Γόρτυνος Ιερεμίας: «Η ουσία της αμαρτίας»

Loading...


Μητροπολίτη Γόρτυνος Ιερεμία: Σαν δημιούργημα του Θεού ο άνθρωπος πρέπει να υπακούει στο θέλημα του Θεού. Η παρακοή στο θέλημα του Θεού είναι μία εναντίωση προς Αυτόν και αυτό είναι αμαρτία. Πραγματικά αυτό είναι η αμαρτία, η εναντίωση στο θέλημα του Θεού.

Έτσι το δείχνει καθαρά το πρώτο αμάρτημα που έπραξε ο άνθρωπος, το λεγόμενο «προπατορικό αμάρτημα». Όπως το βλέπουμε από την περιγραφή στο βιβλίο της Γένεσης (κεφ. 3) το αμάρτημα αυτό ήταν μια συνειδητή εναντίωση προς την εξουσία του Θεού. Αυτή την εναντιότητα προς τον Θεό, πεισματική μάλιστα, την εκφράζουν οι λόγοι των Ισραηλιτών προς τους προφήτες, που τους συμβούλευαν να βαδίσουν την οδό του Κυρίου («στήτε εν ταίς οδαίς και ίδετε και ερωτήσατε τρίβους Κυρίου αιωνίους και ίδετε ποία εστίν η οδός η αγαθή και βαδίζετε εν αυτή», Ιερ. 6,16), αυτοί απαντούσαν: «Όχι, δεν θα την βαδίσουμε» («ου πορευσόμεθα», Ιερ. 6,16). «Σας έστειλα κήρυκες, λέγει ο Κύριος στους Ισραηλίτες, ακούσατέ τους» («καθέστακα εφ᾽ ημάς σκοπούς, ακούσατε της φωνής της σάλπιγγος», Ιερ. 6,17), αλλά αυτοί πάλι με πείσμα απαντούσαν: «Όχι, δεν θα τους ακούσουμε» («ουκ ακουσόμεθα», Ιερ. 6,17). Βλ. και Ησ. 30,9.10. Σκληρή ανυπακοή και εναντιότητα προς τον Θεό.

Η ρίζα της αμαρτίας, κατά την Παλαιά Διαθήκη, είναι η υπερηφάνεια. Το βλέπουμε αυτό, καθαρά πάλι, στο προπατορικό αμάρτημα. Οι πρωτόπλαστοι έφαγαν τον απηγορευμένο καρπό για να γίνουν θεοί (Γεν. 3,5.6). Ομοίως στην Βαβέλ οι άνθρωποι ήθελαν να κτίσουν ένα πύργο πανύψηλο, μέχρι τον ουρανό, λέγοντες «ποιήσωμεν εαυτοίς όνομα» (Γεν. 11,4), να γίνουμε, δηλαδή, φημισμένοι! Ο προφήτης Ησαίας πάλι χαρακτηρίζει την αμαρτία ως υπερηφάνεια, και προτρέπει τους υπερόπτες και υβριστές, τους νομίζοντες εαυτούς ως πανύψηλα δένδρα, σαν τις κέδρους του Λιβάνου, τους προτρέπει να ταπεινωθούν, γιατί ο άνθρωπος είναι μηδαμινός και μόνο ο Κύριος είναι μέγας και υψηλός. Και θα το αποδείξει αυτό η ημέρα εκείνη της καταστροφής τους. Είναι μεγαλοπρεπής και καλλιεπής η σχετική περικοπή, όπως μάλιστα μας την αποδίδει η Μετάφραση των Ο´. Την παραθέτουμε:

«Οι οφθαλμοί Κυρίου υψηλοί, ο δε άθρωπος ταπεινός (δηλαδή, μηδαμινός)· και ταπεινωθήσεται το ύψος των ανθρώπων, και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη. Ημέρα γαρ Κυρίου σαβαώθ επί πάντα υβριστήν και υπερήφανον και επί πάντα υψηλόν και μετέωρον, και ταπεινωθήσονται, και επί πάσαν κέδρον του Λιβάνου των υψηλών και μετεώρων και επί παν δένδρον βαλάνου Βασάν και επί παν υψηλόν όρος και επί πάντα βουνόν υψηλόν και επί πάντα πύργον υψηλόν και επί παν τείχος υψηλόν και επί παν πλοίον θαλάσσης και επί πάσαν θέαν πλοίων κάλλους. Και ταπεινωθήσεται πας άνθρωπος, και πεσείται ύψος ανθρώπων και υψωθήσεται Κύριος μόνος εν τη ημέρα εκείνη» (Ησ. 2,11-17).

