Οι πρώτοι Γνωστικοί: Σίμων ο Μάγος και οι μαθητές του (Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή)

Loading...


 Ο Σίμωνας ο Μάγος θεωρήθηκε πατέρας του Γνωστικισμού επειδή από τη διδασκαλία του αναδύθηκαν εξελικτικώς τα διάφορα Γνωστικά συστήματα.

Στη διδασκαλία του Σίμωνα απαντούν πράγματι ορισμένες θεμελιώδεις αρχές του Γνωστικισμού, οι οποίες συστηματο­ποιήθηκαν αργότερα από τους οπαδούς του, όπως αντινομιστικές – διαρχικές αντιλήψεις και δοκητισμός.

Ο Σίμωνας σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο151ήταν γόης (μάγος). Βαπτίσθηκε από το Φίλιππο με άλλους πολλούς και χειροτονήθηκε. Από την πρώτη στιγμή όμως έδειξε τάσεις φιλοχρηματίας. Εκμεταλλευόμενος το ιερό σχήμα σφετερίστηκε χρήματα χριστιανών στο όνομα του Χριστού.Μετέφερε το μύθο της Ελένης του Ομήρου στο πρόσωπο της Βαρβηλή η οποία στάθηκε η αιτία ενός πολέμου στον κόσμο, κατά τη διάρκεια του οποίου πολέμησαν και οι άγγελοι μεταξύ τους, και οι οποίοι έκτισαν τον κόσμο και τον άνθρωπο.Ουσιαστικά ο Σίμων παρουσιάζει τον Γνωστικισμό ακόμα σε ανώριμη μορφή, εμποτισμένο με ελληνικές ιδέες σχετικά με τον άνθρωπο.

Ο Μένανδρος152ήταν μαθητής του Σίμωνα και υιοθέτησε και αυ­τός τη διδασκαλία-κακοδοξία, ότι ο κόσμος έγινε από τους αγγέλους. Ο Σατορνίλλος153έλαβε τις αφετηρίες της αίρεσής του από τους δύο παραπάνω και κυρίως, ανέπτυξε την κακοδοξία περί αγγέλων του Μενάνδρου. Δίδασκε ότι ο Πατέρας είναι άγνωστος, δημιούργησε όμως δυνάμεις, αρχές και εξουσίες. Διαστέλλει τους αγγέλους από την άνω δύναμη τον πραγματικό Θεό.Οι άγγελοι αυτοί έφτιαξαν τον κόσμο και τον άνθρωπο. Ένας από τους αγγέλους αυτούς είναι ο Θεός των Ιου­δαίων. Ως σωτήρας αποστάλθηκε από τον Πατέρα Θεό για να καταλύσει τη δύναμη του Θεού των Ιουδαίων.

ΟΣατορνίλοςείναι ο πρώτος που διέκρινε δύο είδη ανθρώπων, έναν καλό και έναν κακό. Ήταν ασκητής και απαγόρευε το γάμο και πολλοί από τους οπαδούς του απείχαν από τη βρώση του κρέατος.

ΟΒασιλείδης154έζησε την ίδια εποχή με το Σατορνίλο στην περιοχή όμως της Αλεξάνδρειας. Οι θεολογικές του προϋποθέσεις ταυτί­ζονται με αυτές του Σίμωνος και του Σατορνίλου. Σύμφωνα με αυτόν μόνο ένα είναι το αγέννητον, το οποίο ονομάζεται Πατήρ. Προβολή του πατρός αποτελεί οΝους. Απ’ αυτόν προέρχεται ο Λόγος, από το Λόγο η Φρόνηση, από τη Φρόνηση η Δύναμη και η Σοφία, από τη Δύναμη και τη Σοφία οι αρχές, οι εξουσίες και οι άγγελοι. Από τις δυνάμεις αυτές και τους αγγέλους έγινε ο πρώτος ουρανός. Από αυτούς (τους αγγέλους) έγιναν άλλοι ουρανοί και άλλοι άγγελοι.Από τους αγγέλους επέλεξε έναν ο θεός ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο.

