Η λεηλασία της ψυχής

Loading...


«Ή ευημερία σας εξευτέλισε» κραύγαζε ό ιερός Αυγουστίνος στους Ρωμαίους, όταν ό ‘Αλάριχος λεηλατούσε την υπερήφανη πόλη.

«Ή Ρώμη πεθαίνει διασκεδάζοντας», θα πρόσθετε άλλος διάσημος συγγραφέας. Πράγματι, ή κοσμοκράτειρα Ρώμη, παραδόθηκε ανυπεράσπιστη στο ξίφος των βαρβάρων, για να μεταβληθεί σε καπνισμένα ερείπια. ‘Αλλά ό αδίστακτος βαρβαρισμός, πού υπέταξε τον αρχαίο πολιτισμό, είναι ένα φαινόμενο με διαρκή επικαιρότητα. Θα έπρεπε να προβληματίζει και τον σημερινό κόσμο πού δεν διατρέχει μικρότερο κίνδυνο από τον σύγχρονο νεοβαρβαρισμό.

Ποιά ήταν ή αιτία πού ή δοξασμένη Ρώμη υπέκυψε στις βαρβαρικές ορδές; Γιατί τα ανίκητα όπλα μιας πανίσχυρης αυτοκρατορίας φάνηκαν ανίκανα να την προστατεύσουν; Γιατί το υπερήφανο Λάβαρο, πού κυμάτιζε σχεδόν σε ολόκληρη την οικουμένη, αναγκάσθηκε να γείρει ταπεινωμένο στον βάρβαρο κατακτητή; Δεν ήταν ή στρατιωτική υπεροχή. Ούτε οι τελειότεροι εξοπλισμοί των αντιπάλων πού ανάγκασαν την Ρώμη σε μια ταπεινωτική υποταγή. Τα αίτια δεν ήταν υλικά. Ήταν πνευματικά και ηθικά. Οι αφορμές δεν ήταν εξωτερικές. Ήταν εσωτερικές.

Το κακό είχε αρχίσει από μέσα. Προτού επιτεθεί ό εχθρός, το εσωτερικό μέτωπο είχε λυγίσει. Ό αγώνας και ή μάχη είχαν κριθή στο έδαφος της ψυχής. Ό πόλεμος είχε κριθή προτού κηρυχτεί. Ακριβώς γιατί είχε διαβρωθεί και υπονομευθεί ή ψυχή. Και ό πόλεμος δεν γίνεται μονάχα με τελειοποιημένα σιδερικά. Γίνεται προπάντων με ατσάλινες ψυχές, γαλβανισμένες στη φωτιά τού πνεύματος, της αλύγιστης και αδούλωτης ψυχής. Είναι ποτέ δυνατόν να άγωνισθεί μια ζωή φθαρμένη και διεφθαρμένη από την μαλθακότητα και τα πάθη; Πώς μια ψυχή, υπονομευμένη από τον ηδονισμό και τις άνομες τέρψεις, θα δεχόταν να άγωνισθεί για ιδανικά και να θυσιασθεί για την τιμή και την αξιοπρέπεια της Πατρίδος;

Κάτι τέτοιο προϋποθέτει υψηλό και γενναίο φρόνημα. Απαιτεί θυσία τού εγώ και αυταπάρνηση. ‘Αλλά την θυσία και την αυταπάρνηση και τον ηρωισμό δεν τα καλλιεργούν οι άσωτείες και ή μαυλιστική ζωή. Και ή Ρώμη αυτά τα σαπρόφυτα καλλιεργούσε και με αυτά έτρεφε τον άβιταμινωμένο πνευματικό οργανισμό των πολιτών της. Λίπαινε υπέρμετρα την σάρκα και μόνο την σάρκα και άφηνε να ατροφεί το πνεύμα και να λιμοκτονεί ή ψυχή.

Ό Πετρώνιος υποστηρίζει πώς «ήταν νόμιμες όλες οι σεξουαλικές διαστροφές στην αρχαία Ρώμη με πρώτη και καλύτερη την ομοφυλοφιλία…» Γράφει άλλος, αγανακτισμένος για την κατάντια των Ρώμης, χρονογράφος: «Δεν φτιάχνουν πια ωραίους ζωγραφικούς πίνακες. Κανένας δεν έχει την υπομονή ούτε για να μελετήσει τα έργα των παλαιοτέρων. Κανένας δεν σέβεται τούς προγόνους. Το μόνο για το όποιο είμαστε πια ικανοί είναι να δίνουμε και να παίρνουμε μαθήματα διαστροφής. Πού είναι ή διαλεκτική, ή αστρονομία, ή φιλοσοφία; Ποιοί φταίνε για την κατάντια μας;»

Έτσι από τη μια μεριά ή διαφθορά, από την άλλη ή πολιτική, κοινωνική και πνευματική αναρχία, αλλά και ή αποσύνθεση της οικογένειας, προετοίμασαν τον δρόμο και άνοιξαν διάπλατα τις πύλες στους βαρβάρους. Ή Ρώμη πέθαινε. Όλοι το έβλεπαν και όλοι το αντιλαμβάνονταν. Ποιος όμως να αντίδραση; Και γιατί να αντίδραση; Αρκεί ότι πέθαινε διασκεδάζοντας!

Και αυτό δεν ισχύει μονάχα για τούς λαούς. Ισχύει και για τα άτομα. Και ισχύει για τούς λαούς, ακριβώς γιατί ισχύει για τα άτομα. Ή διάβρωση αρχίζει από τα άτομα. Και όταν τα άτομα έκθηλύνωνται από τον ιό της ηδυπαθείας η της καμουφλαρισμένης ευημερίας, τότε μαζί με τα άτομα, διαφθείρονται και οι λαοί.

Αυτός είναι ό κίνδυνος ό πιο τρομερός πού απειλεί την εποχή μας. Δεν είναι ή στενότητα των υλικών αγαθών ούτε το φάσμα της φτώχειας και της πείνας. Όλα αυτά, κανένας δεν τα αμφισβη τεί, είναι κίνδυνος. Δεν είναι όμως ό κίνδυνος της άνθρωπότητος και τού πολιτισμού της. Ό κίνδυνος όμως ό ηθικός, ό πνευματικός, πού υποσκάπτει τα θεμέλια της ψυχής, πώς θα αντιμετωπισθεί; Και αυτός ό κίνδυνος είναι σήμερα πού μάς ανησυχεί, πού πρέπει να μάς ανήσυχη.

Οι βάρβαροι δεν είναι πια έξω από τα τείχη. Βρίσκονται μέσα στις πόλεις. Ζούμε μαζί με τούς βαρβάρους. Συμμαχήσαμε μαζί τους. Και τούς αφήσαμε να κινούνται ελεύθερα ανάμεσα μας. Κάτι χειρότερο. Τούς παραδώσαμε την εξουσία. Τούς κάναμε κυρίαρχους στα σπίτια μας. Τούς βάλαμε ρυθμιστές στη ζωή μας. Και αυτοί δεν άργησαν να μάς επιβάλουν τούς σκληρούς και ατιμωτικούς όρους τους.



Ετικέτες