Προορισμός ή ελευθερία;

Loading...


Του π. Δημητρίου Μπόκου.

Η Γεν­νη­ση της Πα­να­γι­ας (ε­ορ­τη 8ης Σε­πτεμ­βρι­ου), ε­δω­σε το ε­ναυ­σμα για την ε­νερ­γο­ποί­η­ση του σχε­δι­ου της Θεί­ας Οι­κο­νο­μι­ας, της προ­αι­ω­νιας δηλ. βου­λης του Θε­ου για τη σω­τη­ρι­α του αν­θρω­που και του κο­σμου α­πο την α­μαρ­τι­α, τη φθο­ρα και τον θα­να­το, που ει­χε προ­κα­λε­σει η πτω­ση των Πρω­το­πλα­στων.

Το κεν­τρι­κο γε­γο­νος του σχε­δι­ου αυ­του η­ταν η ε­ναν­θρω­πη­ση του Χρι­στού, για την πραγ­μα­το­ποί­η­ση της ο­ποί­ας χρει­α­ζο­ταν η συ­νερ­γα­σι­α του αν­θρω­που. Μο­να­δι­κος αν­θρω­πος, κα­τ’ ε­ξο­χην κα­ταλ­λη­λος για τον σκο­πο αυ­το α­να­με­σα στις αν­θρω­πι­νες γε­νι­ες ο­λων των αι­ω­νων, θε­ω­ρη­θη­κε η Παρ­θε­νος Μα­ρι­α. Γι’ αυ­το και η γεν­νη­ση της, ως γε­γο­νος παγ­κο­σμιας ση­μα­σι­ας, «χα­ραν ε­μη­νυ­σε πα­ση τη οι­κου­με­νη». Η Πα­να­γι­α ε­γι­νε η «παγ­κο­σμιος χα­ρα».

Με ι­δι­αι­τε­ρα θρι­αμ­βι­κούς και χαρ­μο­συ­νους το­νους οι υ­μνοι της ε­ορ­της μι­λούν γι’ αυ­τον τον ει­δι­κο προ­ο­ρι­σμο και την προ­αι­ω­νια ε­πι­λο­γη της Παρ­θε­νου α­πο τον Θε­ο. Ει­ναι η «προ­ε­κλε­χθεί­σα εκ πα­σων των γε­νε­ων»» και η «προο­ρι­σθεί­σα α­πο γε­νε­ων αρ­χαί­ων» να εκ­πλη­ρω­σει τη Θεί­α Οι­κο­νο­μι­α, να γι­νει μη­τε­ρα του Θε­ου, δο­χεί­ο και κα­τοι­κη­τη­ριό του. Στο προ­σω­πο της ε­φαρ­μο­ζε­ται κα­τ’ ε­ξο­χην ο λο­γος του α­πο­στ. Παύ­λου: «Ε­κεί­νους που προ­ε­γνω­ρι­σε, αυ­τους και προ­ω­ρι­σε να γι­νουν συμ­μορ­φοι (=ι­διοι) προς την ει­κο­να του Υι­ου του, …ε­κεί­νους δε που προ­ω­ρι­σε, αυ­τους και ε­κα­λε­σε, και ε­κεί­νους που ε­κα­λε­σε, αυ­τους και ε­δι­και­ω­σε, ε­κεί­νους δε που ε­δι­και­ω­σε, αυ­τους και ε­δο­ξα­σε» (Ρωμ. 8, 29-30. Βλ. και κεφ. 9). Η πα­ρα­νο­η­ση των λο­γων αυ­των ε­δω­σε α­φορ­μη να α­να­πτυ­χθεί μια εν­τε­λως πα­ρα­λο­γη δι­δα­σκα­λι­α.

Ο­τι δη­λα­δη ο Θε­ος, για δι­κούς του α­νε­ξε­ρεύ­νη­τους λο­γους, δι­α­λε­γει και προ­ο­ρι­ζει εξ αρ­χης αυ­τους που προ­κει­ται να σω­θούν και αυ­τους που προ­κει­ται να κο­λα­σθούν. Αν ο αν­θρω­πος ε­χει προ­ο­ρι­σθεί για σω­τη­ρι­α, ο­σες α­μαρ­τι­ες κι αν κα­νει, δεν προ­κει­ται να χα­θεί. Καί αν­τι­στρο­φως, αν ει­ναι προ­ο­ρι­σμε­νος για την α­πω­λεια, ο­σες α­ρε­τες κι αν α­πο­κτη­σει, δεν υ­παρ­χει πε­ρι­πτω­ση να σω­θεί. Μιά α­με­τα­κλη­τη δη­λα­δη ει­μαρ­με­νη προ­κα­θο­ρι­ζει την πο­ρεί­α και την κα­τα­λη­ξη του αν­θρω­που ε­ρη­μην της θε­λη­σε­ως του. Ει­ναι η πε­ρι­βο­η­τη θεωρία πε­ρι του «α­πο­λυ­του προ­ο­ρι­σμού», που αναπτύχθηκε κυρίως από τη δυτική Χριστιανοσύνη.

