Ο σταυροαναστάσιμος χαρακτήρας των Ύμνων της Μεγάλης Σαρακοστής

Loading...


Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας

Σε αυτή τη συνάφεια θα επιχειρήσουμε να δειχθεί με συντομία κι επιλεκτικά πώς η πραγματικά έξοχη Υμνογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας -που αφορά στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή και με επίκεντρο εδώ τον περίφημο Μεγάλο Κανόνα του Ανδρέα Κρήτης- χειραγωγεί τον πιστό από τα γήινα στα ουράνια, από τα χοϊκά στα πνευματικά, από τα πένθιμα στα διαρκώς αναστάσιμα. Πώς ο υμνολογικός αυτός θησαυρός -ποίηση απαράμιλλη – παρέχει σε όλους μας μοναδικές ευκαιρίες ψυχικής ανάτασης, κατάνυξης και ανάνηψης τελικά.

* * *

Εισοδεύουμε στις πάνσεπτες μέρες της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, μια περίοδο ιδιαίτερης ετοιμασίας και πνευματικών καθαρμών, έτσι που τελικά να χειραγωγηθούμε άξιοι στα φρικτότατα δρώμενα της Μεγάλης Εβδομάδας, οπότε πρόκειται να συντελεσθεί η μυστηριακά εκπληκτική συνάντηση Ανθρώπου και Θεού στο χαροποιό γεγονός της συν-Αναστάσεως και των δύο.

Αγωνιζόμαστε, λοιπόν. Ο Ορθόδοξος «Χριστιανικός Ναός καί τά τελούμενα ἐν αὐτῷ» γίνονται στίβος αγωνιστικός, όπου παρέχονται οι ευκαιρίες στον προσερχόμενο, για πνευματική άθληση. Στη φιλόξενη ευρυχωρία του, όλες ετούτες τις ημέρες, κατά τις δυνάμεις του ο καθένας, δίνει τη δική του προσωπική μάχη. Μάχη διμέτωπη: Από τη μια με τον εαυτό του και από την άλλη με τα φρονήματα του κόσμου, που συνήθως αντιμάχονται κάθε αρετή. Οι συχνές και μακρές λατρευτικές μας συνάξεις «ἐπὶ τῷ αὐτῷ» έχουν έναν πολύ συγκεκριμένο σκοπό: Να δώσουν ερεθίσματα βαθύτατης αυτοεξέτασης. Να προσκαλέσουν, ή καλύτερα: να προκαλέσουν σε νήψη και σε προσευχή τις ψυχές μας, ώστε να κάνουμε επιτέλους το σωτήριο εκείνο άλμα, που θα μας ενώσει με τον Ουρανό, με τον οποίο βρισκόμαστε σε διαρκή διάσταση και ακοινωνησία. Να προκαλέσουν με άλλους λόγους την ποθούμενη αλλαγή μυαλού.

Ο ορθόδοξος υμνογραφικός πλούτος όλων αυτών των ημερών έχει οπωσδήποτε χαρακτήρα αναγωγικό: Μεταφέρει, δηλαδή, σε μιαν άλλη, νέα πραγματικότητα πέρα και πάνω από την καθημερινή και αναμφισβήτητα τόσο βασανιστική για τον σύγχρονο άνθρωπο. Τον ξεχωρίζει από τη γη, για να τον ανεβάσει στον Ουρανό. Έχει σκοπό να τον συνετίσει. Να τον φέρει, με άλλα λόγια «εἰς ἑαυτόν». Ταυτόχρονα, τα ψάλματα και τ’ αναγνώσματα ετούτα αποτελούν κραυγές πόθου και πόνου. Πόθου επιστροφής στη χαμένη ευδαιμονία του Παραδείσου. Πενθούμε ταυτόχρονα και πονούμε. Όχι βέβαια για το Πάθος του Χριστού. Εκείνος πρόκειται σύντομα να αναστηθεί. Ανάγκη, λοιπόν, θρήνων δεν έχει. Μαυροφορούμε για την δική μας έλλειψη, την δική μας μικρότητα, την δική μας παρακοή. Αισθανόμαστε κατάβαθα την δυσφορία από τα «στίγματα τῶν πταισμάτων». Αγωνιούμε για τις δικές μας αλλεπάλληλες πτώσεις. Αγωνιούμε εξάλλου, μήπως κατά την ώρα εκείνη τη μεγαλειώδη της Ανάστασης του Χριστού, εμείς ανέλπιδοι, παραμείνουμε ακόμη στον τάφο νεκροί.