Όσον αφορά τις χριστολογικές του απόψεις ήταν δοκήτης, δηλαδή πίστευε ότιο Λόγος δεν ενσαρκώθηκε αληθινά, αλλά φαινόταν στους ανθρώπους ως ένας άνθρωπος.Δε σταυρώθηκε ο ίδιος πάνω στο Γολ­γοθά αλλά πήρε τη θέση του ο Σίμωνας ο Κυρηναίος.

Ο Άγιος Επιφάνιος συνδέει τη διδασκαλία του Σίμωνα του Μά­γου[155]με τη διδασκαλία του Μενάνδρου[156], του Σατορνίλου[157]και του Βασιλείδη[158].
Βασική αντίληψη αυτών των Γνωστικών ήταν ότιο αισθητός κό­σμος και το σώμα των ανθρώπων δημιουργήθηκαν από τους αγγέλους και όχι από τον αληθινό Θεό. Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο, αυτοίοι Γνωστικοί απέδιδαν τη δημιουργία του κόσμου και του σώματος σε κατώτερες θεϊκές οντότητες για να υποστηρίξουν έτσι την άποψη ότι ο υλικός κόσμος «εν ελαττώματι» έχει δημιουργηθεί[159]και ότι το ανθρώ­πινο σώμα πριν την έλευση μέσα σε αυτό του «θεϊκού σπινθήρα» ήταν «χαμαί κείμενον δίκην σκώληκος έρποντος, μη δύνασθαι σε μήτε ανορθούσαι, μήτε τι έτερον πράττειν»[160]. Αυτή η απόρριψη του υλικού κόσμου[161]από τους Γνωστικούς προσδιορίζεται από τη σωτηριολογία τους. Σύμφωνα με τους Γνωστικούς μόνο το πνευματικό στοιχείο του ανθρώπου ο «σπινθήρας» θα σωθεί162.

Ο Άγιος Επιφάνιος βέβαια, δεν αποδέχεται αυτήν τη θεωρία των Γνωστικών[163], υποστηρίζοντας ότι ο αληθινός Θεός και Πατέρας μαζί με τον Υιό και Λόγο του και το Άγιον Πνεύμα δημιούργησε τον υλικό κόσμο και τον άνθρωπο σύμφωνα με το χωρίο (Ιωάν. 1,3) «πάντα δι’αυτού εγένετο» και (Ψαλμ 32,6)164«τω λόγω του Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν και τω πνεύματι του στόματος αυτού πάσα η δύναμις αυτών».

Εν συνεχεία ο Άγιος Επιφάνιος, καταγγέλλει την εσκεμμένη εκ μέρους των Γνωστικώναποκοπή της φράσης «καθ’ ημετέραν»από το χωρίο (Γεν. 1,26) «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν»165για να υποστηριχθεί έτσι ότι ο άνθρωπος δεν είναι η τέλεια εικόνα της εικόνας του τέλειου Θεού αλλά των αγγέλων, η καλύτερα μια κακέκτυπη απομίμηση της εικόνας του πνευματικού ανθρώπου που συνέλαβε ο νους του τέλειου Θεού166.

Προσπαθώντας να ανατρέψει αυτή τη θέση των Γνωστικών ο Άγιος επικαλείται το χωρίο (Γεν. 1.1) «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην». Ερμηνεύει λοι­πόν, αυτόν τον στίχο επικαλούμενος το χωρίο (Λουκ. 10,21) της Κ. Δια­θήκης «Πάτερ, Κύριε του Ουρανού και της γης» και συμπεραίνει ότι ο Θεός και το χωρίο της Γένεσης ταυτίζεται με τον Πατέρα του Ιησού Χριστού και όχι με κάποιον κατώτερο άγγελο. Έτσι ο Πατήρ του Ιησού Χριστού είναι ο δημιουργός των πάντων[167].

