Πάσχα στα Ιεροσόλυμα…

Loading...


Οδοιπορικό στους Αγίους Τόπους

Όταν επιστρέφει κάποιος προ­σκυνητής από τους Αγίους Τόπους δέχεται μια σειρά ερωτή­σεων: Πως πέρασες; Ήταν ωραία; Τι είδες; Είδες το Άγιο Φως; Και ο προσκυνητής δεν ξέρει τι να πει, δεν βρίσκει λόγια, δεν μπορεί να δώσει να καταλάβουν οι άλλοι τι έζησε τις μέρες που ήταν εκεί. Πως μπορείς να δώσεις να κατα­λάβουν οι άλλοι;

Φθάνοντας στο αεροδρόμιο του Ισραήλ βλέποντας αυτούς τους ανθρώπους με τα χαρακτηριστι­κά καπέλα μικρά ή μεγάλα, με τις μπούκλες να κρέμονται από εδώ και από εκεί, (απόγονοι Φαρισαίων) και ακούγοντας τη γλώσ­σα τους, αντιμετωπίζοντας την αυστηρότητα τους, τους ελέγχους τους στα αεροδρόμιο, αμέσως με­ταφέρεσαι στα γεγονότα της εποχής εκείνης του Ιησού. Αφού περάσει αυτό το στάδιο τού ταξι­διού και η προσαρμογή σου, κατά κάποιο τρόπο, στο πνεύμα, όσο είναι δυνατόν, τού λαού αυτού, αρχίζει το προσκύνημα.

Εισερχόμεθα από την πύλη της Εϊάφας (Jafa Gate), δίπλα στον πύργο του Δαυίδ. Κατηφορίζου­με και φθάνουμε στο Ορθόδοξο Πατριαρχείο που στέκει πάντοτε φύλακας άγρυπνος του Παναγίου Τάφου και όλων των Ιερών προ­σκυνημάτων όπου έστησαν οι πό­δες του Ιησού και μετά παίρνουμε την οδό των Χριστιανών και φθά­νουμε στον τόπο τον Άγιο, τον Πανάγιο, όπου διαδραματίστηκαν τα μεγάλα γεγονότα για την Σω­τηρία όλου του κόσμου.

Γολγοθάς, Αποκαθήλωση, Πα­νάγιος Τάφος. Τρέμει το χέρι να γράψει και να περιγράψει τί αισθάνεται η κάθε ψυχή όταν βρί­σκεται εκεί. Ένας τεράστιος Ναός, που η πίστη και η ευσέβεια της Αγίας Ελένης και των Ορθοδό­ξων Χριστιανών (Αυτοκρατόρων – Πατριαρχών κ.λ.π.) ανοικοδό­μησε, περιλαμβάνει τα τρία αυτά κύρια προσκυνήματα και άλλα πολλά παρεκκλήσια συμπεριλαμ­βανομένων και των Καθολικών, Κοπτών και Αρμενίων.

Εισερχόμεθα στο Ναό από μία μεγάλη ξύλινη πόρτα, που έχει μία ειδική διαδικασία να ανοίξει το πρωί και να κλείσει το βράδυ. Αμέσως δεξιά ανεβαίνεις αρκετά σκαλοπάτια και φθάνεις στο ση­μείο, ένας Ναός τώρα πια, όπου διαδραματίστηκε όλη η διαδικα­σία της σταυρώσεως του Χρίστου μας. Είναι ο τόπος όπου τερμάτι­σε το μακρύ δρόμο από το Πραιτώριο ο Χριστός κουβαλώντας το Σταυρό πού ήταν τόσο βαρύς, γιατί εκεί επάνω ευρίσκονταν οι αμαρτίες όλου του κόσμου, ο Γολγοθάς.

Νιώθεις πως ακούς να καρφώ­νουν στο Σταυρό τον Νυμφίο της Εκκλησίας, βλέπεις να περιτίθεται στέφανον εξ ακανθών ο των αγγέλων Βασιλεύς, να περι­βάλλεται ψευδή πορφύρα, να δέ­χεται το ράπισμα, να κεντάτε με λόγχη ο Υιός της Παρθένου. Εμείς γονατίζουμε, δακρύζουμε, μετανιώνουμε και προσκυνούμε το σημείο που υψώθηκε ο Σταυρός λέγοντες:

«Προσκυνούμε σου τα Πάθη Χριστέ…» και είναι σα ν' ακούς κάτω εκεί σκυμμένος το: «Ου γάρ οίδασι τι ποιούσι », το «Μήτερ ιδού ο Υιός σου…» και το «ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ».

