Άι Γιώργης στον Πόντο: Ο Άγιος, το σφογγάτο και η αχαριστία των καπετάνιων!

Loading...


Της Λένας Σαββίδου 

Ο Άγιος Γεώργιος από την Οινόη στον Εύξεινο Πόντο. Το όνομα του Αγίου έχει συνδεθεί με πολλούς μύθους και ιστορίες, τι σχέση όμως μπορεί να έχει με το σφογγάτο, μια παραλλαγή της γνωστής μας ομελέτας;

Κατ εξοχήν σύμβολο της πάλης του Ανθρώπου με τον κατώτερο εαυτό του, ο δρακοκτόνος Άι Γιώργης, έχει σπείρει απ άκρη σ άκρη του Χριστιανικού κόσμου μύθους και ιστορίες που σχετίζονται με το πρόσωπο του, μα όχι κατ ανάγκη και με την εν ζωή θαυματοποιό δράση και βίο του. Μέσα από αυτές τις ιστορίες αναδεικνύονται πανανθρώπινα ιδεατά σχήματα υψηλών αξιών και συναισθημάτων όπως είναι η Δικαιοσύνη και η Ευγνωμοσύνη.
Το σφογγάτο από την άλλη, δεν είναι παρά μια παραλλαγή πάνω στην γνωστή μας ομελέτα. Το επιτυγχάνουμε με τον εμπλουτισμό της δεύτερης με ψιλοκομμένο κρεμμύδι κι αλεύρι που είναι η αρχική εκδοχή και στη συνέχεια με υλικά που άπτονται της όρεξης της στιγμής.

Την ιστορία του Άι Γιώργη και του σφογγάτου που χρέωσε πολύ ακριβά σε καλοφαγάδες καπεταναίους την απαντούμε σε πολλές περιοχές της Ελλάδας.  Έτσι υπάρχει τόσο στον Πόντο όσο και στην Κρήτη και στη Ρόδο, σε πολύ κοντινές, μεταξύ τους, παραλλαγές. Αναζητώντας τις ρίζες της, εύκολα τις βρίσκουμε στα κείμενα του Αγίου και στο συναξάρι. Ο δε Πολίτης στα Λαογραφικά Σύμμεικτα μας πληροφορεί και για το πέρασμα της στην Αγιογραφία.

Η παραλλαγή από την Οινόη καταγράφηκε από τον Παμπουκη στην εξαιρετική εργασία του «Νιώτικος Αϊ Γιώργης» και δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του λαογραφικού περιοδικού «Χρονικά του Πόντου», που εξέδωσε τον Σεπτέμβρη του 1943 ο σύλλογος Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί».

Από λαογραφικής απόψεως ενδιαφέρον παρουσιάζει το τάμα που γίνεται στον Άγιο. Σε αυτόν δίδεται ανθρώπινη τροφή. Κάτι πολύ συνηθισμένο παλαιότερα, ως απομεινάρι αρχαίων τελετών προσφοράς γεννημάτων και βλαστημάτων της Γης στο Θείο και που σήμερα το απαντούμε στις γνωστές μας Φανουρόπιττες.

Λαογραφικό ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και η μελέτη του Ποντιακού ιδιώματος της περιοχής της Οινόης, όπως αυτό απαντάται στην παρούσα καταγραφή.

Τ’αι Γιώργη το σφογγάτο

« Ετάλαιβανε κάτι παιδία τς εγλεσίας τον αύλόϋρο κ΄έναν παιδί όλο ενικίουτουνε.

Καί είπε: Αι Γιώργη μου, ας νικώ και να φτάω σ’  ένα σφογγάτο.

Καθώς εδίβεν επάλαιψεν πάλι, ένίκησε.

Κι’ οτιότοτες, έτρεξε ση μάναν ατου, εγιαπτίρεψεν το σφογγάτο κ’ έφερεν ατο σην εγκλεσία.

Έβαλεν ατ’ έμπρου σον αι Γιώργη κ’είπεν ατόνα: Φα τ΄, αι Γιώργη μου. Καί έφυε.

Να και τρείοι καπιτανέοι, έβγαιναν ασ΄ έναν καράβι και πάνε να προσκυνούνε σην έγκλεσία.

Σαν είδαν το σφουγγάτο, είπανε: Αβούτο για εμάς θε να ένι, ας κα(θ)ομεστιν’ τρωμ’ ατο.

Σαν εξέφααν’ κ’ εθέλησαν’ να σηκούντανε να φέουνε, επιάστανε τα κόλους άτουν αχαμαιλά και ‘κ’επόρειναν’ να σηκούντανε.

Είπανε: αι Γιώργη θέλει να πλερώνομ’ ατον το σφογγάτο.

Και έβγαλαν απ’έναν πεντάρι.

Άμα πάλι ΄κ΄επορησαν’ να φέουνε.

Έβγαλαν απ΄ ένα μετσητιέ και πάλι ΄κ΄επορησανε.