Γι’ αυτό αγωνιζόμαστε. Γι’ αυτό και προαγόμαστε στη Μετάνοια. Ο θρήνος μας γίνεται γοερός: «Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν, τὰς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις;», σύμφωνα με την έξαρση του ποιητικότατου Μεγάλου Κανόνα του οσίου Ανδρέα του Κρήτης που έχει ευστοχότατα ενταχθεί στην Υμνολογία των ημερών.

Γονατίζουμε ανίσχυροι κι εξουθενωμένοι μπροστά Του, έχοντας βαθύτατη συναίσθηση του ποίοι στ’ αλήθεια είμαστε. Επικαλούμαστε όμως την Αγάπη Του, το έλεός Του: «Ἡμάρτηκά Σοι, ἱλάσθητί μοι, ἆρον τὸν κλοιόν ἀπ’ ἐμοῦ, τὸν βαρύν, τὸν τῆς ἁμαρτίας». Γνωρίζουμε, ότι δεν αξίζουμε μια τέτοια παμμέγιστη τιμή. Όμως η αγάπη και το έλεος του Θεού έχουν πάντα την εξαιρετική, χαρακτηριστική δύναμη να υπερτερούν και της χειρότερης δικής μας αμαρτίας. Το έλεος του Κυρίου «καταδιώκει» (σύμφωνα με την έκφραση του «πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως» ελεημένου Ψαλμωδού Δαβίδ) τον αποστάτη άνθρωπο, ώστε να τον διασώσει. Αγαπώντας ο Θεός τον άνθρωπο, με τρόπο που δεν μπορεί με τα αδύναμα δικά μας λόγια να περιγραφεί, ο Ίδιος τον επισκέπτεται. Ο Ίδιος τον αναζητά. Ο Ίδιος θυσιάζεται για να μην πειραχθεί στο ελάχιστο το πλάσμα των δακτύλων Του, η κορωνίδα της Δημιουργίας Του.

Ιδού, το άπειρο έλεος του Θεού. Κατά συνέπειαν κι εμείς, γνωρίζοντας την αμαρτωλότητα που μάς βαρύνει και πλέον μάς χαρακτηρίζει, αποκτάμε τη σιγουριά ότι τελικά θα τύχουμε της κοινωνίας Του. Στεκόμαστε εξορισμένοι μακριά και νοσταλγούμε τον χαμένο μας Παράδεισο. Αναλογιζόμαστε τον καιρό της μακαριότητας πριν από την πτώση. Νοιώθουμε ότι, αμαυρώνοντας «τῆς ψυχῆς τὸ ὡραῖον», ἔχουμε απωλέσει πια «τὸ πρωτόκτιστον κάλλος καὶ τὴν εὐπρέπειαν».

«Τὸν πρωτόπλαστον Ἀδὰμ τῇ παραβάσει παραζηλώσας, ἔγνων ἐμαυτόν, γυμνωθέντα Θεοῦ, καὶ τῆς ἀϊδίου βασιλείας τρυφῆς, διὰ τάς ἁμαρτίας μου.»

Κυριευμένοι από ακατάσχετο εγωισμό κι επιχειρώντας πραξικοπηματικά να φτάσουμε και να υπερβούμε τον Θεό, σχίσαμε «τὴν στολὴν τὴν πρώτην», εκείνο το θεοΰφαντο ένδυμα του Βαπτίσματος και τώρα γυμνοί, χωματένιοι και προσωρινοί όσο ποτέ άλλοτε, χωρίς παρόν χωρίς μέλλον, ντρεπόμαστε για την ακρότατη ετούτη κατάντια μας και με συστολή ομολογούμε: «Ἰδού τὰ τραύματα, τὰ ἕλκη, αἱ πυρώσεις… ὁ βίος νενέκρωται, τὸ τέλος ἐπὶ θύραις». Η χώρα της εξορίας είναι ανυπόφορη. Η ζωή μακριά από την πατρική στοργή δεν έχει νόημα κανένα. Καταντά φρικτότατο κολαστήριο, διαρκής νύχτα, θάνατος αμετάκλητος. Ζητάμε αμνηστία. Ποθούμε την Ανάσταση.

