Νήστευε, όμως τον έτρεφαν οι έπαινοι των ανθρώπων…

Loading...


Σε μια κωμόπολη ζούσε κάποιος που τόσο πολύ νήστευε, ώστε όλοι να τον διαφημίζουν σαν μεγάλο νηστευτή. Η φήμη του έφθασε και στον αββά Ζήνωνα. Τότε ο αββάς τον κάλεσε κοντά του. Εκείνος ήρθε. Χαιρετήθηκαν και κάθισαν.

 Ο αββάς άρχισε το εργόχειρό του και η ώρα περνούσε σε απόλυτη σιωπή. Ονηστευτής, μη μπορώντας να μιλήσει, άρχισε να στενοχωρείται και ν’ αδημονεί. Στο τέλος δεν άντεξε και είπε:

– Ευχήσου για μένα, αββά, γιατί θέλω να φύγω.

– Γιατί; τον ρώτησε εκείνος.

– Νιώθω σφίξιμο στην καρδιά μου και δεν ξέρω τι συμβαίνει. Στον κόσμο νηστεύω μέχρι το βράδυ και δεν νιώθω καμιά δυσκολία. Εδώ στην έρημο δέναντέχω.

– Στον κόσμο, του απαντά ο αββάς, από τα αυτιά σου τρέφεσαι. Σε τρέφουν οιέπαινοι των ανθρώπων. Πήγαινε λοιπόν και, όπως οι άλλοι, να κάνεις κάθε μέραενάτη (δηλ. να γευματίζεις μια φορά στις τρεις το απόγευμα).

Ο νηστευτής πήγε πάλι στον κόσμο και με δυσκολία και θλίψη περίμενε τήνώρα του φαγητού, ενώ άλλοτε με ευκολία νήστευε μέχρι το βράδυ. Τόδιαπίστωσαν αυτό οι γνωστοί του και έλεγαν μεταξύ τους:

– Φαίνεται ότι δαιμόνιο τον κυρίευσε.

Λυπημένος εκείνος πήγε πάλι στον αββά Ζήνωνα και του περιέγραψε τη νέα κατάσταση. Και ο Γέροντας του είπε:

– Αυτός είναι ο σωστός δρόμος. Αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Μακριά απότούς επαίνους να εργάζεσαι μυστικά και με κόπο την αρετή



Ετικέτες