H διαθήκη του κτίτορος της ρουμάνικης σκήτης Οσίου γέροντος Νήφωνος Ιερομονάχου

Loading...


Εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

Ἐγώ ὁ ὑπογεγραμμένος Νήφων Μεγαλόσχημος ἱερομόναχος, βλέποντας τόν ἑαυτό μου πολύ ἀδύνατον, λόγῳ τῶν γηρατειῶν καί εὑρισκόμενον πλησίον τοῦ θανάτου, ἐπειδή δέν γνωρίζω οὔτε τήν ἡμέρα, οὔτε τήν ὥρα στήν ὁποία θά μέ καλέση ὁ Δίκαιος Κριτής ν᾿ ἀπολογηθῶ γιά τίς ἁμαρτίες μου, ἐθεώρησα ὡς πατρικό μου καθῆκον νά ἀφήσω σ᾿ἐσᾶς, τά πνευματικά μου παιδιά, αὐτούς τούς ὀλίγους λόγους καί τελευταῖα νά σᾶς παρακαλέσω νά μνημονεύετε καί ἐμένα τόν Πνευματικό σας Πατέρα, ἄν καί δέν ἤμουν ἄξιος νά εἶμαι πνευματικός σας ὁδηγός καί διδάσκαλος.
Λοιπόν, ἐγώ, τώρα παιδιά μου, πηγαίνω πρός τόν Δίκαιον Κριτήν, διότι ἤδη ἔφθασε ὁ καιρός τῆς ἐμῆς ἀναχωρήσεως. Ἐνῶ ἐσεῖς, ἐπειδή ἔχετε ἀκόμη καιρό μπροστά σας, πρέπει νά φροντίσετε γιά τίς ψυχές σας, γνωρίζοντας πολύ καλά, ὅτι μετά τήν πάροδο αὐτῆς τῆς ζωῆς, δέν μᾶς ὠφελεῖ πλέον τίποτε ἡ μετάνοια.

Ὁπότε αὐτός εἶναι λοιπόν ὁ καιρός τῶν ἀσκητικῶν πόνων, ἐνῶ στήν ἄλλη ζωή ὁ καιρός τῶν στεφάνων καί ἀμοιβῶν. Ὅλα τά εὐχάριστα καί εὔθυμα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, τά ὁποῖα γιά ὀλίγο διάστημα τέρπουν καί χαροποιοῦν τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος, ἀμέσως μᾶς ἐγκαταλείπουν καί χάνονται.

Ἡ χαρά ὅμως καί ἡ εὐφροσύνη τῶν πέραν τοῦ τάφου ἀγαθῶν εἶναι παντοτεινή καί αἰώνιος.

Εἶναι γνωστόν,ὅτι λόγῳ ἀπροσεξίας καί ἀμελείας μας πέφτουμε ἀπό τήν ἀγάπη καί τόν πόθο τῶν ἀφθάρτων ἀγαθῶν. Γι᾿ αὐτό σᾶς λέγω: Νά ἀγωνιζώμεθα μέ ὅλες τίς δυνάμεις μας μέ τήν βοήθεια τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναχράντου Μητρός Του γιά τήν ἐκπλήρωσι τῶν σωτηρίων ἐντολῶν Του: γιά τήν πίστι, τήν πίστι, τήν ἀγάπη πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον.

Διότι ὁ Θεός, ὅπως λέγει τό Εὐαγγέλιο «ἀγάπη ἐστι καί ὁ μένων ἐν τῆ ἀγάπῃ, ἐν τῶ Θεῶ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῶ» (Α’Ἰωάν.4,16). Ἀκόμη μᾶς λέγει ὁ Σωτήρ: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες, ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις»(Ἰωάν.13,35).

Καί ὁ Ἀπόστολος πάλι λέγει: «Καί ἐάν ἔχω προφητείαν…καί πᾶσαν γνῶσιν…ἀγάπην δέ μή ἔχω οὐδέν εἰμι» (Α΄Κορ.13,2). Ἐκτός ἀπό τήν ἀγάπη νά ἔχουμε καί τήν καθαρότητα τοῦ σώματός μας, γιά νά κατοικῆ μέσα μας τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὡσάν σέ ἕνα ἁγιασμένο τόπο, τό Ὁποῖον νά πλημμυρίζη ἡ θεία εὐωδία καί ἡ ἁγιαστική χάρις.

Ἐπίσης ν᾿ ἀγωνίζεσθε μέ ὅλες τίς δυνάμεις σας γιά νά φυλάξετε τήν εἰρήνην μεταξύ σας, ὥστε, ἐάν συμβῆ νά φιλονεικήσετε, νά μή δύση ὁ ἥλιος καί εἶσθε ἀκόμη ἀσυμφιλίωτοι, ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος, ἀλλά τήν ἴδια ἡμέρα νά συμφιλιώνεσθε καί νά ἐπιφέρετε τήν ἀγάπην μεταξύ σας, διότι χωρίς αὐτήν εἶναι ἀδύνατον νά ἰδῆτε τόν Χριστόν, τόν Ἥλιον της Δικαιοσύνης.