«Ἀνάνηψον, ὦ ψυχή μου, τὰς πράξεις σου, ἅς εἰργάσω ἀναλογίζου, καὶ ταύτας ἐπ’ ὄψεσι προσάγαγε, καὶ σταγόνας στάλαξον δακρύων σου· εἰπέ παρῥησίᾳ τὰς πράξεις τὰς ἐνθυμήσεις Χριστῷ καὶ δικαιώθητι.

Αὐτείδωλον ἐγενόμην, ταῖς πάθεσι τὴν ψυχήν μου βλάπτων, Οἰκτίρμον· ἀλλ’ ἐν μετανοίᾳ με παράλαβε, καὶ ἐν ἐπιγνώσει ἀνακάλεσαι· μὴ γένωμαι κτῆμα, μὴ βρῶμα τοῦ ἀλλοτρίου, Σωτήρ αὐτὸς με οἴκτειρον».
(Τροπάρια από τον Μεγάλο Κανόνα)

«Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα τί καθεύδεις;». Τον παρακαλούμε τα δάκρυα της μετάνοιάς μας να τα μεταποιήσει σε ύδατα θαυματουργά μιας άλλης νέας ιαματικής κολυμβήθρας του Σιλωάμ, ώστε εκεί -όπως άλλοτε ο τυφλός τις κόρες των ματιών του- έτσι κι εμείς «τὰς κόρας τῆς ψυχῆς» να νίψουμε, για ν’ αντικρίσουμε, καθαρμένοι επιτέλους μετά, «τὸ φῶς τὸ πρὸ αἰώνων».

Για να κατορθωθεί όμως κάτι τέτοιο, είναι απόλυτα αναγκαίο ν’ αποβάλουμε από πάνω μας το χωματένιο φρόνημα μαζί με όλα τα παρεπόμενά του, με το να ντυθούμε τις αρετές και ν’ ανακτήσουμε την αθωότητα.

Αποτασσόμαστε, λοιπόν, κάθε δηλητηριώδες και ψυχοφθόρο «πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας καί ἀργολογίας» ικετεύοντάς Τον να μάς οπλίσει με «πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς και ἀγάπης», κατά την εξαίσια προσευχή του Αγίου Εφραίμ του Σύρου, προσευχή κεντρικότατη της Μεγάλης Σαρακοστής, η οποία θ’ άξιζε να γίνει έμβλημα των ημερών αυτών και όχι μόνον.

Έχουμε ανάγκη όμως από βοήθεια και μεσιτεία. Πιστεύουμε βέβαια στην Άκρα Αγάπη Του, αλλά προστρέχουμε και στην Παναγία Μητέρα Του, «πολλὰ γὰρ ἰσχύει δέησις μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου». Κάθε Παρασκευή μάλιστα αυτής της περιόδου, απευθυνόμαστε με τους Χαιρετισμούς μας στη Μητέρα του Θεού την Πανάχραντη, επειδή είμαστε σίγουροι, ότι έχουμε να κάνουμε με «τό φυλακτήριον πάντων και χαράκωμα και κραταίωμα και ἱερόν καταφύγιον», μέσω της οποίας «κατέβη ὁ Θεός», οπότε «ἡ άρὰ διαδέλυται», «ἐλύθη παράβασις», «ἠνοίχθη Παράδεισος», όλοι μας «ἐνεδύθημεν δόξαν» Θεοῦ και «ἐχθροί καταπίπτουσι».

Επικαλούμαστε επίσης την πρεσβεία όλων των Επουρανίων Δυνάμεων, του Βαπτιστή Ιωάννη, των Αποστόλων, των Προφητών, των Μαρτύρων, των οσίων Πατέρων και όλων των Αγίων.

