«Τον ληστήν αυθημερόν του Παραδείσου ηξίωσας, Κύριε»

Loading...


Του Μητροπολίτου Δημητριάδος Ιγνάτιου

Αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί, παιδιά μου εν Κυρίω αγαπημένα.

Ιλιγγιά ο νους μας εμπρός στην απροσμέτρητη φιλανθρωπία του Εσταυρωμένου Ιησού. Είναι η ώρα της πιο αφόρητης οδύνης Του, η κορύφωση του Πάθους Του. «Τα πάντα συμπάσχουν τω τα πάντα Κτίσαντι». 

Πριν, όμως, σκοτισθεί ο ήλιος, πριν κλονιστεί συθέμελα η γη, πριν ραγεί του ναού το καταπέτασμα, πριν σχισθούν οι πέτρες και ανοίξουν τα μνημεία, κάτι συγκλονιστικότερο τελεσιουργείται. Ανοίγει η κλεισμένη από αιώνες πύλη του Παραδείσου, και – το παραδοξότερο – εισέρχεται πρώτος εκεί ένας ληστής.

Δεν υπήρξε τραγικώτερη ώρα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους από το δειλινό εκείνο, που έκλεισε στους Πρωτοπλάστους η θύρα του Παραδείσου, και ο εξόριστος Αδάμ απόμεινε γυμνός και απελπισμένος να θρηνεί απαρηγόρητος. Δεν στέρεψαν έκτοτε τα δάκρυα και οι συμφορές πάνω στη γη, ο στεναγμός και η οδύνη.

Και οι αιώνες διαδέχθηκαν αλλήλους, χιλιετίες πέρασαν, και ιδού έρχεται καιρός που ο άνθρωπος σε έσχατο βυθό ξεπεσμού καταλήγει στο φρικτό έγκλημα του Γολγοθά. «Των θεοκτόνων ο εσμός» καταδικάζει στον πιο ατιμωτικό θάνατο τον χορηγό της ζωής, σταυρώνει εν μέσω δύο ληστών τον Αναμάρτητο, ως κακούργο τον Ευεργέτη, ως παράνομο τον Νομοθέτη, ως κατάκριτο τον Βασιλέα του σύμπαντος. Εκείνος, όμως, απαντά στην ανθρώπινη κακία και αχαριστία με απέραντη μακροθυμία.

Την ώρα που «βάπτεται κάλαμος αποφάσεως παρά κριτών αδίκων», για να επικυρωθεί η θανατική Του καταδίκη, ο Ιησούς χρησιμοποιεί «αντί καλάμου τον Σταυρόν» και ως μελάνι το Αίμα Του, για να υπογράψει βασιλικά τη συγχώρηση και την καταλλαγή, για να διαγράψει «το καθ’ ημών χειρόγραφον». Ένα προαιώνιο χρέος εξοφλείται. Μια άπειρη απόσταση εκμηδενίζεται. Κι ένα απρόσμενο θαύμα συντελείται – ίσως μεγαλύτερο κι απ’ το σεισμό και απ’ το σχίσιμο των βράχων, όπως παρατηρούν οι άγιοι πατέρες: Η μεταστροφή της ψυχής του ληστή. Η ανεξικακία του Εσταυρωμένου Ιησού ραγίζει την σκληρότερη και από πέτρα καρδιά του και του ανοίγει τον Παράδεισο.

Ήταν πρόσωπο αποτρόπαιο ο ληστής. Σκόρπιζε τον φόβο. Δρούσε στην παρανομία. Κινούνταν στο περιθώριο. Πλήθος οι αξιόποινες πράξεις του. Δεν τις αρνείται όμως. Δεν δικαιολογείται. Δεν διαμαρτύρεται για την καταδίκη του. «Άξια ων επράξαμεν απολαμβάνομεν», ομολογεί. Παρά τους αφόρητους πόνους του σταυρικού μαρτυρίου του, ενώ τα καρφιά τον τρυπούν ανελέητα, ενώ αιμορραγεί και αφυδατώνεται, ενώ εξαντλείται από τον πυρετό και τη δίψα, αδιαφορεί για το μαρτύριό του. Αντλεί από τη μορφή του Εσταυρωμένου μια θαυμαστή βεβαιότητα. Μέσα στους χλευασμούς και στις ειρωνείες του μαινόμενου όχλου, μέσα στη γενική κατακραυγή και την εξαθλίωση, πιστεύει στην αθωότητα του Ιησού. Αν και Τον ατενίζει ταπεινωμένο στον σταυρό, εν τούτοις βασιλέα Τον προσφωνεί και Τον αναγνωρίζει. «Μνήσθητί μου Κύριε εν τη βασιλεία Σου», Του ψελλίζει.