Ἐνῶ γιά τά πάθη καί τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς νά ὁπλιζώμεθα μέ τήν  νηστεία, τήν ἀγρυπνία καί περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα μέ τήν ἁγία προσευχή, τήν μνήμη τοῦ θανάτου, ὥστε ἔτσι νά ἑτοιμαζώμαθε κάθε ὥρα γιά τήν ἔξοδο ἀπ᾿ αὐτή τήν ζωή καί τήν συνάντησι μέ τόν Κύριο.

Αὐτά τά ὀλίγα ἀπό τά πολλά σᾶς ἀφήνω, Πατέρες καί Ἀδελφοί μου. Ἐσεῖς ὅμως, ὡς καλοί ἐργάτες τῶν ἀρετῶν, μπορεῖτε νά προσθέσετε καί περισσότερα. Καί πάλιν ἐπιθυμῶ νά τονίσω τόν ἑξῆς λόγον μου: Νά ἔχετε ἀγάπην μεταξύ σας, νά εἶσθε ταπεινοί, ὑπάκουοι, ἀγαθοί καί νά ὑποτάσσεσθε στόν Γέροντά σας καί ὁ ἕνας στόν ἄλλον.

Νά μή ἀπωθῆτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Πρωτοκαθεδρίες καί ἀξιώματα νά μή ἐπιζητήσετε, διότι αὐτές οἱ ἐπιθυμίες πολύ τραυματίζουν τήν ψυχή. Πρέπει καλά νά γνωρίζετε αὐτά πού μᾶς λέγει ὁ Σωτήρ: «Ὅς ἐάν θέλη ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος»(Ματ.20,27). Νά γίνουμε λοιπόν ἐμεῖς καλλίτεροι ἀπό τόν Σωτήρα μας, ὁ Ὁποῖος ἔπλυνε τά πόδια των μαθητῶν Του; Καί ὄχι μόνον τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά κι αὐτοῦ τοῦ προδότου Του Ἰούδα, ἀλλά καί ἄλλες ταπεινωτικές ὑπηρεσίες ἔκανε πρός τούς μαθητάς Του.

Κι αὐτά γίνονται φανερά ἀπό τόν λόγο Του πού λέγει: «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλά διακονῆσαι» (Ματ.20,28). Νά συγχωρῆτε μέ προθυμία ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὅταν θά σᾶς συμβαίνει κάποια διένεξις μεταξύ σας. Διότι λέγει ὁ Ἀπόστολος: «Ἀλλήλων τά βάρη βαστάζετε, καί οὕτως ἀναπληρώσατε τόν νόμον τοῦ Χριστοῦ» (Γαλ.6,2).

Γι᾿ αὐτό καί ἐγώ, ἀφοῦ εἶπα αὐτά, βλέποντας ὅτι πλησιάζει τό τέλος μου καί προγνωρίζοντας ὅτι θά μοῦ εἶναι πλέον ἀδύνατον νά ἰδωθοῦμε καί πάλι σ᾿ αὐτή τήν ζωή καί χωριζόμενος ἀπό ἐσᾶς, παρακαλῶ κανείς ἀπό ἐσᾶς νά μήν εἶναι ὠργισμένος ἐναντίον μου.

Γι᾿ αὐτό ἔγραψα αὐτή τήν ταπεινή διαθήκη, τώρα πού εὑρίσκομαι ἀκόμη ἀναμεταξύ σας, νά ζητήσω συγχώρησι ἀπό ὅλους σας, γιά κάθε παράπτωμά μου πού ὡς ἄνθρωπος ἔσφαλα ἀπέναντί σας. Ὁμοίως καί ἐγώ σᾶς συγχωρῶ ὅλους γιά ὅ,τι ὡς ἄνθρωποι ἐπράξατε. Ἀλλά καί πάλι σᾶς ζητῶ συγχώρησι καί σᾶς λέγω μέ ὅλη μου τήν καρδιά: Συγχωρήσατέ μοι. Συγχωρήσατέ μοι.

Συγχωρήσατέ μοι, Πατέρες καί Ἀδελφοί γιά ὅ,τι κακό ἔκαμα ἀπέναντί σας ὡς ἄνθρωπος. Καί πάλι τώρα καί ἐγώ μέ ὅλη μου τήν καρδιά ἐν Ὀνόματι τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σᾶς συγχωρῶ καί σᾶς λύνω κάθε ἁμάρτημα πού ἐκάνατε ὡς ἄνθρωποι καί ἐσεῖς σέ μένα. Καί ὁσάκις σᾶς καταράσθηκα ἤ σᾶς ἐπετίμησα, τώρα σᾶς συγχωρῶ καί σᾶς λύνω μέ ὅλη μου τήν καρδιά, λέγοντας: Ὁ Θεός νά σᾶς συγχωρήση! Ὁ Θεός νά σᾶς συγχωρήση!  Καί ἀπό ἐμένα τόν ἁμαρτωλό καί ἀνάξιο νά ἔχετε τήν εὐλογία καί συγχώρησί μου στόν παρόντα καί στόν μέλλοντα αἰῶνα. Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμήν.

Αὐτή ἡ διαθήκη γράφθηκε στό Ἅγιον Ὄρος Ἄθω στήν ταπεινή σπηλιά, τιμωμένη στήν Γέννησι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τό ἔτος 1898, στίς 15 Αὐγούστου.