Πόθεν άρξομαι θρηνείν…

Loading...


Tην εβδομάδα αυτή και μάλιστα την τετάρτη και παραδοσιακότερα στην αγρυπνία της πέμπτης ψάλλεται ο Μέγας Κανών.

Ένα χαρακτηριστικό αυτής της εβδομάδος Ποίημα, πού το ψάλλαμε ήδη τμηματικά και την πρώτη εβδομάδα των νηστειών.

Είναι μια πρόσκληση σε ανασκόπηση ζωής, εγρήγορση, συντριβή και μετάνοια,πού μας κρατά ζωντανούς και έξυπνους στον αγώνα τώρα στα τέλη της Τεσσαρακοστής.Ποιητής είναι ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, τόπος συγγραφής η Βασιλεύουσα και χρονος το 717 κατά πάσαν πιθανότητα.Αφορμή σύνθεσης του Κανόνα ήταν ίσως η αραβική επιδρομή στα ρωμαϊκά εδάφη, όπως υπονοείται στα Θεοτοκία.Βλέπουμε λοιπόν πώς η ελληνική ψυχή εμπνεύστηκε ακόμα μια φορά από ένα αρνητικό γεγονός, για να δημιουργήσει γόνιμα, όπως στην περίπτωση του ακαθίστου και του μεγάλου στην Θεοτόκο παρακλητικού.

Ο ποιητής τοποθετεί τον εαυτό του στο τέλος της ζωής του. Αναπολεί τις πράξεις του και απελπίζεται για σωτηρία. Ανοίγει λοιπόν την Αγία Γραφή για να λάβει απαντήσεις και σε έναν θρήνο ενδοελέγχου και ταπεινώσεως, εξαίρει τα παραδείγματα των δικαίων πράξεων πού αναφέρονται σε Παλαιά και Καινή Διαθήκη, τα οποία ομολογεί πώς δεν μιμήθηκε,ενώ ταυτίζει τον αμαρτωλο εαυτό του με όλα τα εγκλήματα και ατοπήματα των «κακών» της Γραφής.

Κοντάκιο του Κανόνα, είναι το περίφημο Ψυχή ψυχή μου, ποίημα Ρωμανού του Μελωδού, ενώ συναγιγνώσκεται μαζί με αυτόν ο Βίος της Αγίας Μαρίας της Αιγυπτίας, ως προτρεπτικός στην μετάνοια!

Μερικά από τα δείγματα του Κανόνα αμετάφραστα και παραφρασμένα, παραθέτουμε εδώ:
Ετέκταινον, επί τον νώτόν μου πάντες, οι αρχηγοί των κακών, μακρύνοντες κατ’ εμού την ανομίαν αυτών.
Πάνω στην πλάτη μου ραδιουργούσαν οι αρχηγοί των κακών και επέκταιναν εναντίον μου την ανομία τους.

Απώλεσα, το πρωτόκτιστον κάλλος, και την ευπρέπειάν μου, και άρτι κείμαι γυμνός, και καταισχύνομαι.
Έχασα την ομορφιά την πρωτόκτιστη και τον στολισμό μου και ήδη στέκομαι γυμνός και καταντροπιασμένος.

Κατέρραψε, τους δερματίνους χιτώνας, η αμαρτία καμοί, γυμνώσασά με της πριν, θεοϋφάντου στολής.
Μου έρραψε τους δερμάτινους χιτώνες η αμαρτία, αφού πρώτα με γύμνωσε από την στολή την θεούφαντη.

Περίκειμαι, τον στολισμόν της αισχύνης, καθάπερ φύλλα συκής, εις έλεγχον των εμών, αυτεξουσίων παθών.
Και είμαι ντυμένος την στολή του αίσχους, σαν που φορούσε ο Αδάμ φύλλα της συκιάς και έτσι ελέγχομαι από τα πάθη στα οποία ελεύθερα από μόνος μου έπεσακα.

Εστόλισμαι, κατεστιγμένον χιτώνα, και ημαγμένον αισχρώς, τη ρύσει της εμπαθούς, και φιληδόνου ζωής.
Στολίστηκα χιτώνα γεμάτο στίγματα και βουτηγμένο αισχρά, σαν σε αίμα στην ζωή της εμπάθειας και της φιληδονίας.
Γυμνός ειμι του Νυμφώνος, γυμνός ειμι και του γάμου, άμα και δείπνου, η λαμπάς εσβέσθη ως ανέλαιος, η παστάς εκλείσθη μοι καθεύδοντι, το δείπνον εβρώθη· εγώ δε χείρας και πόδας, δεθείς έξω απέρριμμαι.
Γυμνός είμαι από νυφικά ρούχα , γυμνός και δεν μπορώ να έρθω στον Γάμο σου και στο γαμήλιο δείπνο. η λαμπάδα μου δεν είχε λάδι και σβήστηκε, η θύρα για το νυφικό κρεβάτι κλείστηκε ενώ κοιμόμουν, και το δείπνο φαγώθηκε. Και εγώ δεμένος χειροπόδαρα πετάχτη έξω.

Το του Χριστού ιατρείον βλέπων ανεωγμένον,
και την εκ τούτου τω Αδάμ πηγάζουσαν υγείαν,
έπαθεν, επλήγη ο διάβολος, και ως κινδυνεύων ωδύρετο,
και τοις αυτού φίλοις ανεβόησε·
τι ποιήσω τω Υιώ της Μαρίας;
κτείνει με ο Βηθλεεμίτης,
ο πανταχού παρών, και τα πάντα πληρών