Ομοίως και ο προφήτης Σοφονίας όταν ομιλεί για την κάθαρση της Ιερουσαλήμ από τους αμαρτωλούς και την ανάδειξη μιάς νέας ιουδαικής κοινότητας ομιλεί ακριβώς για την εκδίωξη των υπερηφάνων και των αλαζόνων από αυτήν:

Διαβάστε εδώ:  Γόρτυνος Ιερεμίας: «Απλά κατηχητικά κηρύγματα»

«Θα απομακρύνω εκ του μέσου σου – λέγει ο Θεός –
τους υπερηφάνους αλαζόνας σου
και δεν θα εξακολουθείς πλέον να υπερηφανεύεσαι
επί του αγίου μου όρους» (Σοφ. 3,11).

Επίσης, κατά την Παλαιά Διαθήκη, η προσβολή κατά του συνανθρώπου είναι αμαρτία κατά του Θεού. Γι᾽ αυτό και ο Δαβίδ για την αμαρτία του προς την Βηρσαβεέ και τον φόνο του Ουρίου του Χετταίου είπε, «ημάρτηκα τω Κυρίω» (Β´ Βασ. 12,13). Και για την διπλή του αυτή αμαρτία λέγει προς τον Θεό, «Σοι μόνω ήμαρτον» (Ψαλμ. 50,6). Οι εκφράσεις αυτές του Δαβίδ δείχνουν ότι η αμαρτία προς τον πλησίον συνιστά αμαρτία προς τον Θεό και αυτό ερμηνεύεται εκ του ότι η Παλαιά Διαθήκη λέγει τον άνθρωπο ως εικόνα του Θεού (βλ. Γεν. 1,27). Επομένως μία προσβολή και περιφρόνηση προς τον άνθρωπο την εικόνα του Θεού, αναφέρεται στο πρωτότυπο της εικόνας, σ᾽ Αυτόν τον Θεό. Γι᾽ αυτό και οι Παροιμίαι λέγουν ότι «όποιος εκμεταλλεύεται τον πτωχό προσβάλλει τον πλάστη του» (14,31).

Η αμαρτία, λοιπόν, είναι μία πράξη ανυπακοής στον θείο Νόμο, είναι μία περιφρόνηση του Γιαχβέ (Μαλαχ. 1,6), είναι ακόμη μία απιστία και αθέτηση της διαθήκης του (Ησ. 48,8. Ιερ. 3,20. Ησ. 24,5. Ιερ. 11,10. Ιεζ. 16,59. Ωσ. 6,7. Μαλαχ. 2,10) και αποβαίνει μία αποστασία από τον Γιαχβέ (Ησ. 1,4.9. 46.8. Ιερ. 2,5.13. Ωσ. 4,12). Επειδή δε η σχέση του Γιαχβέ με τον Ισραήλ παριστάνεται με τον γάμο (βλ. τα βιβλία των προφητών Ωσηέ και Ιερεμίου), γι᾽ αυτό και η αμαρτία, η αποστασία από τον Θεό, παριστάνεται ως μοιχεία και πορνεία (Ιερ. 3,8. 13,27. Ιεζ. 16,32. 23,43. Λευιτ. 17,7. 20,5.6. Δευτ. 31,16. Ιεζ. 6,9. 23,30). Και επειδή πάλι η αμαρτία είναι ανοησία με το να εναντιώνεται στον παντοδύναμο και πάνσοφο Θεό (Κριτ. 20,6.10. Ιερ. 29,23), ο αμαρτάνων είναι μωρός και ανόητος (Δευτ. 32,6. Ησ. 32,5.6. Ψαλμ. 13,1. 38,9. 52,2). Και ακόμη, επειδή η αμαρτία εναντιώνεται προς την αλήθεια του Θεού, είναι γι᾽ αυτό ψέμα και απάτη (῾Ησ. 57,4. Ωσ, 12,1. Ψαλμ. 5,7). Και αν σκεφθούμε ότι την αμαρτία δεν την θέλει ο Θεός που μας αγαπά τόσο πολύ και μας δίνει τόσα καλά, η αμαρτία χαρακτηρίζεται πάλι στην Παλαιά Διαθήκη ως οικτρά αχαριστία προς τον μέγα μας ευεργέτη, τον Θεό (Ησ. 1,2.3. Αμ. 2,9-12. Ωσ. 11,1-4).

(Συνεχίζεται)