Τo αµάρτηµα της κατακρίσεως

Loading...


ΕΝΑ ΑΡΝΗΤΙΚΟ φαινόµενο στον ιερό χώρο της Εκκλησίας είναι και η κατάκριση. Ο ένας παρατηρεί τη ζωή του άλλου και συµπεραίνει για το χαρακτήρα του και το ήθος του.

Συνήθως η κατάκριση στηρίζεται σε εσφαλµένα δεδοµένα και δηµιουργεί καταστάσεις, που πληγώνουν βαθιά. Η κατάκριση µοιάζει µε δίστοµο µαχαίρι, που ανοίγει µεγάλες πληγές.

Πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός, για να µη παρασύρεται στο φοβερό πάθος της κατάκρισης. Χρειάζεται να έχει αυτοσυγκράτηση και απεριέργεια. Να µη γίνεται δέκτης σχολίων και πληροφοριών εις βάρος των αδελφών του. Να αρνείται αυτά που του λένε. Να βάζει πάντα ένα ερωτηµατικό, όπως συµβούλευε ο άγιος Παίσιος ο Αγιορείτης. Να αµφισβητεί τα όσα του λένε «καλοπροαίρετοι» άνθρωποι για τρίτους, µε τους οποίους δεν έχει προσωπική επικοινωνία. Εξάλλου η απρόσεκτη ζωή των άλλων δεν έχει κανένα ενδιαφέρον.

Ο γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, αναφερόµενος στο πάθος της κατάκρισης και τα φοβερά αποτελέσµατά του, έλεγε: «Οι άνθρωποι άρπαξαν την κρίση από τον Χριστό και κατακρίνει ο ένας τον άλλο. Αυτή η κατάκριση µαστίζει τους πάντες και λαικούς και κληρικούς, και µεγάλους και µικρούς, και πλούσιους και πτωχούς, άρχοντες και αρχόµενους. Αυτή, που είναι η πρώτη θυγατέρα της υπερηφάνειας, θα συντοµεύσει την απώλεια των ανθρώπων και θα επιφέρει το αλληλοφάγωµα των ανθρώπων» (Γνωριµια µε τον γέροντα Φιλόθεο Ζερβάκο, Θεσ/νίκη 2014, σελ. 133).

Εκείνος που κατακρίνεται και συκοφαντείται αισθάνεται ιδιαίτερο πόνο. ∆εν θέλει να ασχολούνται οι άλλοι µε αυτόν. Θέλει να µένει απαρατήρητος. Καί αυτό είναι φυσιολογικό! Οµως πολλές φορές γίνεται και ο ίδιος θύτης των άλλων. Αυτό που οι άλλοι του έκαναν, ευχαρίστως το κάνει και ο ίδιος. Σαν να βρίσκει διέξοδο, προκειµένου να µη τον προσέχουν οι γνωστοί. Είναι πολύ δύσκολο να δεχτεί κανείς την κατάκριση και να παρακινηθεί σε βαθύτερη συναίσθηση της αµαρτωλότητός του, χωρίς να ενοχληθεί. Όσοι το πετυχαίνουν αυτό, βαδίζουν τον ορθό δροµο της κατά Θεόν ζωής.

Ο Χριστός στην επί του όρους οµιλία του αναφέρει για την κατάκριση τα εξής: «Μη κρίνετε τους συνανθρώπους σας, για να µη σας κρίνει κι εσάς ο Θεός. Με το κριτήριο που κρίνετε θα κριθείτε, και µε το µέτρο που µετράτε θα µετρηθείτε. Πως µπορείς και βλέπεις το σκουπιδάκι στο µάτι του αδελφού σου και δεν νιώθεις ολόκληρο δοκάρι στο δικό σου µάτι; Ή µήπως θα πείς στον αδελφό σου “άφησέ µε να σού βγάλω το σκουπιδάκι από το µάτι σου”, όταν έχεις ολόκληρο δοκάρι στο δικό σου µάτι; Υποκριτή! Βγάλε πρώτα από το µάτι σου το δοκάρι, και τότε θα δείς καθαρά και θα µπορέσεις να βγάλεις το σκουπιδάκι από το µάτι του αδελφού σου» (Ματθ. ζ΄ 1-5).

Πολλοί ισχυρίζονται ότι κρίνουν τους αδελφούς τους προκειµένου να τους διορθώσουν και να τους οδηγήσουν στη σωτηρία, ενώ οι ίδιοι βαδίζουν προς την απώλεια. Ξεχνούν ότι µε την κατάκριση δεν µπορούν να κάνουν κανένα καλό. Είναι αδύνατο κάτι τέτοιο, συµφωνα µε τους λόγους του Χριστού. Η κατάκριση και η υποκρισία συνήθως συµβαδίζουν και αυτό είναι προκλητικό.

Το βλέπουµε συχνά στην κοινωνία, αλλά και στην Εκκλησία. Οι άνθρωποι θέλουν να βοηθήσουν, χωρίς να έχουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις. Οι τυφλοί θέλουν να οδηγήσουν τους άλλους. Οι εµπαθείς µιλούν για την καταπολέµηση των παθών. Οι ανήθικοι για την ηθική. Οι άδικοι για τη δικαιοσύνη. Οι ιδιοτελείς για ελεηµοσύνη και προσφορές. Οι ανάξιοι κληρικοί για την αγιότητα. Καί τα παραδείγµατα δεν έχουν τελειωµο.

Τα αποτελέσµατα της κατάκρισης είναι πολύ σοβαρά. Επιγραµµατικά σηµειώνω µερικά: Αλλάζει τα συναισθήµατα µεταξύ των ανθρώπων, παγώνει τις καρδιές, περιθωριοποιεί τους ενάρετους, καταστρέφει το πνευµατικό έργο, εµφανίζει το άσπρο µαύρο, καταργεί την αυτογνωσία, η οποία είναι απαραίτητη για την πνευµατική πρόοδο και γενικά πληγώνει βαθύτατα τα θυµατά της.

Όσοι δεν κατακρίνουν είναι µακάριοι και έχουν ανεβεί αρκετά σκαλοπάτια στην κλιµακα των αρετών.

Πηγή: (π. Διονύσιος Τάτσης, Ορθόδοξος Τύπος, 4/12/2015), Θρησκευτικά



Ετικέτες