Οι Γνωστικοί όχι μόνον απέδιδαν τη δημιουργία του υλικού κόσμου σε μία κατώτερη αγγελική οντότητα, αλλάταύτιζαν αυτή την κατώτερη θεότητα με το Θεό που αποκαλύπτεται στην Π. Διαθήκη και ο οποίος Θεός δεν είναι ο Πατήρ του Χριστού, ενώ έργο του Ιησού Χριστού ήταν να καταλύσει την εξουσία αυτού του Θεού της Π. Διαθή­κης[168].

Αυτή η αντίληψη των Γνωστικών υπαγορεύονταν από την έντονη αντίθεσή τους στο νόμο και τις εντολές της Π. Διαθήκης[169]. Οι προφη­τείες της, προέρχονται είτε από τους «κοσμοποιούς» αγγέλους είτε από το Διάβολο[170]. Ο Άγιος Επιφάνιος δεν αποδεχόταν αυτές τις Γνω­στικές αντιλήψεις και υπογράμμιζε την ταυτότητα του Θεού της Π. Δια­θήκης με αυτήν της Κ. Διαθήκης. Ο Θεός είναι ο Κύριος Ιησούς Χρι­στός ο οποίος αποκαλύπτεται στην Π. Διαθήκη, και «δια Μωυσέως» έδωσε το νόμο, ενώ στην Κ. Διαθήκη οι Ευαγγελιστές διεκήρυξαν την ένσαρκή του παρουσία.

Επικαλούμενος εν συνεχεία το χωρίο (Ματθ. 5,17) «ουκ ήλθον καταλύσαι τον νόμον… αλλά πληρώσαι» και (Ιωάνν. 5,46)[171]το «ει γαρ επιστεύεται Μωυσή επιστεύεται αν εμοί, περί γαρ εμού εκείνος έγραψε» τονίζει ότι αυτός ο οποίος λάλησε δια μέσου των προφητών στην Π. Διαθήκη δεν ήταν κάποια κατώτερη αγγελική θεότητα, ούτε κάποιος Θεός η διάβολος αλλά ο ίδιος ο Σωτήρας του κόσμου, ο Θεός που ενσαρκώθηκε. Το χωρίο (Ιωάν. 5,17) «ο Πατήρ μου έως άρτι εργάζεται καγώ εργάζομαι» αποδεικνύει αυτήν την αλήθεια[172].ΟΙησούς Χρι­στός, ο οποίος μεταμορφώθηκε εν μέσω του Ηλία και του Μωυσή στο όρος Θαβώρ είναι αυτός που έδωσε το νόμο της Π. Διαθήκης και τις εντολές της Καινής.

Η Π. Διαθήκη είναι λοιπόν Αγία Γραφή[173].Αυτή η θέση υποστηρίζεται από τα χωρία (Ματθ. 8,11) «πολλοί από ανατολών και δυσμών ήξουσι και ανακληθήσονται μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών», και (Μαρκ. 12,36) «Λέγει ο Κύριος τω Κυρίω μου κάθου εκ δεξιών μου», και (Ματθ. 21,42) «ουδέ­ποτε ανέγνωτε εν ταις γραφαίς Λίθον αν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες», και (Λουκ. 24.46) «Ότι ούτως έδει τον Χριστόν παθείν, και αναστήναι εκ νεκρών τη τρίτη μέρα», και επίσης (Ιωάν. 8,56) «πρώτον μεν ότι ο Αβραάμ ο πατήρ ημών ηγαλλιάσατο ίνα ίδη την ημέραν την εμήν και είδε και εχάρη» και επίσης (Ιωάν. 5,46)[174]«Ει γαρ επιστεύετε Μωύσει, επιστεύετε αν εμοί» όπου εκτιμάται θετικά η Π. Διαθήκη η οποία προετοίμασε την οδό για την έλευση του Ιησού ο οποίος εγκαινιάζει τη νέα εποχή, την Κ. Διαθήκη.

