Η απελευθερωτική λειτουργία της Νηστείας

Loading...


Στην πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη του κ. Χρυσόστομου Χατζηλάμπρου για τη σύνδεση μεταξύ Απεργίας Πείνας και Νηστείας, εξετάζεται σήμερα η πατερική θεώρηση της ελευθερίας που χαρίζει η νηστεία και σύνολη η χριστιανική άσκηση.

Η χριστιανική διδασκαλία δε δείχνει περιφρόνηση στην ύλη και στο ανθρώπινο σώμα, αλλά επιδιώκει την απελευθέρωση από τα πάθη του. «Με την τήξη του σώματος διευκολύνεται η χαλιναγώγηση των επιθυμιών και ο αγώνας κατά της αμαρτίας και των παθών»[91]. Η γαστριμαργία θεωρείται ότι εξάπτει το σαρκικό φρόνημα και διεγείρει τις ορμές. Με τη νηστεία επιδιώκεται ο μαρασμός της επιθυμίας και ο καθαρισμός του νου από τις υλικές επιθυμίες[92]. Κύριος στόχος η καθαρότητα όλου του ψυχοσωματικού ανθρώπου. Θεωρείται ρίζα των αρετών και αρχή των θείων εντολών[93], γιατί επιτρέπει την ευχερέστερη κίνηση του νου προς τα Έσχατα.

Γενικά η εκούσια αποχή από την τροφή συστήνει την καθολική εγκράτεια και την ασκητική τοποθέτηση απέναντι στα υλικά στοιχεία του κόσμου. Ο χαρακτήρας της νηστείας ανασταλτικός και καθαρτικός δεν καταστέλλει μόνο τις άτακτες κινήσεις του σώματος, αλλά ελευθερώνει ταυτόχρονα από τα πάθη της ψυχής, καθαίρει τις αισθήσεις, θανατώνει τη φιληδονία, μαραίνει τις σαρκικές επιθυμίες και κοιμίζει τις επαναστάσεις του σώματος.

Για τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, η νηστεία γίνεται φάρμακο της ψυχής, μεταβολή του βίου, θεραπευτικό μέσο, αλλά και δηλητήριο, εάν περιορίζεται στην αποχή της τροφής, μόνο και όχι στην απομάκρυνση από την αμαρτία[94]. Η γαλήνη του πνεύματος δεν είναι καθόλου αυτονόητη χωρίς την άσκηση του σώματος, αλλά και η πνευματική ζωή δεν είναι διανοητική κατάσταση. Η νηστεία, ως σωματική και η προσευχή, ως ψυχική αρετή, αφορούν όλον τον άνθρωπο ως ψυχοσωματική οντότητα. Το νόημα της αληθινής νηστείας δε βρίσκεται στην αποχή ή στον περιορισμός της τροφής, αλλά στην ταυτόχρονη αλλοτρίωση του ανθρώπου από ανάρμοστες στη φύση του σκέψεις, λόγους και πράξεις. Η πείνα χάνει το νόημά της, όταν χωρίζεται από την αγάπη και την ειλικρινή μετάνοια. Σε τέτοια περίπτωση, δε διαφέρει από μια τυπική πράξη, μια δίαιτα ή και διαμαρτυρία της κτιστότητάς του που ικανοποιεί την εγωκεντρική διάθεσή του.

Ο Μέγας Βασίλειος ονομάζει τη νηστεία «φάρμακον αμαρτίας αναιρετικόν»[95], γιατί αποβλέπει στην καλλιέργεια της ταπείνωσης[96], ελευθερώνει και επαναφέρει τον άνθρωπο στην προγενέστερη ελευθερία του. Η μεταβολή αυτή συντελεί στην ενοποίηση του διασπασμένου ανθρώπου και περνά μέσα από τη μετάνοια και την κάθαρση από τα πάθη του[97]. Η καθολική εγκράτεια και η ασκητική τοποθέτηση απέναντι στα υλικά στοιχεία του κόσμου οδηγούν τις προσωπικές επιθυμίες και τα πάθη σε υποταγή και προσανατολίζουν τη βούληση στη νέκρωση και σταύρωση του σαρκικού φρονήματος και των εμπαθών επιθυμιών (Κολ. 3, 5 και Γαλ. 5, 24).

Θεωρείται ενέργεια παθοκτόνος και «φάρμακον παθών καθαρτήριον»[98], γιατί αποδιώχνει και απαλλάσσει από πονηρούς λογισμούς, φιλήδονες πράξεις και σαρκικές επαναστάσεις. Ο σκοπός και οι στοχεύσεις της δεν έχουν να κάνουν με πράξεις τυπολατρικές και επίδειξης, αλλά περισσότερο με τη μεταβολή της πορείας του βίου, τη σταθερότητα της ψυχής στο «καθ’ομοίωσιν», την αποκατάσταση του αμαυρωμένου «κατ’ εικόνα» και την πορεία για την προσωπική θέωση μέσα από την κοινωνία προσώπων.

Η τελείωση που επιδιώκεται με τον ασκητικό αγώνα, επειδή δεν εμπεριέχεται στην κτιστή φύση του ανθρώπου, γίνεται δυνατή με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Η τήρηση νόμων, επιταγών και υποχρεώσεων δε δικαιώνει την έλευση του Χριστού στον κόσμο (Ιω. 14, 6). Η βάση της χριστιανικής άσκηση βρίσκεται στον πόθο του πιστού να αποκτήσει και να βιώσει την αγάπη του Χριστού[99], σε μια σχέση θεμελιωμένη στις αρχές της ελευθερίας, ως αυτεξούσιο και μοναδικό πρόσωπο και όχι η ηθική βελτίωσή του. Στο πρίσμα αυτό, η εκούσια άρνηση τροφής κατά την ορθόδοξη διδασκαλία, δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέσο εκδήλωσης της ελευθερίας και σύνεσης του ανθρώπου στην προσπάθεια του να αποκτήσει τη θεία δωρεά της κατά χάρη θεώσεως του και της ελεύθερης μετοχής του στη γνώση του Θεού[100].

[Συνεχίζεται]

[91]Πρβλ. Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, Χριστιανική Ηθική ΙΙ. Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 550.

[92]Βλ. Μάξιμο τον Ομολογητή, Κεφάλαια περί Αγάπης,  Α΄ εκατοντάς 1, 79 P. G. 90, 977.

[93]Βλ. Γρηγορίου Παλαμά, Εν τω καιρώ της νηστείας και της προσευχής Ομιλία Θ΄, P. G. 151, 104D – 109B.

[94]Βλ. Ιω. Χρυσοστόμου, Εις τους Ανδριάντας Ομιλία Γ΄, P. G. 49, 51-52.

[95]Πρβλ. Μ. Βασιλείου, Περί νηστείας Λόγος Α΄, ό. π., P. G. 31, 165B.

[96]Βλ. Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΗ, Χριστιανική Ηθική ΙΙ. Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 447.

[97]Βλ. Ν. Γ. KOΪΟΥ, ό. π., σελ. 48.

[98]Πρβλ. Ιω. Κλίμακος 26, P. G. 88, 1041A.

[99]Βλ. Ν. Γ. KOΪΟΥ, ό. π., σελ.  51.

[100]Βλ. στο ίδιο, σελ. 96.