Νέοι, οικογένεια και εκκλησία…

Loading...


Ο θεσμός του γάμου και της οικογένειας στριμώχνεται και ασφυκτιά, χάνει την ουσία της συνάντησης και συμπόρευσης, συχνά μετατρέπεται σε χωματερή συναισθημάτων.

Η περιγραφή αυτή, η οποία αποτυπώνει –κατά το μάλλον ή ήττον- την πραγματικότητα της εποχής, έρχεται σε αντίθεση με την εμπιστοσύνη που οι Έλληνες νέοι εξακολουθούν να περιβάλλουν το θεσμό.

Τα ποσοστά της αξιοπιστίας του τείνουν να είναι σχεδόν απόλυτα. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε έρευνα της εταιρείας ALCO το 77 % των κοριτσιών και το 64% των αγοριών ηλικίας 16 έως 22 ετών (δηλαδή στην ηλικία της εφηβείας) δηλώνει απόλυτη προσήλωση στο θεσμό της οικογένειας, ενώ όσο μεγαλώνουν οι ηλικίες, τόσο αυξάνουν τα ποσοστά εμπιστοσύνης στον θεσμό, (εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008 ).

Εύλογο το ερώτημα: Κάποιος εκφράζεται θετικά γι’ αυτό που ζει ή για εκείνο που θα ήθελε να ζει; Για ποιό λόγο όμως οι νέοι σήμερα, ενώ εμπιστεύονται , δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη να κάνουν οικογένεια; Για ποιο λόγο τα ποσοστά διάλυσης των γάμων είναι μεγάλα; Με ποιο τρόπο μπορεί η Εκκλησία να βοηθήσει ποιμαντικά την οικογενειακή ζωή; 

Η εποχή μας μπορεί να λειτουργεί μέσα από μηχανισμούς παγκόσμιας εμβέλειας, οι οποίοι προβάλλουν κοινές αξίες για το σύνολο των ανθρώπων, με κύριο όχημα την τηλεόραση, ωστόσο δεν μπορεί να καυχιέται ότι έχει λύσει τα ηθικά προβλήματα που ανακύπτουν στην καθημερινότητα της ζωής.

Ηθικό δεν είναι μόνο το δέον, ένα αξιακό σύστημα το ποίο πηγάζει από την θρησκευτική και κοινωνική πραγματικότητα και το οποίο οφείλουν οι άνθρωποι να τηρήσουν. Σήμερα δεν είναι το γενικό μόνο το οποίο μας λείπει, αλλά και το προσωπικό ήθος. Γιατί εκεί κρίνεται η πορεία της κοινωνίας . Στο κατά πόσον τα πρόσωπα θα μπορέσουν να αντισταθούν στους ποικίλους πειρασμούς και τις προκλήσεις που καθιστούν την ύπαρξη των ηθικών κανόνων υποκρισία. Το μερικό χτίζει ή γκρεμίζει.

Γνωρίζουμε καλά πως ο κύριος εχθρός της οικογενειακής ζωής , όπως και κάθε άλλης μορφής κοινοτικής συμβίωσης , είναι οπ εγωισμός. Όχι ως επιθυμία και απαίτηση του καθενός να ζήσει ευτυχισμένος και πλήρης εσωτερικά, αλλά ως τάση ικανοποίησης μόνο της «ατομικής» επιθυμίας και απαίτησης. Η άρνηση άσκησης εσωτερικής «βίας», η οποία θα βοηθήσει να θεωρηθεί η αγάπη και η συνύπαρξη ως η βάση για να χτιστεί η ευτυχία. Ο εγωισμός οδηγεί στο να προσδοκούμε την τελειότητα από τον Άλλο κι εκεί να βασίζουμε την ευτυχία μας, ενώ η ευτυχία δεν μπορεί παρά να είναι ο ίδιος ο Άλλος. Το πνεύμα της εποχής καθιστά τον

Άλλο όργανο, μέσο της ευτυχίας του «εγώ» μας. Και το μέσο αντικαθίσταται, όταν δεν εκπληρώνει τις προσδοκίες. Δεν υπάρχει, άλλωστε, κάτι ισχυρό εσωτερικά, το ποίο να λειτουργεί ως ανάχωμα στην κυριαρχία του δικαιώματος, της αντίληψης ότι «πάντα μοι ἔξεστιν» ( Α΄ Κορ. 6, 12 ).