Ηιερότητα της κτίσεως επιβάλλει και ανάλογη στάση απέναντί της.

Ο άνθρωπος πρέπει να τη σέβεται. Κανένα κτίσμα το οποίο υπάρχει δεν είναι κακό, καθώς αυτό δεν είναι «ενυπόστατον» αλλά «επείσακτον». Η κτίση είναι καλή σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου «ότι τα πάντα είναι καλά λίαν» (Γεν. 1.31). Αυτό το χωρίο αποδεικνύει ότι το κακό «ουκ αρχαΐζει» καθώς δεν υπήρχε «εξ υπαρχής».Το κακό λαμβάνει χώρα μόνο στις ενέργειες των ανθρώπων καθώς στερείται υποστάσεως[175].

Ο Άγιος Επιφάνιος λοιπόν καταδικάζει κάθε είδος Γνωστικής αντίληψης ότι ο υλικός κόσμος είναι κακός[176]ή ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι είναι από τη φύση τους πονηροί[177]. Έτσι εφόσον δεν υπάρχει κάτι κακό στην κτίση ούτε και ο γάμος είναι κάτι κακό. Ο γάμος είναι «εκ του Θεού» και όχι «εκ του Σατανά»[178]. 

Σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου «ένεκεν τούτου καταλείψει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα, και προσκοληθήσεται τη γυναικί αυτού, και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν» (Ματθ. 19,5), και επίσης «ο ουν Θεός συνέζευξεν άνθρωπος μη χωριζέτω» (Ματθ. 19,6), και επίσης «Τίμιος ο γάμος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος» (Εβρ. 13,4), και «νεωτέρας χήρας παραιτού. Όταν γαρ καταστρηνιάσωσι του Χριστού, γαμείν θέλουσιν, (Α Τιμ. 5,11), και επίσης «γαμείτωσαν, τεκνογονείν, οικοδεσποτείν» (Α Τιμ. 5,14)[179].

Ο γάμος μεταξύ των ανθρώπων είναι Ιερός όπως ιερό είναι και το σώμα του.Έτσι ο άνθρωπος δεν πρέπει να επιδίδεται σε πράξεις ηθικής ασυδοσίας, με τις οποίες δε σέβεται την ιερότητα της κτίσης και του σώματος. Σε τέτοιες πράξεις επιδίδονταν οι Γνωστικοί180.

Θέλοντας να καταπολεμήσει αυτές τις πράξεις τους, ο Άγιος Επιφάνιος, τονίζει την ανωτερότητα της παρθενικής ζωής με τα εξής χωρία:
«Ει ούτως εστίν η αιτία του ανθρώπου μετά της γυναικός, ου συμ­φέρει γαμήσαι» (Ματθ. 19,10), και επίσης «ου πάντες χωρούσιν τον λόγον τούτον. Εισί γαρ ευνούχοι, οίτινες ευνούχισαν υπό των ανθρώπων και εισίν ευνούχοι οίτινες ευνούχισαν εαυτούς δια την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ. 19,12)[181].
Ακόμη καταπολεμά τη δοκητική άποψη αυτών των Γνωστικών η οποία εκτίθεται λεπτομερώς από το Βασιλείδη ότι ο Λόγος δεν ενσαρκώθηκε πραγματικά ούτε έλαβε πραγματική ανθρώπινη ύπαρξη και ότι δε σταυρώθηκε ο Ιησούς Χριστός αλλά ο Σίμωνας ο Κυρηναίος[182].ΗΓνωστική αυτή αντίληψη υπαγορευόταν από την εχθρική τους στάση απέναντι στην ύλη αλλά επίσης και από το γεγονός ότι η σωτηρία που δίνει ο Ιησούς δεν προέρχεται από την ανακαίνιση της ανθρώπινης φύσης μέσα από τα πάθη και την ανάσταση, αλλά μέσα από την αποκάλυψη άρρητων αληθειών και της ουράνιας γνώσης[183].Δεν είναι αναγκαίο η ενσάρκωση του Θεού να γίνει πραγματικά αλλά αρκεί να γίνει μόνο φαινομενικά καθώς το υλικό στοιχείο δεν προορίζεται να σωθεί μια που είναι καταδικασμένο σε απώλεια.