Δεν είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή ο ληστής γνωρίσει τη θαυματουργική δύναμη του Ιησού. Δεν είχε δει κάποιον νεκρό να ανασταίνεται, δεν είδε δαίμονες να κατατροπώνονται, ούτε την τρικυμισμένη θάλασσα να Τον υπακούει. Κι όμως, την ύστατη αυτή στιγμή της ζωής του ξεπερνάει σε πίστη και ομολογία όλα εκείνα τα πλήθη που είχαν σαγηνευθεί απ’ τη διδασκαλία Του, που είχαν ευεργετηθεί από τα θαύματά Του, που Τον υποδέχθηκαν στα Ιεροσόλυμα μετά βαΐων και κλάδων. Αυτοί Τον εγκατέλειψαν, κάποιος απ’ αυτούς Τον αρνήθηκε, ένας Τον πρόδωσε. Και τώρα, που κανείς δεν Τον υπερασπίζεται, και κανείς δεν τολμά να ισχυριστεί ότι είναι Αναμάρτητος, ο ληστής ομολογεί ότι ο Ιησούς «ουδέν άτοπον έπραξεν», και Τον εκλιπαρεί με την πνιγμένη φωνή του: «Μνήσθητί μου Κύριε εν τη βασιλεία Σου».

Και ο Ιησούς; Τον είδαμε σε όλη τη διάρκεια του πάθους Του να τηρεί μια απέραντα μεγαλόπρεπη σιωπή. Τώρα όμως, απρόσμενα, ο Ιησούς ανταποκρίνεται άμεσα και απαντά στο αίτημα του μετανοημένου κακούργου. Από το Σταυρό, σαν από θρόνο, απευθύνει λόγο ηγεμονικό και ελπιδοφόρο στον ληστή, και του ανοίγει τον Παράδεισο: «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω».

Μικρό αίτημα απευθύνει ο ληστής, μεγάλο δώρο λαμβάνει. Ανάξιος για ζωή, σύμφωνα με τη δικαιοσύνη του κόσμου, αξιώνεται της αιώνιας μακαριότητας. Τελευταίος και περιφρονημένος στην κοινωνία των ανθρώπων, εισέρχεται πρώτος στον Παράδεισο. Απερίγραπτη η αρχοντιά και η μεγαλωσύνη του Θεού. Δεν του παραχωρεί απλά μια θέση στη βασιλεία Του, αλλά του υπόσχεται τη διαρκή κοινωνία μαζί Του. «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω».

Ακατάληπτο το γεγονός στην ανθρώπινη λογική, και παράδοξο για την πεπερασμένη δικαιοσύνη μας. Πώς ο κακούργος προπορεύεται του χορού των αγίων προφητών; Πώς προηγείται ο ληστής των δικαίων και των πατριαρχών της Παλαιάς Διαθήκης; Την απάντηση τη δίδει η αγία μας Εκκλησία με ένα στίχο από το συναξάρι της Μεγάλης Παρασκευής: «Κεκλεισμένας ήνοιξε της Εδέμ πύλας, βαλών ο ληστής κλείδα το μνήσθητί μου». Άνοιξε, δηλαδή, τον σφραγισμένο Παράδεισο ο ληστής βάζοντας σαν κλειδί στην ασφαλισμένη πόρτα το «μνήσθητί μου»· φράση μικρή μεν, περιεκτική, όμως, μεγάλης μετάνοιας και θαυμαστής ομολογίας.

