Γέρων Θεόφιλος Λαυριώτης (1885-1978)

Loading...


Εγεννήθη το έτος 1885 στο Κανιάνι Λαμίας και στη βάπτιση έλαβε το όνομα Θωμάς (Καψής). Ήρθε για να μονάσει στη Λαύρα στις 14 Ιουλίου 1910 και μετά από ένα χρόνο δοκιμή στις 15-8-1911 έγινε μοναχός λαμβάνοντας στην κουρά το όνομα Θεόφιλος. Ο π. Θεόφιλος, αν και έζησε σε ιδιόρρυθμο Μοναστήρι, ήταν πολύ αγωνιστής, πολύ ασκητικός, άνθρωπος της προσευχής και της μοναχικής ακρίβειας. Δεν έχανε ακολουθία. Έμπαινε στο στασίδι του, στεκόταν πάντα όρθιος και δεν έβγαινε από κει, αν δεν τελείωνε η ακολουθία.

Ήθελε να τηρούνται τα τυπικά στην ακολουθία, και όταν έβλεπε παραβάσεις επενέβαινε και διόρθωνε. Κάποτε ένα νέο καλογέρι σε μία αγρυπνία άρχισε να ψάλλει τον πολυέλεο με ύφος και στόμφο. Στον πρώτο στίχο πήγε ο γερω-Θεόφιλος και του είπε: «Δε σ’ ακούει ούτε ο Θεός ούτε οι άνθρωποι. Τα δαιμόνια χορεύουν. Ταπεινά, ταπεινά να ψάλλουμε, να μας ακούει ο Θεός και να μας χαίρεται σαν παιδιά Του».

Στο κελί του για άσκηση ποτέ δεν άναβε φωτιά το χειμώνα και ποτέ του δε φορούσε τσουράπια.

Νήστευε πάρα πολύ και οι Προϊστάμενοι του έβαλαν κανόνα να μετριάσει τη νηστεία του για να μην πεθάνει. Δεν έτρωγε πριν από την ώρα της καθορισμένης από αυτόν τραπέζης γιατί το θεωρούσε λαθροφαγία. Μάζευε τα φρούτα, τα έβαζε στο μαντήλι του και δεν έτρωγε ούτε ένα εκτός τραπέζης. Την ώρα της τραπέζης έκανε προσευχή και τα έτρωγε. Δεν έφαγε κρέας ποτέ, καίτοι ζούσε στο Ιδιόρρυθμο.

Τα λίγα χρήματα που έδινε η Λαύρα σ’ όλους τους πατέρες, ο γερω-Θεόφιλος δεν τα χρησιμοποίησε για τις ανάγκες του, αλλά τα διέθεσε για την επισκευή του φούρνου της Μονής. Ο ίδιος ζούσε τόσο φτωχικά και απλά, που δεν είχε ανάγκες και έξοδα.

Είχε το διακόνημα του Εκκλησιαστικού και τελευταία του Δοχειάρη. Στις 15-1-35 εξελέγη Προϊστάμενος, αλλά σύντομα παραιτήθηκε, γιατί δεν ταίριαζαν στο χαρακτήρα του και στον ασκητικό του τρόπο ζωής η διοίκηση, η επικοινωνία με επισήμους και όλες οι μέριμνες του Προϊσταμένου.

Όταν ήταν Δοχειάρης, κάποια ημέρα έχασε τα κλειδιά. Επειδή δεν έβλεπε καλά, κάλεσε τον παπα-Βασίλη και πήγαν ως τον κήπο ψάχνοντας να τα βρουν, αλλά δεν τα βρήκαν. Είπε ο γερω-Θεόφιλος: «Εμείς κάναμε το ανθρώπινο. Τώρα θα κάνω κομποσχοίνι να τα βρει ο άγιος Μηνάς». Πήγε στο κελί του, άναψε ένα κερί και άρχισε να προσεύχεται. Πριν προλάβει να τελειώσει το πρώτο κομποσχοίνι, έπεσαν τα κλειδιά μπροστά του.

Κάποια χρονιά στη Διακαινήσιμο πήγαν με τον παπα-Βασίλη στις Καρυές να επισκεφθούν δύο πατέρες, τον π. Αρέθα και τον π. Κοσμά. Άνοιξαν οι πατέρες και δεν μίλησαν καθόλου. Πρώτα έψαλαν το Χριστός Ανέστη και άλλα, ύστερα τους καλωσόρισαν και συνομίλησαν, όπως έκαναν οι παλαιοί πατέρες.

