20 χρόνια χωρίς(;) τον Άγιο γέροντα π. Ευσέβιο Γιαννακάκη

Loading...


19η Ιουνίου 1995, Δευτέρα, ώρα 10,15΄. Σημαντική στιγμή για τον τόπο και τους πιστούς. Στιγμή αναχώρησης για την αιώνια πατρίδα όλων μας, του Αγίου Γέροντα π. Ευσεβίου Γιαννακάκη, κτίτορος της Γυναικείας Ιεράς Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Βερίνο.

– Είκοσι χρόνια χωρίς (;) τον πατέρα Ευσέβιο;
– Ποιός πιστός άραγε νούς, δέχεται, πως ο Γέροντάς μας, έφυγε από κοντά μας;

Όχι. Ο Άγιος Γέροντάς μας είναι κοντά μας, μαζί μας, δίπλα μας, αδιάλειπτα όλο αυτό τον καιρό. Μας συνοδεύει, μας ενισχύει, μας διδάσκει, μας νουθετεί, μας καθοδηγεί, μας παρηγορεί, μας γεμίζει με την αιώνια ελπίδα της μετάνοιας και λύτρωσης από τα ατοπήματά μας. Μας περιμένει εκεί, που επίμονα ζητούσε να συναντηθούμε.
Είκοσι χρόνια χωρίς (;) τον Άγιο Γέροντα π. Ευσέβιο…
Ελάχιστος φόρος τιμής και ευγνωμοσύνης προς αυτόν, η αναδημοσίευση κειμένου του 2001 υπό τον τίτλον:

«Θυμάμαι»
 

Δεν θυμάμαι – αλήθεια – πότε ήταν η πρώτη φορά, που ανηφόρισα να τον συναντήσω.
Θυμάμαι όμως την λαχτάρα, την προσμονή, το φτερούγισμα της καρδιάς, μέχρι τη στιγμή εκείνη.
Δεν θυμάμαι τα πρώτα λόγια Του που μου απηύθυνε.
Θυμάμαι όμως, ότι έμεινα άφωνος και αποσβολωμένος, κυττώντας μέσα βαθειά στα μάτια τη σεβάσμια και ασκητική μορφή Του.
Δεν θυμάμαι πόση ώρα έμεινα έτσι…

Θυμάμαι όμως, την ευγενική εκείνη όψη να με οδηγεί πατρικά προς το εσωτερικό της εγκαταβίωσής Του.

Μάρτυρας της πρώτης – συγκλονιστικής για μένα – συνάντησης, ο γεροπλάτανος της εξωτερικής αυλής που φιλοξένησε την πρώτη αυτή γνωριμία μου με τον Μακαριστό Γέροντα Ευσέβιο Γιαννακάκη. Από τότε και για το υπόλοιπο διάστημα της – επιγείου – ζωής Του, άφησα τα μικρά και τα μεγάλα ατοπήματά μου στο πετραχήλι Του.
Θυμάμαι την πατρική – πνευματική Του αγάπη να ξεχειλίζει και να «αγκαλιάζει» τον πονεμένο και πληγωμένο από τα παραπατήματά μου, εαυτό.

 Θυμάμαι, την στοργή του πνευματικού Πατέρα, προς το ταλαιπωρημένο παιδί Του, από την ανυπακοή. Έμοιαζε με κείνον τον σπλαχνικό Πατέρα της παραβολής, που αρπάζει τον εξουθενωμένο και μετανοιωμένο γυιό του, που γυρίζει και ζητά ΣΥΓΓΝΩΜΗ.

Απλός – άδολος – υπομονετικός – συγχωρητικός – πρόθυμος – καταδεχτικός – ταπεινός – καλόκαρδος και προπάντων διακριτικός,, με πάντα ένα καλό λόγο στα χείλη για καθένα οδοιπόρο της ζωής που έφθανε να ξαποστάσει στο κονάκι Του. Η ανηφοριά του δρόμου μεγάλη, το φορτίο της ζωής βαρύ. Και μετά τη συνάντηση, το αλάφρωμα του φορτίου. Η γαλήνη, η ειρήνη, η χαρά, που μετέδιδε πλουσιοπάροχα η Σεβάσμια Μορφή Του, φώλιαζαν στην καρδιά και δρόσιζαν τη σκέψη.

Με την υπομονή Του και την ευλογία του Θεού, δημιούργησε εκεί ψηλά την πνευματική Του κυψέλη. Εργάτριες – μέλισσες, οι «θυγατέρες» Του, ύφαναν κοντά Του το χαλί της αγιασμένης αφοσίωσης στον ΕΝΑ. Σκεπασμένες από την αγιότητά Του, πρόκοψαν, στέριωσαν και ύψωσαν την λευκόθωρη ΚΥΨΕΛΗ τους, ψηλά στ’ αγνάντιο, να φωτίζει, να θερμαίνει, και να αναπαύει τις ανθρώπινες υπάρξεις. Κτίστηκε – για μας που από μακρυά και έξω βλέπαμε και παρακολουθούσαμε – σαν από θαύμα, γινομένη. Οι «Μέλισσες» όμως, κουράσθηκαν, εκδαπανήθηκαν πιό σωστά, για να κατορθώσουν το ακατόρθωτο, και κείνο – φαντάζομαι – που τις στήριζε στις δύσκολες ώρες που λογικά θα υπήρξαν πολλές, ήταν, η ευχή του Άγιου Γέροντά τους.

