Χρυσόστομος: Δεν είναι η Εκκλησία χρυσοχοείο ούτε αργυροκοπείο…

Loading...


Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Αφιερώνεις χρυσό ποτήρι και δεν προσφέρης ένα ποτήρι νερό; Τι ωφελείσαι; Κάμεις χρυσοκέντητα σκεπάσματα της τράπεζας και δεν δίνεις στον ίδιο μέρος απαραίτητο για κατάλυμα, τι κερδίζεις απ’ αυτό;”

“… Κανένας Ιούδας, λοιπόν και κανένας Σίμωνας ας μην πλησιάση σ’ αυτό το τραπέζι: κι οι δύο χάθηκαν από τη φιλαργυρία τους. Ας αποφύγωμε αυτό το βάραθρο κι ας μη νομίζωμε ότι μας φτάνει για τη σωτηρία μας αφού γδύσωμε τις χήρες και τα ορφανά, ποτήριο από χρυσό και αδαμαντοποίκλιτο να προσφέρωμε στην τράπεζα.

 Αν θέλωμε να τιμήσωμε τη θυσία, ας προσφέρωμε την ψυχή μας που γι’ αυτήν θυσιάστηκε. Αυτή να κάμωμε χρυσή. Αν αυτή μένει χειρότερη από κόκκαλο και μολύβι κι είναι μόνο το σκεύος χρυσό, ποιό το όφελος;

Ας μη προσέχωμε λοιπόν αυτό μονάχα, πως να προσφέρωμε σκεύη χρυσά αλλά και να προέρχωνται από δίκαιους κόπους. Τότε είναι πολυτιμότερα από τα χρυσά, όταν δεν έχουν πλεονεξία. Δεν είναι η Εκκλησία χρυσοχοείο ούτε αργυροκοπείο, αλλά σύναξη αγγέλων. Γι’ αυτό έχομε ανάγκη από ψυχές. Για χάρη των ψυχών δέχεται όλα αυτά ο Θεός. Δεν ήταν τότε εκείνο το τραπέζι από ασήμι ούτε το ποτήρι από χρυσό, που μ’ εκείνο έδωσε ο Χριστός στους μαθητάς του το αίμα του. Ήσαν όλα εκείνα ακριβά και φρικτά, γιατί ήσαν γεμάτα από πνεύμα.

Θέλεις να τιμήσης το σώμα του Χριστού. Μην το περιφρονήσης γυμνό. Μήτε να τον τιμάς εδώ με ρούχα μεταξωτά και ν’ αδιαφορήσης, όταν τον βλέπης να πεθαίνη έξω από την παγωνιά και τη γύμνια.

Ο ίδιος που είπε Αυτό είναι το σώμα μου, και το επιβεβαίωσε με το λόγο του, είπε και το άλλο• Με είδατε πεινασμένο και δε μου δώσαστε φαγητό. Και ακόμα. Αφού δεν το επράξατε σ’ έναν από αυτούς τους ασήμαντους, δεν το επράξατε ούτε σ’ εμένα. Αυτό δεν χρειάζεται ρούχα, αλλά καθαρή ψυχή. Εκείνο όμως χρειάζεται πολλή φροντίδα.

Ας μάθωμε λοιπόν να ζούμε πνευματικά και να τιμούμε το Χριστό, όπως εκείνος θέλει. Γιατί η πιο ευχάριστη τιμή για τον τιμώμενο είναι αυτή που ο ίδιος θέλει, όχι αυτή που εμείς νομίζομε. Κι ο Πέτρος απέδειξε ότι τον τιμούσε εμποδίζοντάς τον να του πλύνη τα πόδια• αυτό που έκανε όμως ήταν αντίθετο της τιμής. Κι εσύ να τον τιμάς με την τιμή, που ο ίδιος ώρισε• ξοδεύοντας τον πλούτο σου στους φτωχούς. Δεν έχει ο Θεός ανάγκη από χρυσά σκεύη αλλά από ψυχές χρυσές.

