Τι είδε στην άλλη ζωή ο Κωνσταντίνος Νατσόπουλος εκ Νεοκάστρου Πιερίας

Loading...


Την παρακάτω οπτασία του ευσεβούς αυτού χριστιανού άκουσε από τον ίδιο και μου την έδωσε ο Μοναχός Ανδρέας Γρηγοριάτης, ο οποίος τότε υπηρετούσε στο Μετόχι Βούλτσιστα Πιερίας, όπως μας διηγείται ο ίδιος:

«Το 1945, ήμουν μάγειρος στο Μετόχι μας Βούλτσιστα της Ιεράς ημών Μονής του Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, που ευρίσκεται κοντά στο χωριό Λιβάδι Κατερίνης. Την Κυριακή των Βαΐων εκείνου του έτους ήλθε στο Μετόχι μας ο εκ Νεοκάστρου Κωνσταντίνος Νατσόπουλος ή Σαπουνάς για να αγοράσει από τον Γέρο-Νέστορα τον οικονόμο του Μετοχίου ένα αρνί για το Άγιο Πάσχα. Επειδή εκείνη την στιγμή απουσίαζε ο οικονόμος, τον εκέρασα εγώ καφέ και τον ερώτησα λεπτομερώς να μάθω πως του συνέβη η ασθένειά του και πως διασώθηκε. Εκείνος μου διηγήθηκε με μεγάλη προθυμία τα εξής»:

«Εγώ, πάτερ Ανδρέα, καθώς γνωρίζεις, ήμουν επιστρατευμένος μαζί με άλλους συγχωριανούς μου για να φυλάγουμε το χωριό από τους αντάρτες. Αρχές Σεπτεμβρίου του 1944 εφύγαμε από το χωριό μαζί με τους οπλίτες του χωριού Μελίκη Ημαθίας και με αρχηγό τον καπετάν Γεώργιο Κουκιώτη επήγαμε μέσω του Γιδά (Αλεξάνδρεια) στο χωριό Κούκος. Από εκεί αρχές Οκτωβρίου εφύγαμε και επήγαμε στο Κιλκίς και μετά από συνεχή ανταρτοπόλεμο μας διέλυσαν και, όσους μας συνέλαβαν αιχμαλώτους, μεταξύ των οποίων ήμουν και εγώ, μας έκλεισαν στο στρατόπεδο Παύλου Μελά της Θεσσαλονίκης.

Εκεί λοιπόν, πάτερ Ανδρέα, καθώς ήμουν ταλαιπωρημένος, έπεσα κάτω άρρωστος και έμεινα σε αφασία ως νεκρός. Από εκεί και μετά τι έκαναν με το σώμα δεν γνωρίζω. Γνωρίζω μόνο ότι ευρέθηκα με την ψυχή μου σ’ ένα μεγάλο στρατώνα, δεν μπορώ να περιγράψω το μέγεθός του, που είχε πολλά δωμάτια και εφωτίζοντο όλα από ένα δυνατό φως, δυνατώτερο του ηλίου, χωρίς να γνωρίζω από πού ερχόταν αυτό το φως. Εγώ περπατώντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο, διότι είχαν πόρτες που συγκοινωνούσαν μεταξύ τους, έφθασα έξω σ’ ένα μεγάλο προαύλιο και εκεί το φως και η λαμπρότης με είχαν θαμπώσει. Ήταν ένα φως ισχυρότερο του ήλιου, το οποίο όμως δεν έκαιγε, όπως καίει εδώ το ηλιακό φως.

Στην αυλή αυτή ήταν πολύς κόσμος και πολλούς εγνώρισα από το χωριό μου που είχαν πεθάνει πριν από μερικά χρόνια. Φορούσαν τα ρούχα τους με τα οποία ζούσαν εδώ στη γη, τους εχαιρέτησα και είπα στον εαυτό μου, ότι αυτοί έχουν πεθάνει, πως τώρα εγώ ευρίσκομαι μαζί τους; Μήπως απέθανα και εγώ και δεν το κατάλαβα ακόμη; Τότε αυτοί μου έλεγαν ότι εδώ θα έλθεις και εσύ.

Κατόπιν επήγα στον φράκτη εκείνης της αυλής που περιστοιχιζόταν από ξύλινους πασσάλους και πέραν απ’ αυτούς είδα ν’ απλώνεται μία άλλη επίσης απέραντη πεδιάδα, φυτευμένη με διαφόρων ειδών λουλούδια, τα οποία ευωδίαζαν και εχωρίζοντο με διαδρόμους, στους οποίους έκαναν περιπάτους κατά ομάδες παιδιά ηλικίας, καθώς μου εφάνηκαν, από δέκα έως δώδεκα χρονών. Αυτά ερχόμενα από αλλού έμπαιναν μέσα στην πεδιάδα των λουλουδιών και εμείς καθόμασταν μέσα από τον φράκτη της πρώτης αυλής και απολαμβάναμεν την ομορφιά και ευωδία των λουλουδιών.

Κατά το διάστημα των είκοσι ημερών που έμεινα εκεί, ούτε καν μου ήλθε λογισμός για φαγητό, αλλά ευφραινόμουν με το να βλέπω τα παιδιά και τα λουλούδια, που ήταν σαν αγγελούδια και έκαναν βόλτες.
Ξαφνικά ευρέθηκα στο κρεββάτι, στο Νοσοκομείο των Λοιμωδών και μόλις άνοιξα τα μάτια μου, φώναξα με το επιφώνημα: Αααα! Τότε ήλθε η αδελφή Νοσοκόμος και ειδοποίησε και τους γιατρούς λέγοντας ότι: «Ο Λάζαρος αναστήθηκε…». Οι γιατροί μου έδωσαν γάλα, έως ότου συνηθίσει ο οργανισμός το φαγητό και μετά από λίγες ημέρες με έστειλαν στο σπίτι μου και στην οικογένειά μου».

Εκ του βιβλίου «Ψυχωφελείς οπτασίες και διηγήσεις γιά την άλλη ζωή
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»



Ετικέτες