Η ον­τως α­παν­θρω­πη ο­μως αυ­τη θε­ω­ρι­α ερ­χε­ται σε ο­ξεί­α αν­τι­θε­ση με δυ­ο κα­τα­λυ­τι­κα γε­γο­νο­τα: α) την α­πει­ρη α­γα­πη του Θε­ου και β) την ε­λευ­θε­ρι­α του αν­θρω­που.

α. Ο Θε­ος δεν θε­λει πο­τε τον θα­να­το του α­μαρ­τω­λού, αλ­λα την ε­πι­στρο­φη του, ω­στε να ε­χει (αι­ω­νια) ζω­η (Ι­εζ. 33, 11). Ει­ναι αυ­τος που θε­λει να σω­θούν ο­λοι οι αν­θρω­ποι (ο­χι μο­νο μια με­ρι­δα ε­κλε­κτων) «και εις ε­πι­γνω­σιν α­λη­θεί­ας ελ­θείν» (Α΄ Τιμ. 2, 4). Μας α­γα­πη­σε το­σο πο­λυ, «ω­στε τον Υι­ον αυ­του τον μο­νο­γε­νη ε­δω­κεν, ι­να πας ο πι­στεύ­ων εις αυ­τον μη α­πο­λη­ται, αλ­λ’ ε­χει ζω­ην αι­ω­νιον» (Ι­ω. 3, 16). Ει­ναι «το φως το α­λη­θι­νον», το ο­ποί­ο «φω­τι­ζει (ο­χι μια α­ρι­στο­κρα­τι­α ευ­σε­βων, αλ­λα) παν­τα αν­θρω­πον ερ­χο­με­νον εις τον κο­σμον» (Ι­ω. 1, 9). Μας ε­πλα­σε κι­νού­με­νος α­πο­κλει­στι­κα α­πο α­γα­πη. Γιά να συμ­με­τα­σχου­με κι ε­μείς στον πλού­το της δι­κης του ζω­ης.

β. Αλ­λ’ αυ­το θε­λει να γι­νε­ται με δι­κη μας ε­λεύ­θε­ρη ε­πι­λο­γη. Ο­σοι τον δε­χον­ται με δι­κη τους θε­λη­ση, α­ξι­ω­νον­ται να γι­νουν «τε­κνα Θε­ου» (Ι­ω. 1, 12). Δεν θε­λει ον­τα δου­λι­κα κον­τα του. Γι’ αυ­το και «δεν υ­παρ­χει τι­πο­τε το πιο α­πο­φα­σι­στι­κο σ’ ο­λο­κλη­ρο το συμ­παν α­πο τις συ­νει­δη­τες πρα­ξεις ε­πι­λο­γης, που γι­νον­ται α­πο προ­σω­πα προι­κι­σμε­να με λο­γο και συ­νεί­δη­ση» (Καλ­λι­στου Ware, Η εν­τος η­μων Βα­σι­λεί­α, εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, σ. 54).

Ε­τσι ο Θε­ος δεν ε­κα­με τον αν­θρω­πο ου­τε θνη­το ου­τε α­θα­να­το. «Τη ζω­η και τον θα­να­το ε­βα­λα μπρο­στα σας», λε­ει. Καί μας συμ­βου­λεύ­ει (χω­ρις να α­ναγ­κα­ζει): «Δι­α­λεξ­τε τη ζω­η» (Δευτ. 30, 19). «“Αυ­τος εξ αρ­χης ε­ποί­η­σεν αν­θρω­πον” και τον α­φη­σε στην ε­λεύ­θε­ρη δι­α­θε­ση του… Ε­νω­πιόν σου το­πο­θε­τη­σε φω­τιά και νε­ρο: ο­που θε­λεις μπο­ρείς να α­πλω­σεις το χε­ρι σου. Ε­νω­πιον των αν­θρω­πων υ­παρ­χει η ζω­η και ο θα­να­τος. Ο,τι θε­λη­σει και προ­τι­μη­σει ο κα­θε­νας, αυ­το θα του δο­θεί» (Σοφ. Σει­ραχ, 15, 14-17). Η σω­τη­ρι­α λοι­πον και η α­πω­λεια ε­ξαρ­των­ται α­πο μας. Στην ε­λεύ­θε­ρη ε­πι­λο­γη για τη σω­τη­ρι­α μας ερ­χε­ται βε­βαι­α α­ρω­γος και η Χα­ρη του Θε­ου. Καί μο­νο ο­ταν υ­παρ­χει δυ­να­το­τη­τα ε­λεύ­θε­ρης ε­πι­λο­γης (αυ­τε­ξού­σιο), ει­μα­στε υ­πεύ­θυ­νοι για τις πρα­ξεις μας. Α­ξι­ε­παι­νοι για τις κα­λες, κα­τα­κρι­τε­οι για τις κα­κες. Αλ­λι­ως, δεν θα η­ταν δυ­να­τον να μας ζη­τη­θούν ευ­θυ­νες, να κρι­θού­με α­πο τον Θε­ο.