δ . Δε θέλω να εμποδίσω να κατασκευάζωνται πολύτιμα αφιερώματα. Θεωρώ όμως ότι μαζί μ’ αυτά και πριν απ’ αυτά αξίζει να ασκούμε την ελεημοσύνη. Κι αυτά τα δέχεται, περισσότερο όπως εκείνη. Σ’ αυτά ωφελείται μόνο αυτός που προσφέρει, σ’ εκείνην όμως κι αυτός που δέχεται. Εδώ μπορεί να νομιστή το πράγμα σαν αφορμή φιλοδοξίας, ενώ εκεί όλα είναι ελεημοσύνη και φιλανθρωπία.

Ποιό το όφελος να είναι γεμάτη η τράπεζά του από χρυσά ποτήρια κι ο ίδιος να πεθαίνει της πείνας; Χόρτασε πρώτα την πείνα του και τότε ως εκ περισσού στόλισε και την τράπεζά του.

Αφιερώνεις χρυσό ποτήρι και δεν προσφέρης ένα ποτήρι νερό; Τι ωφελείσαι; Κάμεις χρυσοκέντητα σκεπάσματα της τράπεζας και δεν δίνεις στον ίδιο μέρος απαραίτητο για κατάλυμα, τι κερδίζεις απ’ αυτό; Πέστε μου. Αν βλέπαμε κάποιον που στερείται την απαραίτητη τροφή και αφίνοντάς τον να εύρη τρόπο να υπερνικήση τη πείνα του, εμείς ντύναμε μονάχα με ασήμι το τραπέζι του, άραγε θα μας αναγνώριζε τη χάρη και δε θα δοκίμαζε μεγαλύτερη αγανάκτηση; Κι αν τον εβλέπαμε ντυμένο με κουρέλια και το κρύο να τον παγώνη και αντί να του δώσωμε ρούχα του φτιάχνομαι χρυσούς κίονες λέγοντας ότι το κάνομε για να τον τιμήσωμε δε θα ισχυριζόταν ότι τον ειρωνευόμαστε και δε θα θεωρούσε το πράγμα έσχατη ύβρη; Σκέψου το αυτό και στην περίπτωση του Χριστού. Όταν γυρίζη πλάνης και ξένος, έχοντας ανάγκη από στέγη, κι εσύ αντί να τον υποδεχτής στολίζης τα πατώματα και τους τοίχους και τα κιονόκρανα και κρεμάς αλυσιδες από λαμπάδες ασημένιες και καθόλου δε θέλης να κοιτάξης τον ίδιο που είναι αλυσοδεμένος στο δεσμωτήριο.

Δεν τα λέγω αυτά επειδή θέλω να σας ανακόψω από τέτοιες φιλοτιμίες, αλλά να κάμετε αυτά μαζί μ’ εκείνες, η μάλλον για να σας συστήσω να κάνετε αυτά πριν απ’ αυτές.

Κανένας δεν κατηγορήθηκε, επειδή δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτά. Για την παραμέληση όμως των άλλων αιωρείται η απειλή της γέενας και της άσβηστης φωτιάς και η τιμωρία μαζί με τους δαίμονοες.

Μη στολίζης λοιπόν το ναό τη στιγμή που αδιαφορείς για τη θλίψη του αδελφού σου. Αυτός είναι από κείνον ανώτερος ναός.

Και τα κειμήλια αυτά θα μπορέσουν να τ’ αφαιρέσουν και βασιλιάδες άπιστοι και τύραννοι και λησταί. Όσα όμως προσφέρεις στον πεινασμένο αδελφό σου, και τον ξένο και τον γυμνό ούτε ο ίδιος ο διάβολος δεν μπορεί να τα κλέψη, αλλά παραμένουν σε θησαυροφυλάκιο απαραβίαστο.