Σηκώνεσαι συντετριμμένος και κατεβαίνεις σιγά σιγά στο σημείο της Αποκαθηλώσεως, όπου τοπο­θέτησαν τον Ιησού δια να Τον ετοιμάσουν προς ενταφιασμόν και στο σημείο αυτό ενώ Τον αλεί­φουν αρώματα είναι σαν να βλέ­πεις την Παναγία μας να κρατά στην αγκαλιά τόν Υιόν της και να του λέει: « Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον που έδυ σου το κάλλος; » και το «Ανάστα ζωοδότα η Σε τεκούσα Μήτηρ δακρυρροούσα λέγει…».

Εν συνεχεία αριστερά της Αποκαθηλώσεως και μερικά μέτρα πιο κει ο Πανάγιος Τάφος. Το σημείο που εκπέμπει Χάρι, τόση Χάρι που ακόμη αδιάφοροι άνθρωποι που εισέρχονται έτσι από περιέρ­γεια, όταν βγαίνουν λένε: Μα τι ήταν αυτό που νιώσαμε; Δεν μπο­ρούν να το εξηγήσουν. Πλούσια η Χάρι του Παναγίου Τάφου εξ ου και Χαριτόβρυτος ονομάζεται. Μπαίνοντας και προσκυνώντας την πλάκα που είναι το σημείο που τοποθέτησαν νεκρό τον Κύ­ριο επαναλαμβάνεις τον ύμνον «Όλβιος Τάφος εν εαυτώ γαρ δεξάμενος ως υπνούντα τον Δημι-ουργόν» και ψάλλεις «Εκστήθι φρίττων, ουρανέ, και σαλευθήτωσαν τα θεμέλια της γης, Ιδού γαρ εν νεκροίς λογίζεται ο εν υψίστοις οίκων και τάφω σμικρώ ξενοδοχείται». Και αφού γνωρίσει και προσκυνήσει τα κύρια αυτά προσκυνήματα ο κάθε Χριστια­νός, αρχίζει να παρακολουθεί τις μακρές κατανυκτικές Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος.

Κυριακή των Βαΐων: Ένα μεγάλο πανηγύρι. Όλοι, Πατρι­άρχης, Αρχιερείς, Ιερείς, Ιεροδι­άκονοι, Μοναχοί, Μοναχές και πλήθος Λαού, αφού παρακολου­θήσουν την Θεία Λειτουργία στο Ναό της Αναστάσεως, εν συνεχεία κρατούντες κλάδους φοινίκων στο χέρι κάνουν Λιτανεία γύρω στο Ναό ψάλλοντας το «Ωσαν­νά εν τοις Υψίστοις ευλογημένος ο ερχόμενος…» Έχει προηγηθεί το απόγευμα της προηγουμένης ημέ­ρας η πορεία από την Βηθσφαγή ως την πόλη των Ιεροσολύμων, η διαδρομή που έκανε ο Κύριος «κα­θήμενος επί πώλον όνου». Μετά από αυτό το μεγάλο πανηγύρι το πρωί της Κυριακής των Βαΐων, θα συγκεντρωθούν όλοι πάλι το βράδυ στο Ναό για να ψάλλουν το «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός…».

Οπότε φθάνει η νύ­κτα της Μεγάλης Τετάρτης προς τη Μεγάλη Πέμπτη. Μια αγρυ­πνία για να ακούσουμε μέσα στη νύκτα τον Όρθρο της Μεγάλης Πέμπτης στο Ναό και να συμ­μετάσχουμε στην Θεία Λειτουρ­γία του Μεγάλου Βασιλείου στον Πανάγιο Τάφο και της παραδόσε­ως στους Αποστόλους και εν συ­νεχεία σε όλους τους πιστούς του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστί­ας. Χιλιάδες κόσμος και όλοι σχε­δόν συμμετέχουν και κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων. Είναι όντως σαν να κάθεσαι και συ δί­πλα στους Αποστόλους και να ζεις το Μυστήριο για όλη σου τη ζωή και για όλους τους πιστούς που θα γεννηθούν μετά από σένα. Και είναι σα ν' ακούς, όπως οι Απόστολοι, το διάλογο του Ιησού με τον Ιωάννη και την προτροπή του Ιησού στον Ιούδα « ο ποιείς ποίησον τάχιον ».

