη του Χριστού και η αναψηλάφηση της

Loading...


Ο μωσαϊκός και ο ρωμαϊκός νόμος
και ποιος είχε (τελικά) την ευθύνη
για το μαρτύριο και τον θάνατο του

Του Παναγιώτη Ι. Μπούμη  
Ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Ειδικότητα Κανονικό Δίκαιο)

Από το ένθετο «δημοκρατία & ορθοδοξία» της εφημερίδας «Δημοκρατία» Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Περίπου από το 33 μ.Χ. και μετά γίνεται λόγος για μια δίκη και καταδίκη σε σταυρικό θάνατο του Ιησού Χριστού. Άλλοι μιλούν για (κατά)δίκη βάσει του μωσαϊκού νόμου και άλλοι βάσει του ρωμαϊκού δικαίου. Και οι δύο όμως πλευρές δεν ικανοποιούν, γιατί ο Ιησούς Χριστός ήταν τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος και επομένως ήταν αναμάρτητος. Δεν ήταν παράνομος ούτε ως προς το ένα ούτε ως προς το άλλο δίκαιο.
Παρά ταύτα, επειδή γύρω στο 33 μ.Χ. έλαβε χώρα αυτή η (κατά)δίκη του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, πολλοί επιχειρούν να ανατρέψουν το «δόγμα» περί της αθωότητας Του. Και στον ισχυρισμό τους αυτό επιμένουν από το ότι δήθεν όλος ο ιουδαϊκός λαός ανέλαβε την ευθύνη για την (καταδίκη αυτή (πρβλ. Ματθ.27,25).
Οπότε εδώ ανακύπτουν τα εξής ουσιαστικά ερωτήματα: Τι ήταν πράγματι ο Ιησούς, ένοχος ή αθώος; Και, δεύτερον, ποιος τον καταδίκασε; Και ειδικότερα: Ποιος έχει την ευθύνη για τον σταυρικό Του θάνατο;
Οι πληροφορίες οι οποίες προσφέρονται γι’ αυτήν την (κατά)δίκη είναι καταγεγραμμένες κυρίως στα τέσσερα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Αυτά αποτελούν τις αυθεντικότερες πηγές του κοσμοϊστορικού αυτού γεγονότος.

Τα δεδομένα

Βάσει, λοιπόν, αυτών των μαρτυριών έχουμε τα εξής δεδομένα: Από πλευράς του ρωμαϊκού δικαίου δεν υπάρχει θέμα ενοχής του Ιησού Χριστού, γιατί έχουμε την επίσημη-κατηγορηματική διαβεβαίωση του Ρωμαίου ηγεμόνα της Παλαιστίνης Ποντίου Πιλάτου, ο οποίος έπειτα από ανάκριση απεφάνθη λέγοντας «εγώ ουδεμίαν ευρίσκω εν αυτώ αιτίαν» (Ιω. 18,38. Πρβλ. καιΛουκ.23,21).
Και ερχόμαστε να ερευνήσουμε αν υφίσταται θέμα από πλευράς του ιουδαϊκού νόμου: Η βασική κατηγορία στην οποία στηρίχθηκαν ο αρχιερέας Καϊάφας και το Ιουδαϊκό Συνέδριο για να καταδικάσουν τον Ιησού ήταν «ότι εποίησεν εαυτόν Υιόν Θεού» (Βλ. Ματθ. 26,65-66).
Τούτο όμως δεν μπορεί κανείς να ισχυρισθεί ότι βρίσκει έρεισμα στον Νόμο της Π. Διαθήκης, γιατί αυτός λέει να μη χρησιμοποιείται το όνομα του Θεού επί ματαίω,
ασκόπως, και να μη βλασφημείται (Πρβλ. Εξοδ. 20,7, Λευιτ. 24,16), και όχι ότι απαγορεύεται κάποιος να λέει ότι είναι υιός του Θεού. Εξάλλου και πολλοί Ιουδαίοι είχαν διακηρύξει ότι «έναν πατέρα έχομεν, τον Θεόν» (Ιω. 8,41) και όμως δεν κατηγορήθηκαν από τους γραμματείς ως ένοχοι βλασφημίας. Άλλωστε δεν ήταν και αντίθετη προς τη διδασκαλία της Π. Διαθήκης μια τέτοια αυτομαρτυρία. Ήδη στον Ψαλμ. 2,7 λέγεται: «Κύριος είπεν προς με• Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγένηκάσε».