Ο Τίμιος Σταυρός του Χριστού, που περικαλλέστατος υψώνεται μπροστά μας αποτελεί το προανάκρουσμα της «λαμπρᾶς καὶ κοσμοχαρμοσύνου τοῦ Πάσχα… φωσφόρου ἡμέρας», παρηγορώντας και υποστηρίζοντας όλους μας στη σταυρώσιμη δική μας πορεία προς το πέρασμα (Πάσχα, σημαίνει: πέρασμα) από το πάθος και τη φθορά, στην απάθεια και την αιωνιότητα. Η Σταυροπροσκύνηση βρίσκει τον καθένα από εμάς φορτωμένο με κάποιο δικό του ασήκωτο σταυρό κι ανηφορίζοντας με ψυχικούς γογγυσμούς σε κάποιο προσωπικό του Κρανίου Τόπο. Για τούτο «ὁ ζωοδώρητος Σταυρός προκείμενος, καὶ καθορώμενος, φωτοειδῆ αἴγλην, ἀποπέμπει χάριτος». Άρα το Τίμιο Ξύλο, στα μέσα της Σαρακοστής, αποπνέει παρηγοριά και σιγουριά, διότι ανυψούμενος ανάμεσά μας γίνεται γέφυρα – σκάλα, η οποία θα μάς ενώσει με την πολιτεία των Αγγέλων. Θα τον χρησιμοποιήσουμε ως ναυαγοσωστική σανίδα, που αγκιστρωμένοι εκεί πάνω του και μην υπολογίζοντας τους όσους κλυδωνισμούς και τις απανωτές τρικυμίες των πταισμάτων, θ’ αράξουμε αβλαβείς στον όρμο τον απάνεμο τ’ Ουρανού.

Η ποιητική παραδοχή του Αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου είναι σαφής: «Ἐπ’ ὤμων ὅνπερ κατεδέξω Χριστέ, φέρειν Ἅγιον Σταυρόν, καὶ ἐν τούτῳ ἀρθῆναι, καὶ σταυρωθῆναι σαρκί, προσπτυσσόμενοι, κομιζόμεθα ἰσχύν, κατ’ ἐχθρῶν ἀοράτων» (από την στ΄ωδή Όρθρου Σταυροπροσκυνήσεως).

Ανεβαίνοντας Εκείνος στον Σταυρό, αυτή την ευκαιρία μάς χορηγεί, γι’ αυτό άλλωστε και προσφέρεται ως σφάγιο: Μάς καλεί να σταυρωθούμε μαζί Του, για ν’ αναστηθούμε ένδοξα μαζί. Ν’ αποτάξουμε τον αμαρτωλό μας εαυτό, για να γευθούμε μαζί την έξοχη γλυκύτητα του θριάμβου. Να υποστούμε τη φρικαλέα εμπειρία της Μεγάλης Παρασκευής, για ν’ αξιωθούμε να δούμε τον άδυτο ήλιο της Μεγάλης και Λαμπρής Κυριακής. Με άλλους λόγους, να βιώσουμε σε όλες τις διαστάσεις της την πραγματικότητα, την οποία η Εκκλησία ονομάζει χαρακτηριστικά «Σταυροαναστάσιμο Πάσχα», να κάνουμε δηλαδή το ποθητό και λυτρωτικό πέρασμα από την αλλόκοτη ερημία του θανάτου στη Ζωή με τον Χριστό.

* * *

Μες από αυτούς τους διαδρόμους διεξόδου βηματίζει τον σύγχρονο λαβυρινθωμένο άνθρωπο η Μεγάλη Σαρακοστή με την πολυδιάστατη Υμνογραφία της. Ο λειτουργικός πλούτος αυτής της ιδιαίτερα κατανυκτικής περιόδου μάς παιδαγωγεί, μάς λαξεύει -θάλεγε κανείς- και μάς μορφώνει, ώστε, σύμφωνα με την Οπισθάμβωνο Ευχή της Θείας Λειτουργίας των Προηγιασμένων Δώρων, «τὸν ἀγώνα τὸν καλὸν ἀγωνίσασθαι, τὸν δρόμον τῆς νηστείας ἐκτελέσαι, τὴν πίστιν ἀδιαίρετον τηρῆσαι, τὰς κεφαλὰς τῶν ἀοράτων δρακόντων συνθλάσαι, νικητὰς τῆς ἁμαρτίας ἀναφανῆναι, καὶ ἀκατακρίτως φθάσαι προσκυνῆσαι καὶ τὴν Ἁγίαν Ἀνάστασιν». Οπότε, με καθαρότατο και διαυγέστατο πρόσωπο πλέον, θα ξαναγίνουμε πολίτες της επουράνιας πατρίδας.