Σαν έβγαλαν απ’ ένα λίρα, οτιότοτες έσηκώθανε.

Κι’ αφοτ’ εφειναν’, είπανε: «Ε αι Γιώργη, άκριβά πουλείς τα σφογγάτα σου!»

Μετάφραση:

Του Άι Γιώργη το σφογγάτο.

Παλεύανε κάτι παιδιά στης εκκλησίας τον αυλόγυρο κι ένα παιδί όλο νικιόταν.

Και είπε: «Άι Γιώργη μου, ας νικήσω και να σου φτιάξω ένα σφογγάτο.
Καθώς πήγε και πάλαιψε πάλι, νίκησε.

Και τότε, έτρεξε στη μάνα του, ετοίμασε το σφογγάτο και το έφερε στην εκκλησία.

Το έβαλε μπροστά στον Άι Γιώργη και του πε: Φάε το Άι Γιώργη μου. Και έφυγε.

Να και τρεις καπεταναίοι, που έβγαιναν από ένα καράβι και πάνε να προσκυνήσουν στην εκκλησία.

Σαν είδαν το σφογγάτο, είπανε: Αυτό για εμάς θα είναι, ας κάτσουμε να το φάμε.

Αφού απόφαγαν και θέλησαν να σηκωθούν να φύγουν, έμειναν κολλημένοι κάτω και δεν μπορούσαν να σηκωθούν.

Είπανε: Ο άι Γιώργης θέλει να του πληρώσουμε το σφογγάτο.

Κι έβγαλαν από ένα πεντάρι.

Αλλά και πάλι δεν μπόρεσαν να φύγουνε.

Έβγαλαν από ένα μετζίτ* και πάλι δεν μπόρεσαν.

Όταν έβγαλαν από μία λίρα, τότε σηκωθήκανε.

Κι αφού έφευγαν, είπαν: «Ε άι Γιώργη, ακριβά πουλάς τα σφογγάτα σου!».

Στην ιστορία του Αι Γιώργη της Οινόης ο άνθρωπος παρουσιάζεται μέσα από το δίπολο του ευγνώμονα και του αγνώμονα χαρακτήρα. Το νεαρό παλληκάρι εμφανίζεται ανήμπορο να νικήσει στους αγώνες με τους φίλους του, τα καταφέρνει με τη βοήθεια της εσωτερικής δύναμης της ψυχής του, το κατ εξοχήν θεϊκό κομμάτι μας και αποδίδει ευχαριστίες στον Άγιο Γεώργιο, απτή απόδειξη της ευγνωμοσύνης του, το σφογγάτο που του ετοιμάζει η μητέρα του.

Στον αντίποδα του νεαρού, οι καπεταναίοι, ενώ αναγνωρίζουν το τάμα, γιατί η εκκλησία δεν είναι χώρος εστίασης και σαφώς ότι βρίσκεται μπροστά στην εικόνα ενός αγίου, τάμα προς αυτόν αποτελεί, ψεύδονται τόσο μεταξύ τους, όσο και στον εαυτό τους και θεωρούν το σφογγάτο, κέρασμα τους. Τραβούν το ψέμα τους ως το τέλος και καταναλώνουν το έδεσμα δείχνοντας αγνωμοσύνη στον άγιο στον οποίο προσέτρεξαν να προσευχηθούν και να αιτηθούν της βοήθειας του. Σε άμεση ανταπόδοση στην αντικρουόμενης της εσώτερης ηθικής τάξης της ψυχής, συμπεριφορά τους, έρχεται η τιμωρία. Καθηλώνονται στο σημείο όπου και εκάθησαν να φάνε. Συνειρμικά οδηγούμαστε στην έγερση των τύψεων και στην καθήλωση του ανθρώπου μέσω αυτών σε κατώτερα επίπεδα πνευματικής και ψυχικής κατάστασης.

Και στο σημείο αυτό ξεκινά το παζάρεμα με τον Άγιο και η συμβολική απεικόνιση του ευθυνόφοβου μέρους του εγώ μας, που κατά την πληρωμή των λανθασμένων συμπεριφορών μας, αιτείται, της χαμηλότερης πληρωμής. Τον τελευταίο όμως λόγο έχει ο Άγιος, η εσώτερη ηθική μας, που καθορίζει το ακριβές τίμημα, το οποίο συχνά είναι πολύ υψηλό. 

*Το μετζίτιον (μετζίτ,μετζίτι ή μεζίτθι) ήταν νόμισμα, το οποίο έκοψε κι έθεσε στην κυκλοφορία ο Σουλτάνος Αβδούλ Μετζίτ το 1844. Υπήρχε το χρυσό μετζίτι που ισούταν με μία χρυσή οθωμανική λίρα, 100 γρόσια δηλαδή και το πιο συνηθισμένο, το ασημένιο μετζίτι με αξίας ίση προς το 1/5 της χρυσής οθωμανικής λίρας, 20 γρόσια.