Η επικαιρότητα του λόγου των Τριών Ιεραρχών ׃ Ένα μήνυμα ανθρωπισμού και παρρησίας

Loading...


Του Δημητρίου Κανελλόπουλου, Φιλολόγου – Θεολόγου

Το να μιλήσει κάποιος για τους Τρεις Ιεράρχες δεν είναι μια εύκολη υπόθεση καθώς πρέπει μέσα σε λίγα λεπτά να σκιαγραφηθούν 16 αιώνες επίδρασης τής πνευματικής τους παρουσίας στην Οικουμένη. Ο ομιλητής κινδυνεύει να βρεθεί και πάλι στη δίνη των μεγαλόστομων εκφράσεων και των πολυειπομένων πληροφοριών και λεπτομερειών.

Μελετώντας αναλυτικότερα όμως το έργο τους και την εν γένει βιοτή τους, θεωρώ πως έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον η αναγωγή στο σήμερα και κατά πόσο μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπα για όλους μας στην πολυεπίπεδη κρίση που διέρχεται η χώρα.

Η εποχή μας έχει πολλά κοινά, με αυτή των Τριών Ιεραρχών. Πόλεμοι, άλυτα οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, κοινωνικές διακρίσεις, θρησκευτικές διαμάχες κλπ. Το μήνυμα τους επίκαιρο, έρχεται να μας θυμίσει τη χριστιανική αυθεντικότητα, να προτείνει λύσεις που γεμίζουν ελπίδα.
Ο Μ. Βασίλειος πριν δεκαεφτά αιώνες περιγράφει με χαρακτηριστικό τρόπο τη σημερινή οδυνηρή πραγματικότητα και τα λόγια του αποκτούν προφητική σημασία. «Γεγενήμεθα καθάπερ η ψάμμος, διηρημένοι, ού συνημμένοι αλλήλοις». Έχουμε φτάσει δηλαδή εξαιτίας της ατομικότητας μας να είμαστε κλεισμένοι στον εαυτό μας, όπως η άμμος, φαίνεται από μακριά σαν κάτι ενιαίο, αλλά από κοντά είναι κόκκοι διηρημένοι. Λείπει η κατακόρυφη κίνηση κοινωνίας με το Θεό από όπου αντλείται η οριζόντια, με τον κάθε άνθρωπο.

Οι Τρεις Ιεράρχες ζητάνε από τους χριστιανούς της εποχής τους, να ανακαλύψουν την αυθεντική θρησκευτικότητα, αυτή που απελευθερώνει τον άνθρωπο από δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Ενδιαφέρονται για την ερμηνεία των Γραφών, βοηθώντας έτσι τους χριστιανούς στην κατανόηση και εμπέδωση των ιερών κειμένων. Ο ιερός Χρυσόστομος θέλοντας να είναι ακριβής στο έργο της ερμηνείας της Βίβλου κάνει 7.000 παραπομπές στην Παλαιά και 11.000 στην Καινή Διαθήκη. Όσοι έχουν ασχοληθεί με στοιχειώδη επιστημονική έρευνα κατανοούν το μέγεθος του παραπάνω εγχειρήματος.

Οι Τρεις Ιεράρχες δεν ήθελαν τους χριστιανούς νέους, ανθρώπους χωρίς κριτική σκέψη και ευρύτητα γνώσεων. Άνθρωποι με ανοιχτούς πνευματικούς ορίζοντες τονίζουν κατ’ επανάληψη στα κείμενά τους την αξία της αρχαίας ελληνικής παιδείας. Ο Γρηγόριος αντιδρώντας στις απόψεις ακραίων χριστιανών που αρνούνταν τη μελέτη της κλασικής παιδείας, υποστηρίζει πως είναι «αγροίκοι και αγράμματοι» όσοι δε δέχονται την αξία της. Αποκαλεί την πόλη των Αθηνών που ήταν κέντρο σπουδής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, «Χρυσή Αθήνα των Γραμμάτων». Ο Χρυσόστομος προτείνει να σπουδάσουν πρώτα στα δημόσια ειδωλολατρικά σχολεία κι όχι στα μοναστήρια ενώ ο Μ. Βασίλειος στέλνει στον εθνικό Λιβάνιο φτωχούς χριστιανούς νέους για να σπουδάσουν κοντά του και δε χάνει ευκαιρία να υμνήσει την προσφοράς της φιλοσοφίας στη διατύπωση των χριστιανικών δογμάτων.

