Η σχοινοβασία της Ορθοδοξίας

Loading...


του π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Οι θεολόγοι λένε πως για να ζει κανείς ορθόδοξα θα πρέπει να βαδίζει όπως πάνω σ’ ένα τεντωμένο σχοινί.

Κι οι αγιορείτες μιλούν για το εύκολο να πλανηθεί κανείς αλλά και το δύσκολο να διορθωθεί.

Νομίζω ότι η ευθύνη για την πνευματική μας πορεία δεν μπορεί να εναποτίθεται εξ ολοκλήρου στους ώμους των πνευματικών πατέρων και όλων εκείνων που θεσμικά ανάλαβαν την ευθύνη να «ορθοτομούν τον λόγον της αληθείας». Ασφαλώς κι έχουν μεγάλη ευθύνη ενώπιον του Θεού και των ανθρώπων για το τι δείχνουν, με τη ζωή και το λόγο τους, για την όντως Ζωή. Άλλωστε «πώς θα πιστέψουν οι άνθρωποι, αν δεν έχουν ακούσει γι’ αυτόν και … αν κάποιος δεν τους τον κηρύξει;» (Ρωμ. 10, 14). Η διδασκαλία- κατήχηση ήταν και είναι πρωτεύον στοιχείο στη ζωή της Εκκλησίας, γι’ αυτό απαιτείται φώτιση, γνώση, σύνεση, διάκριση.

Όμως, ο κάθε χριστιανός- μέλος της Εκκλησίας, έχοντας τα χαρίσματα της ύπαρξής του ως εικόνα Θεού και ως βαφτισμένος τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, θα πρέπει να μπορεί να διακρίνει το λόγο που συγχύζει από το λόγο που αναπαύει, αυτόν της Εκκλησίας από τον ατομικό, της αλήθειας του Χριστού από τον ανθρώπινο.

Η αντίληψη ότι «το είπε ο τάδε πατέρας ή γέροντας» κι άρα είναι αναντίλεκτο, παραπέμπει στο φαινόμενο του παπισμού ή του γεροντισμού, που, ασφαλώς, είναι ξένο προς το πνεύμα των Πατέρων, της Παραδόσεώς μας. Το «ορθοτομείν τον λόγον της αληθείας» σημαίνει ν’ αποκαλύπτει την Αλήθεια του Χριστού με ταπείνωση και βεβαιότητα ότι είναι η Αλήθεια που ελευθερώνει και σώζει.

Η αποκάλυψη αυτή δεν σημαίνει παράθεση αγιογραφικών ή Πατερικών κειμένων, χωρίς το Πνεύμα που ζωογονεί. Βασικά σημαίνει την αφομοίωση του πνεύματος των κειμένων που γίνεται τρόπος ζωής, ίδιο με αυτών που τα έγραψαν. Βέβαια, ποιος μπορεί να καυχηθεί, απ’ όσους καλούνται να διδάξουν την Αλήθεια, ότι έφτασε στα μέτρα των Αγίων και γι’ αυτό το κάνει; Η συναίσθηση ότι καλείται «ορθοτομώντας τον λόγον της Αληθείας» να διακονήσει τους αδελφούς του Κυρίου και δικούς του αδελφούς, ως κλήση κι όχι ως εξουσία, ως χάρισμα και όχι ως δικαίωμα, θα «ευκολύνει» το Πνεύμα το άγιο να τον φωτίσει.

Η κατάσταση αυτή θα ενεργήσει στο λαό του Θεού ως αίσθηση, ως βεβαιότητα, ότι ο λόγος του διδάσκοντος – κατηχητή είναι λόγος εκκλησιαστικός κι άρα λόγος Αλήθειας.

Ο πληθωρισμός του λόγου στις μέρες μας έφερε και τον πληθωρισμό του θρησκευτικού λόγου. Αν και αυτό φαίνεται θετικό, κρύβει τον κίνδυνο ν’ αυξηθούν οι εκφραστές του νόθου λόγου του Θεού, του αλλοιωμένου και συγχυσμένου. Ο καθένας μας έχει ευθύνη για το τι θ’ αποδεχτεί, ποιον θα εμπιστευτεί και ποιον θ’ ακούσει. Η κρίση είναι χάρισμα του Θεού προς κάθε άνθρωπο που χρειάζεται να το ενεργοποιούμε συχνά. Όπως και η «πληροφορία» ως χάρισμα του Αγίου Πνεύματος προς τον ταπεινό και «άνθρωπο του Θεού» που τον πληροφορεί για την αλήθεια, ώστε να αποφύγει την πλάνη.

Βαδίζουμε όντως πάνω σε σχοινί. Αν και φαντάζει επικίνδυνο, είναι όμως εκπληκτικό, ενδιαφέρον, ζωντανό! Αν βαδίζουμε ταπεινά και με συναίσθηση του κινδύνου, ακόμα κι αν πέσουμε, σίγουρα θα πέσουμε στην αγκαλιά του Θεού μας που μπορεί και ξέρει τον τρόπο να μας ανορθώσει και να μας δείξει πάλι «οδόν σωτηρίας».