Μεγάλη Παρασκευή πρωί πρωί όλοι στο Πραιτώριο. Έχει περά­σει η νύκτα της μεγάλης και μαρ­τυρικής ταλαιπωρίας του Ιησού, σύλληψη, δίκη, καταδίκη εις σταυρικόν θάνατον, φυλακή, φραγγέλωμα. Συμπορευόμεθα λοιπόν της πορείας προς τον Γολγοθά, αφού πρώτα παρακολουθήσου­με τις Μεγάλες Ώρες της Μεγά­λης Παρασκευής. Ένας Αρχιερέας του Πατριαρχείου κρατώντας τον Σταυρό ξεκινά από το Πραιτώ­ριο ακολουθούμενος από Κλήρο και Λαό να ανεβούν την οδό του Μαρτυρίου (Via Dolorosa). Μα­κρύς ο δρόμος, αλλά με προθυ­μία τον βαδίζει κάθε Χριστιανός πρώτον για να πει ένα μεγάλο ευχαριστώ στο Σωτήρα μας Χρι­στό που σήκωσε στο βαρύ Σταυρό Του τις αμαρτίες του καθ' ενός ξε­χωριστά και δεύτερον να του προ­σφέρει τον δικό του Σταυρό που καθένας φέρει ευχαρίστως (έτσι πρέπει) στις πλάτες του.

Βράδυ Μεγάλης Παρασκευής αργά. Μεγάλη Παρρησία, όπως λέγεται. Είναι παρόντες: Ο Πα­τριάρχης, οι Αρχιερείς του Πα­τριαρχείου, οι εκπρόσωποι άλλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, άπας ο Κλήρος και ο Λαός. Ζούμε τα γε­γονότα στον ίδιο τόπο που έγιναν τότε: Ακολουθία της Σταυρώσεως στον Γολγοθά, Ακολουθία Αποκαθηλώσεως στον τόπο της Αποκαθηλώσεως και εν συνεχεία και ενώ έχουν φθάσει μεσάνυκτα μεταφέ­ρεται και ενταφιάζεται το Σώμα του Ιησού στον Πανάγιο Τάφο. Και οι προσκυνητές ακούνε το « Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ…» αντικρίζοντας τον ίδιο τον Πα­νάγιο Τάφο και με όλη τη δύνα­μη της ψυχής τους ψάλλουν το «Αϊ γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή σου προσφέρουσι, Χριστέ μου».

Τελειώνοντας αργά η Ακολου­θία αποχωρούν με σκυμμένο το κεφάλι γιατί αφήνουν τον αγα­πημένο τους Ιησού στο μνη­μείο ψιθυρίζοντας το «Ανάστα ο Θεός, κρίνον την γην ότι Συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι», για να ξυπνήσουν λίαν πρωί, σαν τις μυροφόρες, να τρέ­ξουν στον Τάφο όχι για να αλεί­ψουν αρώματα τον Ιησού άλλα να μπορέσουν να βρουν μια γω­νίτσα στο Ναό για να παρακολου­θήσουν την Ακολουθία του Αγίου Φωτός.

Το τι αγώνας και αγωνία χρει­άζεται για να βρεις μια θεσούλα να σταθείς στην τελετή του Αγί­ου Φωτός στο Ναό δεν περιγρά­φεται, μόνο όταν το ζήσεις θα το καταλάβεις. Μέχρι να φθά­σει στο Ναό, όλο αυτό το πλήθος των Ορθοδόξων Χριστιανών και των αλλοδόξων συναντά μπλό­κα αστυνομικών αυστηρών με τα όπλα υπό μάλης για τον έλεγχο και την τάξη.

Εν πάση περιπτώσει φθάνεις στο Ναό σιωπηλός, πειθαρχημένος σ' ότι σου λένε ή σε όσες φορές σε σπρώξουν και σε πατήσουν και στέκεσαι στο όποιο και αν είναι αυτό το σημείο που θα βρεις.