Γι’ αυτό και τα παιδιά μεγαλώνουν σ’ ένα περιβάλλον στο οποίο η αγάπη μεταξύ των γονέων δεν είναι συνήθως ιδιαίτερα ορατή (άλλωστε «ο γάμος σκοτώνει τον έρωτα», καθότι όσο περνά ο καιρός νικιέται η επιθυμία του μοιράσματος και αυξάνει η ανάγκη για ατομική πληρότητα, ως συνέπεια του εγωισμού), ενώ βιώνουν με διάφορες μορφές την προστατευτικότητά τους (μέριμνα για μάθηση και απόκτηση προσόντων, υπεραπασχόλησή τους, παρακολούθηση τηλεόρασης με τα πλείστα παρεχόμενα αρνητικά μηνύματα για την οικογένεια, ικανοποίηση επιθυμιών τους χωρίς μέτρο, χωρίς ουσιαστική επικοινωνία), ενίοτε και την αδιαφορία τους.

Αναμενόμενο αποτέλεσμα όλων αυτών τα πρότυπα τα οποία διαμορφώνονται μέσα τους να μην σχετίζονται με το κοινοτικό, αλλά με το ατομικό. Και ό,τι ατομικό νικιέται συνήθως εύκολα στην αναμέτρησή του με τα πρότυπα και τους πειρασμούς του κόσμου, ιδίως όταν δεν υπάρχει ουσιαστικά μηχανισμός άμυνας και εσωτερικής αντίστασης. Γι’ αυτό, τελικά, και τα ποσοστά διάλυσης των γάμων τείνουν να γίνουν συνεχώς αυξανόμενα ,ενώ οι νέοι αναβάλλουν την δημιουργία οικογένειας για αργότερα στη ζωή τους.

Πώς να μιλήσει λοιπόν κάποιος για την οικογένεια στα παιδιά και τους νέους, όταν η οικογένεια δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα ή ένα όνειρο, αλλά μία βιωμένη πραγματικότητα; Ποιός μπορεί να είναι ο ρόλος της Εκκλησίας, η οποία είναι μεν οργανωμένη ως οικογένεια στα πλαίσια της Ενορίας, χωρίς όμως στην καθημερινότητά της να λειτουργεί έτσι; Στην θεσμική, πνευματική και διοικητική της πράξη η Εκκλησία αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα που βιώνει η σύγχρονη οικογένεια. Κατ’ αρχάς υπάρχει έλλειμμα συλλογικότητας στη ζωή μας. Τα περισσότερα μέλη της ενοριακής κοινότητας δεν ενδιαφέρονται για τις σχέσεις μεταξύ τους και με την Ενορία, αλλά μόνο για την ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών τους. Στη θεωρία υπάρχουν πολλοί που ανήκουν στην ενορία.

Στην πράξη μία ελάχιστη μειοψηφία έχει ζωντανή σχέση μαζί της. Επιπλέον, ενώ στην Εκκλησία υπάρχουν σταθερά πλαίσια κανόνων και αξιών που διέπουν τη ζωή των ανθρώπων , όταν δεν υπάρχει η αγάπη , το προσωπικό ενδιαφέρον και η άγρυπνη διακονία εκ μέρους των πατέρων-ποιμένων, τότε η ενοριακή ζωή δίνει την εντύπωση μιας οικογένειας σε κρίση.

