Προσευχή και μνησικακία

Loading...


«Αν ή καρδιά μας τρέφει κάποια αντιπάθεια για οποιονδήποτε άνθρωπο, ή προσευχή μας δεν εΐναι ευπρόσδεκτη άπό τον Θεό. Ή προσευχή τοΰ άνθρωπου που δεν συγχωρεί μένει άκαρπη, χωρίς καθόλου ωφέλεια.

«Ενας μεγάλος εργάτης της προσευχής, ό άββάς Ισαάκ, γράφει πολύ παραστατικά: «Αυτός που προσεύχεται και μνησίκακε! μοιάζει με εκείνον που σπέρνει στην θάλασσα και περιμένει να θερίση». Ή προσευχή, λέγει ό Ιερός Χρυσόστομος, «εΐναι καιρός συγχωρήσεως και στεναγμού, όχι οργής. Εΐναι καιρός δακρύων και όχι θυμοΰ, καιρός κατανύξεως και όχι αγανάκτησης».

Μερικές φορές το αίσθημα της αντιπάθειας και της μνησικακίας γι’ αυτόν πού μάς έβλαψε εΐναι καλά κρυμμένο μέσα στην καρδιά μας. Νομίζουμε ότι δεν έχουμε τίποτε με τον αδελφό, άπλα δεν θέλουμε νά έχουμε καμία σχέση μαζί του.

Το κριτήριο με το όποιο θά εξετάσουμε τον εαυτό μας αναφέρει ό γέροντας Παίσιος: «»Αν θυμάσαι το κακό, και λυπάσαι όταν αυτός πού σου το έκανε πάη καλά, ή χαίρεσαι όταν δεν πάη καλά, αυτό εΐναι μνησικακία. «Αν όμως, παρά το κακό που σου έκανε ό άλλος, χαίρεσαι με την προκοπή του, αυτό δεν είναι μνησικακία» .

‘Οποιοδήποτε μεγάλο και πνευματικό έργο κάνει ό άνθρωπος που δεν συγχωρεί και δεν αγαπά τον πλησίον του, εΐναι μάταιο και άχρηστο. Ό απόστολος Παΰλος τονίζει στον ΰμνο της αγάπης: Έάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ καϊ τών ‘Αγγέλων, άγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ήχων ή κύμβαλον άλαλάζον. Καϊ έάν έχω προφητείαν καϊ εάν έχω τα μυστήρια πάντα και πάσαν τήν γνώσιν, καϊ έάν έχω πάσαν τήν πίστιν, ώστε Όρη μεθιστάνειν, άγάπην δε μή έχω, ουδέν είμι.

Καϊ έάν ψωμίσω πάντα τά υπάρχοντα μου, και έάν παραδώ το σώμα μου ΐνα καυθήσωμαι, άγάπην δέ μή έχω, ουδέν ωφελούμαι. Δηλαδή: «»Αν υποθέσουμε ότι μιλώ όλες τις γλώσσες τών ανθρώπων, ακόμη και τών ‘Αγγέλων, άλλα δεν εχω αγάπη, έγινα χαλκός που ήχολογάει ή κύμβαλο που αλαλάζει. Και έάν έχω προφητικό χάρισμα και γνωρίζω όλα τά μυστήρια και έχω τέτοια πίστη που να μετακινώ βουνά, άλλα δεν εχω αγάπη, δεν είμαι τίποτε. ‘Ακόμη και αν διαθέσω όλα μου τα υπάρχοντα και παραδώσω το σώμα για να καεί, άλλα δεν έχω αγάπη, τίποτε δεν ωφελούμαι».

Το επόμενο περιστατικό επιβεβαιώνει τους λόγους αυτούς τοΰ αποστόλου Παύλου:

Κάποιος Ιερέας, ονομαζόμενος Σαπρίκιος, ήταν πολύ φίλος με κάποιον λαϊκό, τον Νικηφόρο. ‘Από κάποια παρεξήγηση όμως ή φιλία τους μετατράπηκε σε άσβεστο μίσος. Ό Νικηφόρος γρήγορα συνήλθε άπό το πάθος καί, παρόλο που δεν έφταιγε, προσπάθησε με κάθε τρόπο να πετύχη τήν συμφιλίωση, παίρνοντας όλο το σφάλμα επάνω του.

Δυστυχώς όμως ό Σαπρίκιος δεν ήθελε οΰτε να άκούση για συμφιλίωση. Σε λίγο καιρό ξέσπασε διωγμός και ό Σαπρίκιος συνελήφθη. «Αρχισαν οι ανακρίσεις, τα βασανιστήρια, ό Σαπρίκιος όμως δεν αρνούνταν τήν πίστη και έτσι αποφασίσθηκε ή εκτέλεση του. Ό Νικηφόρος, μαθαίνοντας ότι ό Σαπρίκιος βαδίζει τον δρόμο του μαρτυρίου, θεώρησε ότι αυτή ήταν ή κατάλληλη στιγμή για τήν συμφιλίωση πού ποθούσε.

Παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά του, έπεσε στα πόδια του, τον Ικέτευε. Εκείνος όμως οΰτε γύρισε να κυττάξη τον πεσμένο φίλο του. Τότε πλέον ή χάρις τοΰ Θεοΰ τον εγκατέλειψε. Φθάνοντας στον τόπο της εκτελέσεως, σαν να σκοτίσθηκε και ρωτούσε γιατί θα τον θανατώσουν. «Διότι δεν θυσιάζεις στους θεούς», ήταν ή απάντηση.

Και τότε ό Σαπρίκιος αρνήθηκε μπροστά σε όλους τον Χριστό, για να σώση τήν ζωή του. Μάταιες στάθηκαν ο! Ικεσίες τοΰ μακάριου Νικηφόρου, πού με σπαραγμό ψυχής προσπαθούσε να συνεφέρη τον φίλο του. Ή ψυχή τού Σαπρικίου εΐχε γίνει σκληρότερη από τήν πέτρα. Ό Νικηφόρος τότε ομολόγησε μπροστά σε όλους τον Χριστό, έσκυψε το κεφάλι στο ξίφος τού δημίου και κέρδισε μέσα σε λίγη ώρα το στεφάνι τού μαρτυρίου

‘Ιερομόναχου Γρηγορίου ‘Αγαπάτε τους εχθρούς υμών
‘Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον – «Αγιος ‘Ιωάννης ό Θεολόγος – Καρυές «Αγιον «Ορος – Εκδοτική Παραγωγή: Εκδόσεις Δόμος



Ετικέτες