Οι Τρεις αντιδρούν στην επιφανειακή πίστη και σε μια εκκλησία που είναι μέσο στα χέρια των ισχυρών για χειραγώγηση ανθρώπων και λαών. Δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την υποκρισία κάποιων χριστιανών: «ξέρω πολλούς», λέει ο Χρυσόστομος, «που νηστεύουν, προσεύχονται και στενάζουν, επιδεικνύοντας κάθε λογής αδάπανη ευλάβεια, ενώ ούτε έναν οβολό δε δίνουν στους θλιβομένους. Τι κέρδος έχουν από την υπόλοιπη αρετή τους; Γι’ αυτούς η βασιλεία των ουρανών είναι κλειστή». Και ο Γρηγόριος συμπληρώνει: «Μην τεντώνεις τα χέρια σου στον ουρανό αλλά στα χέρια των φτωχών. Αν εκτείνεις τα χέρια σου στα χέρια των φτωχών έπιασες την κορυφή του ουρανού».
Η παιδεία είναι γι’ αυτούς ένα είδος ποιμαντικής αγωγής. Ο δάσκαλος κατευθύνει, οδηγεί, μεταδίδει ζωή, όχι μόνο γνώσεις, παραδίδοντας τη σκυτάλη στους μαθητές του. Η παιδεία δεν είναι “ξηρή πολυμάθεια”, αλλά κατά τον Βασίλειο, «ανατροφή μετ’ ευλαβείας και μετάληψις αγιότητος». Πέρασαν δεκαεφτά περίπου αιώνες στην Ιστορία της ανθρωπότητας για να φτάσει η σύγχρονη Παιδαγωγική επιστήμη να προσεγγίσει τις βασικές βιωματικές αρχές πάνω στις οποίες θεμελίωσαν τα παιδαγωγικά τους αξιώματα.

Οι Τρεις Ιεράρχες υπήρξαν πανεπιστήμονες με την κυριολεκτική σημασία του όρου και δε διακρίθηκαν σ’ έναν τομέα γνώσης. Χαρακτηρίζονταν για τη θεολογική αλλά και την ευρύτερη επιστημονική τους συγκρότηση, τη ριζοσπαστική κοινωνική τους παρουσία, το ελεύθερο πνεύμα και την κριτική στάση τους απέναντι σε κάθε μορφής εξουσία. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι την επιστημονική τους κατάρτιση δεν τη χρησιμοποίησαν για ατομική προβολή, αλλά για να προσφέρουν στο συνάνθρωπο.
Ο Βασίλειος, γιατρός ο ίδιος, ιδρύει τη γνωστή σε όλους μας Βασιλειάδα μια «πόλη φιλανθρωπίας». Εκεί οργανώνει το πρώτο δημόσιο νοσοκομείο, στο οποίο υπάρχουν κατοικίες γιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και ειδικές πτέρυγες για λεπρούς και πάσχοντες από επιδημικές ασθένειες. Από τα κείμενα βλέπουμε ότι ο ίδιος παρότι καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια «έδινε το χέρι στους λεπρούς, τους φιλούσε αδελφικά και τους φρόντιζε ο ίδιος προσωπικά». Συνιστούσε μάλιστα στους επισκόπους της δικαιοδοσίας του, την ίδρυση παρόμοιων με την Βασιλειάδα ιδρυμάτων. Σιγά-σιγά οργάνωσε ένα δίκτυο υπηρεσιών υγείας σε ολόκληρη τη Μικρά Ασία.

Ο Χρυσόστομος που σπούδασε κι αυτός γιατρός χτίζει πολλά νοσοκομεία στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία όπως και ο Βασίλειος περιποιείται ο ίδιος τους ασθενείς. Η επιστημονική έρευνα έχει καταδείξει ότι ο Βασίλειος και ο Χρυσόστομος είναι ουσιαστικά οι εμπνευστές ενός δημόσιου συστήματος υγείας που με την πάροδο του χρόνου απλώνεται σε ολόκληρη την Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Οι Τρεις Ιεράρχες στηρίζουν με κάθε τρόπο τους φτωχούς, τους κυνηγημένους και τους απροστάτευτους της εποχής τους. Θεωρούν αυτονόητο να θυσιαστούν για τον κάθε έναν από αυτούς. Η περιθωριοποίηση των κοινωνικά αδύνατων δεν συνάδει με το ορθόδοξο ήθος. Κάθε άνθρωπος αποτελεί ανεπανάληπτη προσωπικότητα, είναι εικόνα του Θεού.