Και έργο των ποιμένων-πατέρων είναι η φροντίδα, η διδαχή, η σταθερή τήρηση των αξιών και των παραδόσεων, όπως επίσης και η επιμέλεια και η ενημέρωση, ώστε η ενορία-οικογένεια να αντιμετωπίσει τις κάθε λογής προκλήσεις , που δεν είναι μόνο η οικονομική ένδεια κάποιων παιδιών της ή η εκπλήρωση των θρησκευτικών αναγκών, αλλά η πνευματική επιβίωση σε μία εποχή όπου δεν είναι η πάλη «προς αίμα και σάρκα», αλλά «προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους τούτου» ( Εφες. 6, 12 ) . Και οι εξουσίες έχουν να κάνουν με το σαρκικό φρόνημα , τις πολιτισμικές προτάσεις, την περιφρόνηση της πίστης και της ηθικής, και, τελικά, την άρνηση του λόγου ύπαρξης της ίδιας της ενορίας ως οικογένειας.

Επομένως, χρειάζεται η αυτοσυνειδησία από την πλευρά των Ενοριών και των ποιμένων-πατέρων ότι η Εκκλησία είναι η μεγάλη οικογένεια του Θεού, η οποία στους κόλπους της χωρά την μικρότερη οικογένεια που είναι η Επισκοπή και οι ενορίες της, και στην συνέχεια την κατ’ οίκον εκκλησία. Στη βιωμένη πραγματικότητα της σύγχρονης οικογένειας, η Εκκλησία δεν μπορεί να δώσει πειστικό παράδειγμα πρότασης ζωής, εάν η ίδια δεν λειτουργεί ως πνευματική οικογένεια. Κι εδώ τα πρόσωπα διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο.

Όπως για να υπάρξει οικογένεια χρειάζονται ο άνδρας και η γυναίκα, έτσι και για να υπάρξει η πνευματική οικογένεια χρειάζονται οι ποιμένες που θα αγαπήσουν και θα αφιερωθούν στο έργο αυτό και εκείνα τα λαϊκά στελέχη, τα οποία θα συνδράμουν με αγάπη το έργο των ποιμένων κα θα δώσουν το μήνυμα της συλλειτουργίας. Όχι με επιφάσεις λαϊκισμού και καλλιέργειας του ιδίου θελήματος που δίδουν οι απαιτήσεις για συνδιοίκηση, αλλά με βάση την πνευματική παράδοση της εκκλησιαστικής ζωής. Ο ποιμένας καλείται να αγαπήσει και να θυσιασθεί υπέρ της πνευματικής του οικογένειας κι εκείνη να υποτάσσεται στην αγάπη του και με ταπείνωση και υπακοή να βρει τους τρόπους που θα κάνουν πράξη το θέλημα του Θεού.

Αν η Ενορία λειτουργεί ως οικογένεια, τότε η Εκκλησία μπορεί ευκολότερα να μιλήσει στους νέους γι’ αυτό που είναι βίωμά της. Διότι αν κάτι απουσιάζει ουσιαστικά από την σύγχρονη οικογένεια είναι ο εγωκεντρισμός της στο Σώμα του Χριστού. Κι αυτός ο εγωκεντρισμός φανερώνεται μέσα από λέξεις- έννοιες οι οποίες δεν φαίνεται να λειτουργούν στην εποχή μας ως κριτήρια ήθους. Αγάπη, ελευθερία, ευθύνη, ιερότητα, σεβασμός, πιστότητα, χαρά, μοίρασμα, προσφορά, συλλειτουργία, ανοχή, ανάπαυση του άλλου, είναι μερικές από αυτές, τις οποίες κάποιος χρειάζεται όχι μόνο να παρουσιάσει ως ιδέες ή ως θεωρία στους νέους, αλλά να δείξει πώς λειτουργούν στην πράξη…

Πηγή: «η αγάπη είναι απλή μα θέλει κόπο»
Δρόμοι για την σύγχρονη οικογένεια…
Πρωτοπρεσβυτέρου Θεμιστοκλή Μουρτζανού
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ

ΑΘΗΝΑ 2012



Ετικέτες