Πάντως φαίνεται ότι ούτε οι αρχιερείς ήταν βέβαιοι για τη βασιμότητα αυτής της κατηγορίας. Και τούτο γίνεται αντιληπτό από το ότι, αντί να χρησιμοποιήσουν εξαρχής αυτήν την κατηγορία, προσπάθησαν με άλλες κατηγορίες να τον καταδικάσουν. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι θέλησαν να ενοχοποιήσουν τον Ιησού ακόμη και με ψευδομάρτυρες (Μάρκ. 14,56 και 59).
Έτσι όμως όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, το γεγονός είναι ότι είτε από άγνοια είτε από φθόνο παρασύρθηκαν και παραπλανήθηκαν πρώτα οι ίδιοι οι αρχιερείς και οι γραμματείς της τότε εποχής. Ύστερα παραπλάνησαν και όλο το Ιουδαϊκό Συνέδριο και μέρος του λαού που τους ακολουθούσε πιστά. Ακόμη και τον Πιλάτο παρέσυραν, τον οποίον επιπροσθέτως εκφόβησαν τεχνηέντως, για να ενδώσει στη θέληση τους και να δώσει την εντολή στους στρατιώτες του να σταυρώσουν τον Ιησού Χριστό.

Τα συμπεράσματα

Μετά την παράθεση των ανωτέρω μαρτυριών μπορούμε να διατυπώσουμε επιγραμματικούς και τα εξής:
1)      Οι τότε θρησκευτικοί άρχοντες του ιουδαϊκού λαού ήταν εκείνοι που καταδίκασαν τον Ιησού Χριστό σε θάνατο (πρβλ. Ματθ. 20,18-19, Μάρκ. 10.33-34 και Λουκ. 18,32-33).
2)         Δεν ήταν όλος ο λαός εκείνος που σταύρωσε τον Χριστό ή που απαίτησε να σταυρωθεί. Ποια ευθύνη μπορούσαν να έχουν εκείνοι οι οποίοι δεν παροικούσαν στην Ιερουσαλήμ αλλά σε άλλες πόλεις της Ιουδαίας;
3)         Αλλά και εκείνοι από τον λαό που απαίτησαν τότε να σταυρωθεί το έπραξαν εν αγνοία, παραπλανηθέντες δολίως από τους θρησκευτικούς ηγέτες τους. Και τούτο ενισχύεται και από το ότι δεν ήταν λογικό να (αυτό)καταδικάσουν τους ίδιους τους εαυτούς τους και τα παιδιά τους με το φρικτό εκείνο ανάθεμα «το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Ματθ. 27,25), αν γνώριζαν τα πράγματα.

***
Η συλλογική «ενοχή» των εθνών,
ο ρόλος των Ιουδαίων
και ο (αυτό)αναθεματισμός

Είναι σημαντικό να προσθέσουμε ότι με αυτή τους την (αυτοκαταδίκη εμφανίζονται ότι αντιπροσωπεύουν και τις επερχόμενες γενεές των Ιουδαίων, τους απογόνους τους, και ότι υπάρχει μια συλλογική ευθύνη. Αλλά το ερώτημα είναι αν πράγματι τους αντιπροσωπεύουν. Η απάντηση μπορεί να είναι θετική μόνον εάν λάβουμε υπόψη ότι ο Χριστός σταυρώθηκε για τις αμαρτίες όλων και όχι ότι συναίνεσαν τα «τέκνα» τους στη σταύρωση του Ιησού.

Αλλά μήπως τότε αντιπροσωπεύουν όχι μόνο τους Ισραηλίτες, αλλά κατ’ επέκταση όλη την ανθρωπότητα; Οι λόγοι του Κυρίου στο Ματθ. 20,18-19, Μάρκ. 10,33-34 και Λουκ. 18,32-33, ενώ την ευθύνη για την απόφαση της καταδίκης Του την περιορίζουν στους αρχιερείς, αντιθέτως την πράξη της σταυρώσεως την επεκτείνουν στα έθνη. Ήδη και ο προφήτης Ησαΐας είχε προείπει: «Ούτος τας αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται» (Ησ. 53,4)• Άρα και για τη σταυρική οδύνη του Κυρίου έχουμε όλοι οι άνθρωποι τη σχετική ευθύνη.

Συνεπώς έχει δίκαιο και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος που μιλάει για «ταπείνωση και μετάνοια σε όσα η ανθρωπότητα τότε και σήμερα «μελετά» εναντίον του Χριστού».
Τέλος, ειδικότερα και οι σημερινοί Ισραηλίτες μπορούν σαν αντιπρόσωποι και των τότε προγόνων τους κατ’ αντίστροφο τρόπο να αποτινάξουν τον παλαιό εκείνο επιβληθέντα βαρύ αυτοαναθεματισμό και την αυτοκαταδίκη τους με μια επιτυχημένη (ανά) θεώρηση των γενομένων.