Θρηνολογία του αμαρτωλού που μετανοεί αληθινά και ζητάει από το Θεό τη συγχώρηση των αμαρτιών του

Loading...


Σαν ένας αμαρτωλός πού μετανοεί ο άγιος Ανδρέας Κρήτης, θρηνώντας και ταλανίζοντας τον εαυτό του, λέει:

«Δυστυχία μου! Τι ήμουνα πρώτα και πού κατάντησα, ο πανάθλιος! Το σώμα μου πλάστηκε από χώμα, αλλά η ψυχή που μου ΄δωσε ο Δημιουργός είχε ομορφιά ασύγκριτη, ανώτερη από κείνη των αγγελικών δυνάμεων.

Και όμως, από τήν αμέλεια και τήν απροσεξία μου, έχασα αυτή τήν ουράνια ομορφιά, που έδινε θαυμαστή ευπρέπεια στο χωμάτινο σώμα μου, σαν μια στολή βασιλική, ή μάλλον θεϊκή, μεγαλόπρεπη κι ολόλαμπρη, πιο φωτεινή και από τον φεγγοβόλο ήλιο. Έτσι, κείτομαι τώρα στη λάσπη της αμαρτίας γυμνός και καταντροπιασμένος, καθώς με βασανίζει με τον ακατάπαυστο έλεγχό της η συνείδησή μου.

Αλίμονό μου! Αξιοθρήνητος είμαι, στ΄ αλήθεια! Ας με κλάψουν ο ουρανός και η γη και όλα τα κτίσματα του Θεού, αφού, ενώ είχα τόση τιμή, εξίσωσα τον εαυτό μου με τα ζώα κι έγινα όμοιος μ΄ αυτά. Τώρα δεν μπορώούτ΄ ένα βλέμμα να ρίξω στον ουρανό. Πλασμένος σύμφωνα με τήν εικόνα του Θεού και προικισμένος με τη δυνατότητα να μοιάσω σ΄ Εκείνον, ήμουνα πρώτα ζηλευτός, αγαπητός και οικείος στους αγίους αγγέλους. Τώρα, όμως, εξαιτίας των μιαρών πράξεών μου, έγινα σιχαμερός, αποκρουστικός, ξένος σ΄ αυτούς.

Θέλω να μετανοήσω εγκάρδια, θέλω να ξεκόψω ολότελα από τήν αμαρτία. Μα δεν μ΄ αφήνει το πάθος, που έχει ριζώσει στην ψυχή μου. Έτσι, δεν κάνω το καλό που θέλω, αλλά το κακό που μισώ. Κείτομαι, λοιπόν, τώρα γυμνός από τη Θεία χάρη, έρημος από αγαθές πράξεις, στερημένος από τα ιερά μυστήρια, και μάλιστα από τη Θεία Κοινωνία. Εξομολογούμαι τ΄ αμαρτήματά μου, και ξαναπέφτω στα ίδια, ο άθλιος. Δεν έχω κατανυκτικά δάκρυα, για να μπορέσω μ΄ αυτά ν΄ αποπλύνω τους ρύπους των αισχρών έργων μου και να ξαναφέρω τον εαυτό μου στην πρώτη εκείνη κατάστασή του.

Τι δυστυχισμένος, αληθινά, που είμαι! Ποιος μπορεί να με λυτρώσει από το σώμα τούτο, που έχει υποταχθεί στο θάνατο; Ποιος μπορεί να με λυτρώσει απ΄ της επίβουλης τούτης σάρκας τα θανατηφόρα σκιρτήματα; Αυτά είναι που με μολύνουν κάθε ώρα. Αυτά είναι που καταλερώνουν τήν ολόλευκη στολή του Θείου Βαπτίσματος. Αυτά είναι που με κάνουν τώρα να ντρέπομαι τον ίδιο μου τον εαυτό, έστω κι αν κανένας άλλος δεν με ελέγχει, έστω κι αν κανένας άλλος δεν με χλευάζει. Καθώς λέει σωστά ο απόστολος, το εμπαθές σώμα είναι υποταγμένο στο θάνατο. Έτσι, όποιος υποτάσσεται στο σώμα του, πιάνεται στα δίχτυα του θανάτου, του αιώνιου θανάτου.

Ποιος, λοιπόν, μπορεί να με λυτρώσει, τον δυστυχισμένο, από το σώμα τούτο, που έχει υποταχθεί στο θάνατο; Κανένας άλλος, βέβαια, παρά μόνο Εκείνος που πήρε ανθρώπινο σώμα, αλλά καθαρό, απαθές και αναμάρτητο» μόνο Εκείνος που αμαρτία δεν έκανε και δόλος στο στόμα Του δενβρέθηκε» μόνο Εκείνος που με το θάνατό Του κατήργησε τον αιώνιο θάνατο»μόνο Εκείνος που χαίρεται και ευφραίνεται με τήν ειλικρινή μετάνοια και τήν επιστροφή μου» μόνο Εκείνος που με το Σταυρό πραγματοποίησε τήν παγκόσμια λύτρωση από τήν αμαρτία» μόνο Εκείνος πού αφήνει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και πάει να ζητήσει το χαμένο.

Ας προσπέσω, λοιπόν, σ΄ Αυτον! Ας κλάψω μπροστά Του ικετευτικά, για να με καθαρίσει από τους ρύπους των αισχρών μου πράξεων» για να δώσει πάλι στην ψυχή μου τήν πρώτη της ομορφιά» για να με ντύσει πάλι με τηθεοΰφαντη στολή της χάριτός Του, ώστε να μην κείτομαι πια γυμνός και καταντροπιασμένος στης ηδονής το βόρβορο, αλλά να σηκωθώ όρθιος και να μείνω για πάντα σταθερός σε κάθε έργο αγαθό και σωτήριο.

Ναι, πολυέλεε Κύριε, άκουσέ με, τον ανάξιο δούλο Σου! Μη με αποδοκιμάσεις τελειωτικά, τον μολυσμένο και βέβηλο, αλλά συγχώρεσε όλες τις αμαρτίες μου. Μη μ΄ αφήσεις ν΄ αμαρτήσω πια σ΄ Εσένα, το Λυτρωτή και Σωτήρα μου, αλλά φύλαξέ με ως τήν τελευταία μου πνοή άσπιλο και αμόλυντο. Σώσε με, πολυεύσπλαγχνε, για ν΄ ανυμνώ και να δοξάζω με πίστη και πόθο το πάντιμο και μεγαλοπρεπές όνομά Σου στους ατέλειωτους αιώνες. Αμήν.»



Ετικέτες