 

Όμως σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο, του οποίου οι σωτηριολογικές προϋποθέσεις είναι διαφορε­τικές από αυτές των Γνωστικών,εάν ο Σίμωνας σταυρώθηκε αντί του Χριστού, τότε η σωτηρία δεν προήλθε από το Χριστό αλλά από το Σί­μωνα.Όμως ο Σίμωνας δεν είναι Θεός, αλλά «ψιλός άνθρωπος» και κατά συνέπεια «ου δύναται σώζειν»184. Στο σημείο αυτό ο Άγιος Επιφάνιος επικαλείται τα εξής χωρία για να αποκρούσει την κακοδοξία και να στηρίξει τη θέση ότι πραγματικά ο Λόγος έλαβε σάρκα και έπαθε: (Ματθ. 20,18) «Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα, και ο Υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται τοις αρχιερεύσι και γραμματεύσι και κατακρινούσιν αυτόν θανάτω» καθώς επίσης (Ματθ. 20,22) «Δύνασθε πιείν το ποτήριον ο εγώ μέλλω πίνειν» και ( Α Πετρ. 3,18) «θανατωθείς μεν σαρκί ζωοποιηθείς δε πνεύματι» και (Α Ιωάν. 4,3) «παν πνεύμα ο ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού έστι. Και παν πνεύμα ο μη ομολογεί τον Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα εκ του Θεού ουκ έστι, και τούτο εστί το του αντιχρίστου» και (Φιλιπ. 2,8) «γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού»[185].

Στην πολεμική του λοιπόν, ο Άγιος Επιφάνιος εναντίον του Σίμω­να, του Μένανδρου, του Σατορνίλου, του Βασιλείδη επικαλείται πάρα πολλά χωρία της Αγίας Γραφής για να αποδείξει ότι οι θέσεις των αιρετικών αυτών δεν εκφράζουν την αλήθεια της Εκκλησίας. Σύμφωνα με τον Άγιο Επιφάνιο ο υλικός κόσμος, του οποίου την ιερότητα αρνούνταν αυτοί οι αιρετικοί, είναι δημιουργημένος από το Θεό Πατέρα δια του Λόγου Του, είναι προορισμένος να σωθεί και δεν πρέπει να κα­ταδικάζεται με πράξεις που προσβάλλουν την ιερότητά του. Η άποψη αυτή του Άγιου Επιφανίου στηρίζεται τόσο στους Πατέρες που κατα­πολέμησαν τις ίδιες αιρέσεις όπως ο Ειρηναίος, ο Ιππόλυτος, όσο επίσης και σε όλη την Ορθόδοξη Πατερική παράδοση.

Ησωτηρία λοιπόν που χορηγείται από τον Ιησού Χριστό απευθύνεται στον όλο άνθρωπο. Γι’ αυτό το λόγο η πίστη στην πραγματική ενσάρκωση του Λόγου είναι θεμελιώδες αξίωμα της χριστιανικής σωτηριολογίας.