 «Μικράν φωνήν αφήκεν ο ληστής», ικανή όμως να τον εκτοξεύσει από το βάθος της αμαρτίας στου Παραδείσου τα δώματα. Όντως, αρκεί μια μονάχα στιγμή ειλικρινούς μετανοίας και ο Ιησούς αντιπαραθέτει στην άβυσσο της αμαρτίας το μεγαλείο της Θείας Του συγγνώμης. Αρκεί ένα δείγμα μεταμέλειας, ένα βήμα επιστροφής και η αγκαλιά του Θεού ανοίγει διάπλατα. Είναι κάτι που δεν έχει ερμηνεία. Είναι η λογική της θείας Ευσπλαγχνίας, είναι το μυστήριο του Θεού, που δεν το καταλαβαίνουμε, γιατί μας υπερβαίνει.

 Έκτοτε, είκοσι αιώνες τώρα, το «μνήσθητί μου Κύριε» έχει γίνει κοινή επίκληση στα χείλη όλων μας, επιστέγασμα της προσευχής μας, απαντοχή της καρδιάς μας. Και κάθε Μεγάλη Παρασκευή, που με βαθύ συγκλονισμό και δέος στεκόμαστε εμπρός στον Εσταυρωμένο Ιησού, το επαναλαμβάνουμε με όλη τη δύναμη της φτωχής μας καρδιάς.

«Μνήσθητι ημών Κύριε εν τη βασιλεία Σου», όπως τον ευγνώμονα ληστή, που αυθημερόν αξίωσες του Παραδείσου. Δεν διαφέρουμε άλλωστε και πολύ από εκείνον. Είμαστε υπόλογοι για τα αναρίθμητα σφάλματά μας, αδικαιολόγητοι για τη σκληροκαρδία μας, ελεγχόμενοι αμείλικτα για τις παραλείψεις μας. Οι ενοχές μας μάς καθηλώνουν στον απαράκλητο σταυρό της συνειδήσεώς μας.

 Ναι, Κύριε, όπως ο ληστής, δοκιμάζουμε κι εμείς την οδύνη του προσωπικού μας σταυρού. Πάνω στο Γολγοθά της δοκιμασίας μας βιώνουμε τη δική του σκληρή μοναξιά. Και μόνη παρηγοριά μας είναι η δική Σου παρουσία κοντά μας. Οδυνάσαι για μας πάνω στο Σταυρό, ωστόσο μακροθυμείς, συγχωρείς, αγαπάς απεριόριστα και περιμένεις. Όλους μας περιμένεις με τα χέρια Σου απλωμένα σαν μια ολόθερμη πατρική αγκαλιά. Περιμένεις την ελάχιστη κίνηση της ψυχής μας προς Εσένα, το ικετευτικό μας βλέμμα, το δάκρυ της μετανοίας μας. Και ιδού, αμέτρητα πλήθη προστρέχουμε κοντά Σου, Κύριε. Όχι μόνον όσοι συνωστιζόμαστε τούτη την ώρα στους ναούς, αλλά και όλοι οι άλλοι, οι αναρίθμητοι, που πέρασαν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας σε κάθε εκκλησία για να προσκυνήσουν τα άχραντα πάθη Σου. Όλοι το αίτημα του ληστή Σου απευθύνουμε με συντριβή τούτες τις πανεπίσημες ώρες.

«Μνήσθητι ημών Κύριε». Έχουμε επίγνωση της ενοχής μας, αλλά και της απέραντης μακροθυμίας Σου. Αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας, αλλά και την άβυσσο της αγάπης Σου, γι’ αυτό και θαρρούντες εκζητούμε το έλεός Σου.

Άνοιξε τα σπλάγχνα της φιλανθρωπίας Σου, Κύριε, όπως άνοιξες στον ληστή τον Παράδεισο. Ζυγομέτρησε τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Σου, διάγραψε τις αστοχίες μας, συγχώρησε τις πτώσεις μας, εξάλειψε το πλήθος των πλημμελημάτων μας με τον ωκεανό της ευσπλαχνίας Σου.

Υψώνουμε ουρανομήκη την κραυγή και πύρινη την ικεσία μας «μνήσθητι ημών Σωτήρ» σε κάθε στιγμή του πονεμένου μας βίου, και αξίωσον ημάς «εκτυπώτερον Σου μετασχείν εν τη ανεσπέρω ημέρα της βασιλείας Σου». Αμήν.



Ετικέτες