Το γερο-Θεόφιλο όλοι τον σέβονταν στη Λαύρα για την αρετή του, ενώ πολλοί νέοι που ήρθαν να γίνουν μοναχοί, τον είχαν Γέροντά τους.

Ήταν αγαπητός σε όλους, γιατί ήταν ειρηνικός και ενάρετος. Μια φορά άκουσε δύο Λαυριώτες να φιλονικούν. Αμέσως πήγε και τους είπε: «Και οι δυο σας φταίτε. Να βάλετε μετάνοια μεταξύ σας και να συγχωρεθείτε». Τον άκουσαν, έκαναν ό, τι τους είπε και ειρήνευσαν.

Κάποτε προσευχόμενος ήρθε σε θεωρία και είδε ένα όραμα. Ύστερα είπε στον παπα-Βασίλη: «Με αυτά που είδα τρόμαξα αλλά δεν μπορώ να τα πω».

Το καλοκαίρι του 1964 μετά τις εορτές τις Χιλιετηρίδος δέχτηκε η Λαύρα να πλησιάσει ένα πλοίο με γυναίκες για να μεταφέρουν οι ιερείς το Τίμιο Ξύλο και άγια Λείψανα στο πλοίο για να προσκυνήσει. Όταν το έμαθε ο γερω-Θεόφιλος στενοχωρήθηκε, γιατί το θεωρούσε αταίριαστο και νεωτεριστικό. Προσπάθησε με επιχειρήματα προς τη Σύναξη της Μονής να ματαιωθεί η προσέγγιση του πλοίου και, όταν δεν το κατόρθωσε, παρακίνησε τους πατέρες που τον συμβουλεύονταν, να κάνουν κομποσχοίνι όλη τη νύχτα.

Ενώ το πλοίο είχε έρθει, γιατί η θάλασσα ήταν λάδι, και την άλλη μέρα θα γινόταν η προσκύνηση των ιερών Λειψάνων, τη νύχτα τα κομποσχοίνια του γερω-Θεόφιλου και των άλλων πατέρων μετέβαλαν τον καιρό, σηκώθηκε τρικυμία και το πλοίο έφυγε για να βρει λιμάνι.

Ο γερο-Θεόφιλος αρρώστησε και ο παπα-Βασίλης τον πήγε στο Νοσοκομείο. Τον παρακαλούσαν να καταλύσει τώρα που ήταν άρρωστος, αλλά δεν δέχθηκε λέγοντας: «Τόσα χρόνια στο Άγιον Όρος δε φάγαμε κρέας, τώρα θα φάμε;». Ούτε και γιαούρτι κατέλυσε σε ημέρες νηστείας. Ύστερα τον έφερε πάλι στη Λαύρα με καροτσάκι. Έμενε κατάκοιτος στο κελί του και πήγαν έξι ιερείς να του κάνουν Ευχέλαιο το πρωί. Κατά το μεσημέρι είχε σηκωθεί. Παραξενεύτηκαν οι πατέρες που τόσο γρήγορα σηκώθηκε. Ο γερο-Θεόφιλος απάντησε στον παπα-Βασίλη με φυσικότητα: «Γιατί το κάνατε το Ευχέλαιο; Δεν το κάνατε για να γίνω καλά; Να έχεις ευλάβεια και πίστη στα Μυστήρια».

Έκτοτε έζησε άλλα δέκα χρόνια υγιής. Το έτος 1978, τη Μεγάλη Δευτέρα, γύρισε όλα τα κελιά και ζήτησε συγχώρηση από τους πατέρες. Τη Μεγάλη Τρίτη δεν κατέβηκε στην ακολουθία. Τη Μεγάλη Τετάρτη κάλεσε τον παπα-Βασίλη, πριν ξημερώσει, και του ζήτησε να τον κοινωνήσει, γιατί σε δύο ώρες θα φύγει. Πράγματι τον κοινώνησε και σε δύο ώρες ειρηνικά παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στον Κύριο που λάτρευσε και υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή.

Εκοιμήθη και ετάφη τη Μεγάλη Τετάρτη, στις 18 Απριλίου 1978, σε ηλικία 93 ετών.

Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.