γ. Ο Θε­ος τω­ρα, προ­γνω­ρι­ζον­τας την πο­ρεί­α μας, κα­νο­νι­ζει τους ρο­λους που ται­ριά­ζουν στον κα­θε­να μας (=προ­ο­ρι­ζει). Προ­γνω­ρι­ζει ποι­οι θα κα­μουν κα­λη χρη­ση του αυ­τε­ξου­σι­ου και τους κα­λεί σε ρο­λους που υ­πη­ρε­τούν το κα­λο. Προ­ο­ρι­σμος θε­ω­ρεί­ται αυ­το το α­γα­θο και α­με­τα­θε­το θε­λη­μα του Θε­ου, που φα­νε­ρω­νε­ται σε ο­σους προ­βλε­πει ο­τι θα αν­τα­πο­κρι­θούν α­ξια στην κλη­ση που τους α­πευ­θυ­νει. Καί πα­λι, ως δι­και­ος, ε­χει ή­δη κα­τα­κρι­νει και προ­δι­κα­σει ο­σους (κα­τα την προ­γνω­ση του) θα κα­μουν κα­κη χρη­ση της ε­λευ­θε­ρι­ας τους. Πα­ρελ­θον και μελ­λον δεν υ­παρ­χουν για τον Θε­ο. Τα παν­τα, «γυ­μνα και τε­τρα­χη­λι­σμε­να», συ­νω­θούν­ται σε ε­να δια­ρκες πα­ρον ε­νω­πιόν του.

δ. Η προ­γνω­ση ο­μως του Θε­ου δεν ση­μαί­νει κα­ταρ­γη­ση της ε­λευ­θε­ρι­ας μας. Δεν θα κα­νου­με με ε­ξα­ναγ­κα­σμο κα­τι, πα­ρα τη θε­λη­ση μας, μο­νο και μο­νο ε­πει­δη το προ­γνω­ρι­ζει ο Θε­ος, αλ­λα το προ­γνω­ρι­ζει ο Θε­ος, ε­πει­δη θα το κα­νου­με ε­μείς. Η προ­γνω­ση του προ­κα­θο­ρι­ζε­ται α­πο τις πρα­ξεις μας και ο­χι οι πρα­ξεις μας α­πο την προ­γνω­ση του.
Καί η Πα­να­γι­α, με κα­θα­ρα δι­κη της ε­λεύ­θε­ρη ε­πι­λο­γη, με κα­λη χρη­ση του αυ­τε­ξου­σι­ου της, α­γι­α­σθη­κε πε­ρισ­σο­τε­ρο α­πο κα­θε αλ­λο δη­μι­ούρ­γη­μα. Ε­γι­νε ε­τσι α­ξια να την προ­ο­ρι­σει ο Θε­ος να γι­νει η μη­τε­ρα του Κυ­ρι­ου μας Ι­η­σού Χρι­στού, χω­ρις αυ­το να κα­ταρ­γεί την ε­λευ­θε­ρι­α της. Ο Αρ­χαγ­γε­λος τη στιγ­μη του Ευ­αγ­γε­λι­σμού «δεν την πλη­ρο­φο­ρεί α­πλως για τα σχε­δια του Θε­ου, αλ­λα πε­ρι­με­νει την ε­λεύ­θε­ρη και ε­θε­λού­σια α­παν­τη­ση της… Θα μπο­ρού­σε να ει­χε αρ­νη­θεί. Ο Θε­ος παίρ­νει την πρω­το­βου­λι­α, αλ­λα ει­ναι εν­τε­λως α­πα­ραί­τη­τη και η αυ­το­βου­λη συ­νερ­γα­σι­α της Πα­να­γι­ας, που δεν ει­ναι α­πλως ε­να πα­θη­τι­κο ερ­γα­λεί­ο, αλ­λα γι­νε­ται ε­νας ε­νερ­γος συμ­με­το­χος στο λυ­τρω­τι­κο ερ­γο» (Καλ­λι­στος Ware, ο. π.).

Ει­ναι δι­κο της το κα­τορ­θω­μα αυ­το, μο­να­δι­κο, και της α­ξι­ζει κα­θε ε­παι­νος. Με ευ­γνω­μο­συ­νη το α­να­γνω­ρι­ζου­με, την ευ­χα­ρι­στού­με «εκ βα­θε­ων» για τη στα­ση της, και ο­λες οι γε­νι­ες «ε­ως αι­ω­νος», α­κού­ρα­στα, «την ον­τως Θε­ο­το­κον με­γα­λυ­νο­μεν».



Ετικέτες