Η Αγία Οσιομάρτυς Ολυμπία και το φρικτό Μαρτύριό της

Loading...


Το φθινόπωρο του 1235, έφτασε κι ένα κουρσάρικο στη Μυτιλήνη κι άραξε στη Θερμή. Οι γερόντισσες στις Καρυές πήρανε μυρωδιά το πράγμα έγκαιρα, είχανε σκοπιές στην Παντέρα και βολιδοσκοπούσανε τις θάλασσες. Σκεφτήκανε οι καλόγριες, τι να κάνουνε, όπου φύγει φύγει.

Στις Καρυές ηγουμένευε εκείνο τον καιρό η Ολυμπία, νταρντανογυναίκα με καρδιά, στα σαράντα της τότε, πάταγε και τράβαγε, που λένε, σ’ όλη τη Λέσβο την είχαν ακουστά, ελεημοσύνες, αγρυπνίες, κηρύγματα, έργα πολλά!…

Ηγουμένη από το 1220 παράλαβε καλές αρχές και τρόπους από την προκατόχισσά της τη Δωροθέα που της έπεφτε από τη μάνα της και θεία. Πολίτισσα από παπαδόσογο η μάνα της παντρέφτηκεν επίσης παπά, πολύ μορφωμένο και κοσμογυρισμένο, από της Αρκαδίας τα μέρη, στην Πελοπόννησο. Δέκα χρονών η Ολυμπία ορφάνεψε κι έτσι έγινε κι έπεσε στα χέρια της θείας της, που ήταν κιόλας ηγουμένη στις Καρυές. Να γιατί κι η Ολυμπία από νήπιο είχε πέσει με τ’ αγιωτικά και τα μοναστήρια. Κι ευσεβής, πιστή, και ψυχωμένη, με τ’ όνομα της Παναγίας στο στόμα η κάθε κουβέντα της.

Φτάσανε λοιπόν οι κουρσάροι στο μοναστήρι, φευγάτες οι πιο πολλές καλόγριες. «Βρε, πού ‘ναι τες, να μου τις φέρετε όλες δεμένες στο ίδιο σκοινί», χούγιαζε ο αρχικουρσάρος, πουθενά αυτές, είχανε πια κρυφτεί στις σπηλιές του Παλαμά. Δώσανε και πήρανε τα σκυλιά, ξεσπάσανε σ’ εκείνες που είχανε μείνει.

Μια Μυρσίνη και μια Μαρία από την Πέτρα τις ατιμάσανε με το χειρότερο τρόπο, βάλε τώρα με νου σου! Μια Ευφροσύνη, γριά στα ογδόντα της, σχεδόν πιασμένη ολόκληρη, τη σεβαστήκανε, μα τα τούραγνά της, άλλο που ν’ ακούς.

Την κρεμάσανε, σου λέει, ζωντανή από τη Μεγάλη Καρυδιά και μια αφάνα αποκάτω. Την άλλη μέρα τη βρήκανε καψαλισμένη.

Η Ολυμπία από την άλλη μεριά τους περίμενε με το χαμόγελο στην πόρτα. «Τι θέλουνε οι λεβέντες; Εδώ δεν έχουμε τα ζητούμενα… Λάδι, τροφές, ορίστε, και στα καΐκια σας». Την κοίταξε στραβά ο αρχικουρσάρος.
«Απ’ όλα τ’ αγαθά υπάρχουν, κυρά, αλλά έλα εσύ να τα βρούμε μαζί εμείς οι καπεταναίοι!»
«Έξω, οι άπιστοι!…»
«Το μαχαίρι διατάζει, όχι εσύ, φέρτε μου εδώ τη μικρότερη!»
«Τη Μυρσίνη την πήρατε, η Ευφροσύνη…»
Τη μικρότερη!
Δεν υπάρχει….
«Και στου βοδιού το κέρατο να την κρύψεις, θα τη βρω και θα λογαριαστούμε…

Δε βρέθηκε τίποτα. Το μεσημέρι αρχίσανε τη λεηλασία. Κατά το δειλινό επιτεθήκανε για καλά στην Ολυμπία που ήτανε από το κολατσιό δεμένη στην καρυδιά, δίπλα η Ευφροσύνη να καρβουνιάζει σαν τ’ αρνί της Λαμπρής. «Αρχιρουφιάνα το σώμα σου!», τίποτα η Ολυμπία, τους κρατούσε, σου λέει, μακριά με το βλέμμα και το χαμόγελο, τόσο πιστή, τόσο υπομονή, τόσο καρτερική που ήταν η μακάρια…

Από τα πολλά δεν κρατήθηκεν ο αρχικουρσάρος, «τη γύφτισσα, την πείξια, τη δείξια, τη μάγισσα, στην πόρτα ζωντανή, δε θέλει άντρα, να τη φάνε το λοιπόν τα καρφιά, έτσι ζωντανή!…»

Δυο τόσες ώρες κράτησε το κάρφωμα, μέχρι αργά τη νύχτα. Ματάλαβε η γυναίκα στους πόνους, 32 καρφιά στα πόδια και στα χέρια καρφωμένη πάνω στο πορτόφυλλο του κελλιού της. «Φτου το φιλότιμο σου, μωρ’ δε θα σε γλυτώσει ο Χριστός, έτσι που κατάντησες, τι καζάντισες;», τσίριζεν ο αρχικουρσάρος. «Κι άλλα σου πρέπουνε τέτοια που είσαι…»

Ήταν εκεί και δυο-τρεις σιδεροβελόνες που πλέκανε τα μάλλινα, τις είχανε πυρώσει στη φωτιά, και τι του λέει ο Δαίμονας, τις μπήγουνε —το λέω και ξεσκουφώνει το κορμί μου— μια στο κατωσάγωνο, «να, για να καταλάβεις τη γλύκα του Χριστού», και την άλλη στα δυο αφτιά, πάντα σε πάντα, «για ν’ ακούς, και στο εξής να καταλαβαίνεις καλά!…»

Σπανίως η μανία των ανθρώπων, έστω και κουρσάρων, εκφράστηκε με τόση αγριότη. Θεέ μ’ συχώρα μας. Το μαρτύριο της Ηγουμένης Ολυμπίας είναι κάτι το απίστευτο. Αφού την επομένη που ήρθαν οι Χριστιανοί να ετοιμάσουν τα λείψανα για την ταφή, το σκήνωμά της βρέθηκε ταβλιασμένο απάνω στην πόρτα ένα με το ξύλο, αδύνατο να ξεκαρφωθεί. Την τυλίξανε και την κηδέψανε με την πόρτα…»

Πηγή: «Άγραφον – Η Αποκάλυψη του Αγίου Ραφαήλ» του Φωτίου

alt