Γνώση και μεταφυσική

Loading...


Το βασικό πρόβλημα της γνωσιολογίας (της θεωρίας της γνώσεως) –το ζήτημα της δυνατότητας της γνώσεως- επιτρέπει μία θετική ή μία αρνητική λύση, αλλά και στις δύο περιπτώσεις με κάθε λύση συνδέεται κάποια μεταφυσική, κάποια γενική, καθαρά ενορατική αντίληψη για την φύση της διάνοιάς μας, για την σχέση της διάνοιας αυτής με την ύπαρξη και, τέλος, για την φύση αυτής της υπάρξεως, για την φύση των όντων.

Ας σκεφθούμε λ.χ. μία καθαρώς αρνητική λύση που καταργεί, προφανώς, μάθε μεταφυσική: τίποτε δεν μπορούμε να γνωρίζουμε για την ύπαρξη, για τα όντα, όπως υπάρχουν καθεαυτά χωρίς κάποιο συσχετισμό με την συνείδησή μας, διότι το «εγώ» που γιγνώσκει, αναμφίβολα περιορίζεται από τις υποκείμενες καταστάσεις της συνειδήσεώς του και δεν μπορεί να υπερβεί τα όριά της. Όμως, τίθεται το ερώτημα πως το γνωρίζουμε αυτό. Από την εμπειρία; Όχι, γιατί, προφανώς, η εμπειρία κερδίζει ως προς την ύπαρξη ενός ανεξάρτητου από μας σύμπαντος· ως συνειδητή σχέση του «εγώ» με «κάτι άλλο», ως αντίληψη αυτού του άλλου, προϋποθέτει την πραγματικότητα αυτού του άλλου που προηγείται της εμπειρίας και είναι ανεξάρτητη από την συνείδησή μας.

Συνεπώς, η διδασκαλία περί του ότι η γνώση μας είναι υποκειμενική, ότι περιορίζεται μόνον στις εσωτερικές καταστάσεις του υποκειμένου, είναι αποτέλεσμα όχι της εμπειρίας αλλά της αντιλήψεως για την εμπειρία ή την φύση της συνειδήσεώς μας. Άλλωστε, οποιαδήποτε άλλη θεωρία εμπειρίας που ερευνά το ζήτημα περί του τι τεκμηριώνει την εμπειρία, εξέρχεται των ορίων της και οδηγεί, αναπόφευκτα, σε συμπεράσματα μεταφυσικού χαρακτήρα.

Η διδασκαλία για την υποκειμενικότητα της γνώσεώς μας, για το αδύνατο της γνώσεως των όντων ή των σχέσεων, για κάθε τι (ενν. που βρίσκεται) έξω από την υποκειμενική συνείδησή μας, δεν αποτελεί εξαίρεση. [σ. 489] Αυτή η διδασκαλία μας αναγκάζει να αποδεχθούμε την εγνωσμένη πραγματικότητα ως δική μας αντίληψη («ο κόσμος ως παράσταση» του Σοπενχάουερ) και μας οδηγεί στην φαινομενολογία ή στον ιλλουσιονισμό.

Άλλοι, ορμώμενοι από την ίδια διδασκαλία, είχαν θέσει έξω από τα φαινόμενα το «όντως ον», πέρα από κάθε σχέση με την διάνοιά μας και την εγνωσμένη πραγματικότητα και συνεπώς, απολύτως μη δυνάμενο να γνωσθεί. Όσο κι αν φαίνονται αρνητικά αυτά τα συμπεράσματα, δεν παύουν να έχουν τον χαρακτήρα μεταφυσικών θέσεων. Είτε αποδεχόμεθα την πραγματική ύπαρξη πέρα από την συνείδησή μας είτε την αρνούμεθα, είτε ισχυριζόμεθα ότι υπάρχουν μόνον φαινόμενα είτε δεχόμεθα ότι υπάρχουν παράλληλα με αυτά και απολύτως διαφορετικά «όντα εν τω όντι», έστω και «μη δυνάμενα να γνωσθούν», όλα αυτά είναι αντιλήψεις που έχουν άμεση σχέση με την οντολογία και τη μεταφυσική.

Ιδού, γιατί οι διανοητές που από τον καιρό του Βάκωνα επιδιώκουν να οικοδομήσουν μία εμπειρική φιλοσοφία, δεν μπορούν να επιτύχουν στο εγχείρημά τους και να καταλήξουν σε συμφωνία. Ιδού, γιατί οι διαφωνίες που τους χωρίζουν στην σφαίρα της θεωρητικής και της πρακτικής φιλοσοφίας, είναι κατ’ ουσίαν ίδιες με εκείνες που υπάρχουν και μεταξύ των μεταφυσικών φιλοσόφων: διάφορες αποχρώσεις υλισμού και αντιυλισμού, ιδεαλισμού και ρεαλισμού, μονισμού και δυϊσμού συναντά κανείς και εδώ, και μέσα από περιπτώσεις της «εμπειρικής» ψυχολογίας διαφαίνεται η δογματική μεταφυσική.

Αυτό συνειδητοποιείται και από πολλούς συγχρόνους οπαδούς του εμπειρισμού, οι οποίοι κατευθύνουν όλες τις δυνάμεις τους στην πιθανή αποκάθαρσή του από διάφορα μεταφυσικά στοιχεία και θέτουν ως σκοπό τους την τελική αποδυνάμωση του εμπειρισμού δια της «καθαράς» εμπειρίας.

Όμως, αυτός ο σκοπός είναι ψευδής και απατηλός, διότι η «καθαρά» εμπειρία είναι εργαστηριακό προϊόν που υπάρχει μόνον στην κεφαλή των θεωρητικών. [σ. 490] Στην πραγματικότητα, η εμπειρία είναι ένα σύνθετο προϊόν της δραστηριότητας διαφόρων γνωστικών μας λειτουργιών, και σ’ αυτήν την δραστηριότητα ο γιγνώσκων νους εξέρχεται των ορίων εκείνου που του έχει δοθεί δια των αισθήσεων, στις υποκειμενικές καταστάσεις της συνειδήσεως, διότι ξεχωρίζει από το δικό του «εγώ» τόσο αυτές τις ιδιαίτερες καταστάσεις, όσο και τα πραγματικά εξωτερικά αντικείμενα που τα αντιλαμβάνεται αντικειμενικά στην αναγκαία σχέση με άλλα πραγματικά αντικείμενα, επίσης διαφορετικά από αυτό το «εγώ». Η εμπειρία καθορίζεται από την αυτοδραστηριότητα της διάνοιάς μας που στην ίδια την εμπειρία εξέρχεται των ορίων εκείνου που άμεσα βιώνεται από μας δια των αισθήσεων, στις καταστάσεις της συνειδήσεώς μας.