Γύρω στη μία το μεσημέρι σβή­νουν τα φώτα του Ναού και αρχίζει η Λιτανεία γύρω από τον Πανάγιο Τάφο με λάβαρα, εξαπτέρυγα και λαμπάδες. Πατριάρχης, Αρχιερείς, Ιερείς κ.λ.π. αφού τε­λειώσουν την Λιτανεία αρχίζουν να ψάλλουν το «Φως ιλαρόν…».

Πλησιάζει η ώρα. Όλα σιωπούν. Ο κάθε άνθρωπος μένει μόνος αυτός και ο Θεός. ΄Εντονα συναισθήματα, προσευχή, συγκίνησι. Σε λίγο θα κατέβει το Άγιο Φως, δεν μπορείς να σκεφθείς τίποτα άλλο.

Ο Ορθόδοξος Πατριάρχης των Ιεροσολύμων εκδύεται την Αρχιερατική στολή, ερευνάται αν φέρει κάτι που να ανάβει φωτιά, φορά το λευκό χιτώνα μόνο και είναι έτοιμος να εισέλθει στον Πανάγιο Τάφο, ο οποίος Τάφος έχει ερευ­νηθεί από το πρωί από ειδικούς εκπροσώπους της Αστυνομίας και άλλων δογμάτων για να βεβαιω­θεί ότι δεν υπάρχει ούτε σπίθα φωτός μέσα, έχει σφραγισθεί και φυλάσσεται αυστηρά.

Παίρνει τις δύο δεσμίδες από 33 κεριά (τα χρόνια του Ιησού) και εισέρχεται. Ο Ορθόδοξος Πα­τριάρχης προσεύχεται. Χριστέ μου, τι συνταρακτική στιγμή! Θε­ϊκή! Δεν περνάει πολλή ώρα και Φως! Φως! Πολύ Φως, Άγιο Φως, εξ ουρανού. Βγαίνει ο Πατριάρ­χης συντετριμμένος, τρέμοντας κρατώντας αναμμένα από Άγιο Φως τα κεριά και σαν ένα πύρινο κύμα απαλό μεταδίδει Άγιο Φως στα κεριά όλων των Χριστιανών. Καμπάνες, σήμαντρα, τάλαντα, αλαλαγμοί. «Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός…», «και πάντα πεπλήρωται φωτός», Ανά­σταση, χαρά, θρίαμβος. Δεν περι­γράφεται, μόνο το ζεις. Ευχόμεθα έστω και μια φορά στη ζωή του να το ζήσει ο κάθε Χριστιανός. Έτσι χαρούμενοι, κρατώντας τις λαμπάδες με το Άγιο Φως αποχω­ρούμε από το Ναό εν πομπή με επικεφαλής τον Πατριάρχη. Στο Ναό παραμένει ένας Αρχιερέας και τελεί την Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Σαββάτου.

Την υπόλοι­πη μέρα ησυχάζουμε, «σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία» για να βρε­θούμε τα μεσάνυκτα πάλι στο Ναό και να παρακολουθήσουμε την Ακολουθία της Αναστάσεως. Μεγάλη παρρησία και πάλι, όλοι παρόντες. Αφού ψάλλουν τον Κανόνα «Κύματι θαλάσσης ….» στο Ναό και ενδυθούν λα­μπρά άμφια, Πατριάρχης, Αρχι­ερείς, Ιερείς και Ιεροδιάκονοι μεταβαίνουν στον Πανάγιο Τάφο για την Ακολουθία της Αναστάσεως και την Θεία Λειτουργία. Με­σάνυκτα! Ο Πατριάρχης βγαίνει από τον Πανάγιο Τάφο κρατώντας τα 33 κεριά με το Άγιο Φως και ψάλλει τον θριαμβευτικό παι­άνα της Εκκλησίας μας «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνα­τον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» και μαζί του όλος ο Κλήρος και ο Λαός και ακούς μέσα στη νύκτα το Χριστός Ανέστη σ' όλες τις γλώσσες, ο κα­θένας το ψάλλει στη δική του γλώσσα ενώ κτυπούν πανηγυρικά καμπάνες, σήμαντρα, τάλαντα και είναι μεγάλη χαρά, ένα μεγά­λο πανηγύρι, μια θεία ευλογία.

Εκ του περιοδικού της Ι.Μ.Μαντινείας και Κυνουρίας "ΑΛΙΕΥΣ" (ΕΤΟΣ ΜΑ', ΑΡΙΘΜ. Φ. 254)