……………………………………………………………………………………………
150. Αναφορές για τη ζωή και την θεολογία του Σίμωνα δίνονται από τους Ειρηναίο, Ιππόλυτο, Κλήμεντα Αλεξανδρέα, Ωριγένη. Περισσότερα για τη θεολογία του Σίμωνα βλέπε σχετικά: Ε. HAENCHEN “Gab es eine vorchristlich Gnosis” ZThK, 49 (1952) 316-49, στο SCHLIER, “Das Denken derfruhchristlichen Gnosis” στο NTSt, Berlin 1954, σελ. 67-82. LEISEGANG “La Gnose», Paris 1951, σελ. 48-80. CERFAUX, “La gnose simonienne”, στο RS R 15 (1929), σελ. 489-502,16 (1926), σελ. 5-20,265-285,481- 503. J. SALLES-DABADIE, Recherches sur Simon le Mage, I: L’ Apophasis Megale, Paris 1969, Π. Χρήστου, ο. π.,’Τόμος B, Θεσσαλονίκη 1989, σελ. 136-137.

151. Επιφανίου, κατά αιρέσεων PG 41, 285 Β. Ο Επιφάνιος μας εκθέτει τη διδασκαλία του ίδιου του Σίμωνα. Η μέθοδος της έκθεσης υποδηλώνει ότι έχει μπροστά του κάποιο από τα γραπτά του Σίμωνα. Όμως στην πραγματικότητα δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να επαναλαμβάνει τις αντιλήψεις του Ειρηναίου. Τα κείμενα τα οποία προσθέτει στην περιγραφή του προκατόχου του τα δανείστηκε από τις Γνωστικές ομάδες όπου υπήρχαν ελευθεριάζουσες τάσεις. Ε. Faye, Gnostiques et Gnosticisme, Paris 1925, σελ.431.

152. Μαρτυρίες για την “θεολογία” του Μένανδρου δίνονται από τους Ιουστίνο, Ειρηναίο, Επιφάνιο, βλ. Πανάριον, 22, 1 PG 41, 296Β, Π. Χρήστου ο.π., σελ. 136- 137 W. FOERSTER, Die ersten Gnoskiker Simon und Menander στο Le origini dello Cnosticismo, Leiden 1970, σελ. 190-196. Σ. Παπαδοπούλου, ο.π., Τόμος Α’, Αθήνα 1990, σελ. 166-167.
153. Μαρτυρίες σχετικά με την “θεολογία” του Σατορνίλου αναφέρονται στους Ειρηναίο, Επιφάνιο, βλ. Πανάριον, 22, 2 PG 41, 297Β, R.M. Grand, “The earliest Christian Gnosticism», στο ChH 22 (1953) σελ. 81-98.

154. Μαρτυρίες για τον Βασιλείδη δίνονται από τον Ειρηναίο, Ιππόλυτο, Επιφάνιο, βλ. Πανάριον, 24, 1 PG 41, 308C, Κλημέντα. Περισσότερα βλέπε σχετικά: Η. LEISENGANG, La Gnose, Paris 1951, σελ. 136. P.HENDRIX, De alexandrjnische haeresiarch Basilides, Amsterdam 1926, W.FOERSTER, “Das System des Basilides» NTSt. 9, (1962/3) σελ. 233-255.
155. Βλ. Πανάριον, 21,1 PG 41, 285Β

156. “Μένανδρος εγένετο μαθητεύων τω Σίμωνι…” Βλ. Πανάριον, 22, 1 PG 41, 296Β.
157. “Σατουρνίλος… και αυτός εκείθεν τας αφορμάς από Μενάνδρο φημί και των πρώην λαβών…» Βλ. Πανάριον, 23,1 PG 41, 297Β.
158. “Βασιλείδης… προφάσεις λαβών εκ του Σατουρνίλου και Σίμωνος του προληληγμένου.» Βλ. Πανάριον, 24, 1 PG 41.309Α.
159. Βλ. Πανάριον, 21,6 PG 41,293D.
160. Βλ. Πανάριον, 23, 1 PG 41, 300ΑΒ.