Θυμάμαι το «χαρίεν» τούτο «μελίσσι», πρόθυμο και πάντα με χαμόγελο ειλικρινές, να υποδέχεται τους προσκυνητές ή επισκέπτες, με πιότερη από το κανονικό διακριτικότητα και με μαεστρία θαυμαστή, να τους οδηγεί στο δρόμο της αγάπης και της προσφοράς, που πρώτα απ’ όλους, αυτές οι ψυχές τον περπατούσαν αθόρυβα, διδαγμένες τον τρόπο από τον Γέροντά τους, Ευσέβιο.

Δεν θυμάμαι ονόματα, – άλλωστε, τί χρειάζονται; Ούτε οι μέλισσες δεν έχουν – όμως η προσφορά τους «μέλι» και «κερί», γλυκαίνει και φωτίζει, σώμα και ψυχή, όπως Εσύ τις δίδαξες.

Γέροντα Ευσέβιε. Θάθελα, ανοίγοντας τα κατάβαθα της καρδιάς μου να σου πω, και ξέρω πως θα τ’ ακούσεις: Ευλογημένη η ώρα του εδώ ερχομού Σου. Η Παναγιά η Τρυπητή πρέπει ν’ αγαπά πολύ τον τόπο και τον λαό Της, που οδήγησε τα βήματά Σου στην περιοχή μας.

Ο Μωϋσής κτύπησε με το ραβδί του στην έρημο και πότισε τους δειψασμένους Ισραηλίτες. Συ Γέροντα, έσκαψες την ξερή Αχαϊκή γη και το γάργαρο νερό της ζωής και του παραδείγματός Σου, των λόγων και της αγάπης Σου, άρχισε να δροσίζει χείλη ξερά, στόματα δειψασμένα, ψυχές ακαλλιέργητες, να βλαστάνει μέσα στις καρδιές των προσκυνητών το τρυφερό βλαστάρι της πίστης και της μετάνοιας, που Συ τόκανες δενδρί σε μας και θεόρατο σ’ άλλους.

Θυμάμαι Γέροντα, κι αναπολώ, κι εκζητώ, κείνες τις νυκτερινές ακολουθείες κατά τις οποίες αναγάλλιαζε η ψυχή κι ο νους, που βοηθούσες όλους ν’ ανέβουν ψηλά – μαζί Σου, «κρατώντας τους το χέρι απαλά» και την γαλήνια μορφή Σου να φαντάζει, ζωντανή μορφή Οσίου, κλεισμένη στο κάδρο της Ωραίας Πύλης.

Θυμάμαι Γέροντα και Πνευματικέ μου Πατέρα, που γονατισμένος – γέροντας πιά – μέσα στην ευλαβική κι απόλυτη σιγή, να παρακαλάς στην ιερώτερη στιγμή της Θείας Λειτουργίας: «Ἔτι προσφέρομέν σοι τήν λογικήν ταύτην καί ἀναίμακτον λατρείαν καί παρακαλοῦμεν σε καί δεόμεθα καί ἱκετεύομεν, κατάπεμψον τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιον ἐφ’ ἡμᾶς καί ἐπί τά προκείμενα δῶρα ταῦτα», να παρακαλάς και να κλαίς για το «φοβερό» μυστήριο τονίζοντας μιά – μιά τις λέξεις.

Θυμάμαι Γέροντα Ευσέβιε, τα σύντομα πλήρη νοημάτων κηρύγματά Σου, μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, όπου οι λόγοι περίσσευαν και τα δάκρυα που κυλούσαν από τα μάτια Σου, δίδασκαν, πιότερο δυνατά, πιότερο βαθειά, τους συμμετέχοντας και παρευρισκομένους. Και Συ, τόξερες καλά. Ένα δάκρυ μετάνοιας, γεμίζει το μεγαλύτερο «καλάθι».

Πέρασαν χρόνια από τότε, ΙΟΥΝΙΟΣ 1995, που έλαβες την επουράνιο κλήση για την αιώνια Μονή Σου, μαζί με τους άλλους Γέροντες, Εφραίμ, Παΐσιο, Ιάκωβο, Πορφύριο.
Πολλές φορές πήρα το χαρτί και το μολύβι να σου γράψω. Όμως κάτι συνέβαινε την στιγμή την τελευταία. Εσύ ξέρεις τι. Και ξέρεις και ποιός το εμπόδιο.

Μας λείπεις.
Μας λείπεις πολύ.
Δεν νοιώθουμε λύπη που ζεις αλλού.

Θαρρούμε όμως στην αγάπη Σου.
Ελπίζουμε στην παράκλησή Σου.
Νοιώθουμε την παρουσία Σου.
Παρακαλούμεν Σε, νάσαι συνέχεια μαζί μας.

Ένα πνευματικό Σου παιδί.
 



Ετικέτες