161. Περισσότερα για την εχθρική στάση των Γνωστικών απέναντι στον υλικό κόσμο βλ. Σχ. S.Petrement, Le dualisme chez Platon, les Gnostiques et les Manicheens, 1947. F.GARCIA, La esencia del dualismo gnostico, Buenos Ayres 1970. Η αντικοσμική στάση αποτελεί σχεδόν κοινή γραμμή σε όλα τα γνωστικά συστήματα.
162. “Δει τον σπινθήρα σωθήναι, το δε παν του ανθρώπου απολέσθαι..” Βλ. Πανάριον, 23,1 PG 41,300Β.
163. Βλ. Πανάριον, 23, 5 PG 41, 304C.

164. “Ο Πατήρ συγκαλείται τον Υιόν συνδημιουργείν τον άνθρωπον, δι ου και τα άλλα πάντα εποίησεν ου μόνον συγκαλείν είποιμι τον Υιόν αλλά και το Άγιο Πνεύμα”. Βλ. Πανάριον, 23, 5 PG 41, 304C.
165. “Παρακόψας το ειρημένον εν τη Γενέσει υπό του Θεού, το καθ’ ημετέραν εσάς το ημετέραν, ίνα δη έχει η πλάνη αυτού την πιθανότητα, ως δήθεν άλλων μεν ποιούντων εικόνα δε ετέρου λέγειν εν τω ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν”. Επιφανίου, Βλ. Πανάριον, 23, 1 PG 41, 300 Α και επίσης “εν τω γαρ είπειν τον Θεόν, ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν είπε και ου κατ’ εικόνα μόνον”. Βλ. Πανάριον, 23,5 PG 41, 304C.

166. Βλ. Πανάριον, 23.1 PG 41, 297D
167. Βλ. Πανάριον, 21,6 PG 41, 293 C, D.
168. Βλ Πανάριον, 23,1 PG 41, 300C καί Πανάριον, 24,10 PG 41, 320C.
169. Η απόρριψη της Παλαιάς Διαθήκης από τούς Γνωστικούς αποτελεί σχεδόν κοινή γραμμή όλων των Γνωστικών συστημάτων. Περισσότερα βλ. σχετ. J.DANIELOU, Theologie du Judeochristianisme, Paris 1958.

170. Βλ. Πανάριον, 23, 2 PG 41, 301Α.
171. Βλ. Πανάριον, 21, 5 PG 41,293ΑΒ.
172. Βλ. Πανάριον, 23, 5 PG 41, 305Α.
173. “Αλλά δε όσα τα αυτά εστίν, α υπ’ αυτού του Κυρίου, και εν πάση τη καινή Διαθήκη λεγάμενα την σύστασιν ποιείται του νόμου τε και των προφητών και πάσης παλαιάς Διαθήκης προς την καινήν Διαθήκην, ότι ενός Θεού εισίν αμφότεροι”. Επιφανίου, Πανάριον, 23,6 PG 41,305C.

174. Βλ. Πανάριον, 24 PG 41, 305CD.
175. Βλ. Πανάριον, 24,7 PG 41, 316Α.
176. Βλ. Πανάριον, 24,3 PG 41, 313Α.
177. Βλ. Πανάριον, 23,2 PG 41, 300C.
178. Βλ. Πανάριον, 23,5 PG 41, 305ΑΒ
179. Βλ. Πανάριον, 23,5 PG 41, 305ΑΒ
180. Βλ. Πανάριον, 21,4 PG 41, 292Α.
181. Βλ. Πανάριον, 21,5 PG 41, 293Β.
182. Βλ. Πανάριον, 24, 3 PG 41,312Β.
183. Βλ. Πανάριον, 24, 3 PG 41,312D.
184. Βλ. Πανάριον, 24,8 PG 41, 317B.
185. Βλ. Πανάριον, 24, 8 PG 41,317CD-320A.

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Η χρήση της Αγίας Γραφής εναντίον των αιρέσεων από τον Άγιο Επιφάνιο Κύπρου» (Διδακτορική Δια­τριβή που υποβλήθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής τού Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονί­κης), Θεσσαλονίκη 1998.
 



Ετικέτες