«Με ποιο δικαίωμα» αναρωτιέται ο Χρυσόστομος «μπορεί κανείς να περιφρονεί εκείνους τους οποίους ο Θεός τόσο τιμά ώστε τους δίνει το Σώμα και το Αίμα του Υιού του». Η επιμονή του μάλιστα να κτίσει το λεπροκομείο, όχι σε υποβαθμισμένη περιοχή της Κωνσταντινούπολης, αλλά στην πλουσιότερη συνοικία έξω απ’ την πόλη, εκεί που ζούσαν μεγάλοι γαιοκτήμονες και οι οποίοι έβλεπαν την οικονομική αξία των πολυτελών οικημάτων να μειώνεται λόγω της γειτνίασης με το κτήριο, αποτέλεσε την αφορμή για την οριστική δίωξή του, που θα τον οδηγούσε στην εξορία και στο βασανιστικό θάνατο.
Στο μεγάλο λιμό που έπληξε την περιοχή του ο Βασίλειος στηλιτεύει τη δράση των μαυραγοριτών, που θέλουν να πλουτίσουν σε βάρος των λιμοκτονούντων συμπατριωτών τους, οργανώνει συσσίτια για όλο το λαό προσφέροντας βοήθεια χωρίς καμιά διάκριση σε χριστιανούς, ειδωλολάτρες, Ιουδαίους και αιρετικούς σώζοντας χιλιάδες από βέβαιο θάνατο. Άλλοτε παρακαλώντας και άλλοτε δυναμικά ζητάει από τους άρχοντες την απαλλαγή των φτωχών από τη φορολογία, ενώ δεν παραλείπει να παρέμβει για τα συμφέροντα των εργαζομένων στα ορυχεία του Ταύρου.
Ο Χρυσόστομος μόλις ανέρχεται στον Αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, πουλάει τα πολυτελή σκεύη και έπιπλα της Αρχιεπισκοπής χάρη των παλαιών και νέων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Διακόπτει άμεσα τη διοργάνωση επίσημων και πλούσιων δείπνων στο χώρο της Αρχιεπισκοπής και με τα χρήματα που εξοικονομεί οργανώνει συσσίτια για 7.000 φτωχούς καθημερινά, χωρίς να υπολογίζονται σε αυτούς οι ξένοι και αυτοί που για κάποιο διάστημα βρίσκονταν στην πόλη.

Υποστηρίζει όποιον αδικείται από την πολιτική εξουσία, φτάνοντας στο σημείο να συγκρουστεί με την αυτοκράτειρα, όταν εκείνη καταπατά το κτήμα μιας φτωχής χήρας. Ο ίδιος ζει λιτά και ασκητικά, όπως αρμόζει σ’ έναν ιεράρχη, προκαλώντας το θαυμασμό του απλού λαού, αλλά και την περιφρόνηση των πλούσιων. Ανυποχώρητος στα πιστεύω του δε συγκαλύπτει νοσηρές καταστάσεις στον εκκλησιαστικό χώρο. Δε διστάζει να καθαιρέσει μεγάλο αριθμό επισκόπων με την κατηγορία του χρηματισμού κατά την άσκηση της ιεροσύνης. Αντιμετωπίζει δραστικά το σκανδαλισμό που προκαλούσαν στους πιστούς με τον πολυτελή βίο τους, απερίσκεπτοι κληρικοί. Η θέση των μοναχών κατά τον ιερό Πατέρα είναι στα μοναστήρια και όχι σε κοσμικές εκδηλώσεις και δεξιώσεις που οδηγούν σε σχέσεις διαπλοκής με την εξουσία, γι’ αυτό και επέβαλε την παραμονή τους στις μονές.
Βασικό στοιχείο της αγιότητάς τους ήταν η στάση τους σε θέματα αρχών και πίστης. Ασυμβίβαστοι, δε δίστασαν να συγκρουστούν με την εξουσία προκειμένου να υπερασπιστούν την δικαιοσύνη ή την ορθόδοξη πίστη γεγονός που τους οδήγησε σε πικρίες, εξορίες, διωγμούς. Δεν γνώριζαν τη γλώσσα των συμβιβασμών και δε σκέφτηκαν αν αντίπαλοί τους ήσαν αυτοκράτορες ή ισχυροί κατά κόσμον. Έμειναν ακλόνητοι στην ορθή πίστη αψηφώντας τις συνέπειες.

Έτσι δε δίστασε ο Μεγ. Βασίλειος να αρνηθεί την φιλία του αιρετικού αυτοκράτορα Ουάλη, λέγοντας του «Την βασιλέως φιλίαν μέγα μεν ηγούμαι μετ’ ευσέβειας, άνευ δε ταύτης, ολεθρίαν αποκαλώ». Επίσης στον έπαρχο Μόδεστο, απεσταλμένο του ίδιου αυτοκράτορα ο ιεράρχης απαντά: «Είμαστε πράοι άνθρωποι και υποχωρούμε όταν πρόκειται για προσωπικά μας θέματα. Όταν όμως πρόκειται για την πίστη μας στον Θεό δεν υπολογίζουμε τίποτα, αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου, χωρίς να φοβόμαστε οποιοδήποτε βασανιστήριο. Να τα πεις να τ’ ακούσει αυτά ο βασιλιάς…» (PG 36,561).
Ανάλογη είναι η απάντηση του Μεγ. Βασιλείου πάλι στο Μόδεστο όταν αποπειράται να τον τρομοκρατήσει με δήμευση περιουσίας, εξορία, θάνατο. «Μ’ άλλο τίποτα φοβέριξέ με αυτά δε με φοβίζουν». Ο Έπαρχος απορεί. «Κανείς μέχρι τώρα δεν μίλησε με τέτοιο θάρρος μπροστά μου» λέει και ο Βασίλειος που υπήρξε πάντα ταπεινός, στην ιστορική αυτή στιγμή δεν διστάζει να πει: «Γιατί δε συνάντησες ποτέ σου αληθινό Επίσκοπο. Αλλιώς θα σου μιλούσε με τον ίδιο τρόπο, αφού θα αγωνίζονταν για τόσο υψηλά πράγματα».

Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, αφού νίκησε τους Αρειανούς και πήρε πίσω τους Ναούς της Κωνσταντινούπολης, που είχαν καταπατήσει, ενώ είχε φίλο του τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον Μέγα και μαζί του το μεγαλύτερο μέρος του πιστού λαού, όταν μερικοί ζηλόφθονες αμφισβήτησαν την εκλογή του ως επισκόπου, παραιτήθηκε από τον Πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης και την προεδρία της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου. Γνώρισμά του ήταν όπως έγραφε, το «μή παρασυρῆναι» και να έχει «παρρησίαν» (PG 37, 32-33).

Ο ιερός Χρυσόστομος, όταν έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και θέλησε να καθαρίσει την Εκκλησία από αναξίους κληρικούς που είχαν την προστασία της αυτοκράτειρας Ευδοξίας, δε δίστασε να ελέγξει και εκείνη  για τη ζωή της. «Ο Θεός» της γράφει «σου έδωσε το βασιλικό σκήπτρο για να απονέμεις παντού την δικαιοσύνη. Χώμα και στάχτη, χόρτο και σκόνη, σκιά και καπνός και όνειρο είναι ο άνθρωπος, ακόμα κι αν είναι ισχυρός άρχοντας. Δώσε τέλος στον πόνο και στη δυστυχία των απελπισμένων. Μήπως θα κατέβουν μαζί σου στον τάφο τα σταφύλια των κλημάτων, τα χρήματα και η δόξα της εξουσίας;».

Δεν συμβιβάστηκε μαζί της γι’ αυτό εξορίστηκε και πέθανε από αφάνταστες κακουχίες. Χαρακτηριστικό του ασυμβίβαστου φρονήματός είναι η ομιλία, που εκφώνησε φεύγοντας για την εξορία: «Πολλά τά κύματα καί χαλεπόν τό κλυδώνιον• ἀλλ’ οὐ δεδοίκαμεν (δεν φοβόμαστε) μή καταποντισθῶμεν• ἐπί γἀρ τῆς πέτρας ἑστήκαμεν. Μαινέσθω ἡ θάλασσα, πέτραν διαλῦσαι οὐ δύναται• ἐγειρέσθω τά κύματα, τοῦ Ἰησοῦ τό πλοῖον καταποντίσαι οὐκ ἰσχύει» (PG 52, 427). Έτσι έδωσε παράδειγμα αιώνιο στους εκκλησιαστικούς ηγέτες κάθε εποχής, τονίζοντας πως όποιος θέλει να είναι πρώτος, πρέπει να είναι υπηρέτης όλων.

Μέλημα των Τριών Ιεραρχών ήταν η διατήρηση της πίστης, από παραχαράξεις της διδασκαλίας του Ευαγγελίου. Όπως φαίνεται από τα συγγράμματά τους, συχνά μιλούσαν για τις αιρέσεις και τους αιρετικούς, ορθώνοντας το πνευματικό τους ανάστημα. Τα πνευματικά τους βέλη δεν τα έστρεφαν εναντίον των ανθρώπων, αλλά της αιρέσεως που αυτοί δίδασκαν και διέδιδαν. Χαρακτηριστικά έλεγε ο ιερός Χρυσόστομος: “Χρησιμοποιώ ως άλλο όπλο το λόγο και τον στρέφω όχι εναντίον των ανθρώπων, που είναι θύματα της αιρέσεως, αλλά εναντίον της αιρέσεως” (ΕΠΕ 37, 296). Για τους καθοδηγητές δε δίσταζαν να γράψουν και τους πιο βαρείς χαρακτηρισμούς, για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να ξεφύγουν από τις πλεκτάνες τους. Έτσι ο άγιος Γρηγόριος τους ονομάζει “βαρείς λύκους… ληστάς και κλέπτας” (ΕΠΕ 2, 156, 242).

Οι κοινωνικές θέσεις τους είναι σύγχρονες και εξαιρετικά προωθημένες για την εποχή τους. «Οι κοινωνικές ανισότητες δεν είναι θέλημα Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ελεύθερο… Με την πτώση θρυμματίστηκε η αρχική ενότητα και ισοτιμία μεταξύ των ανθρώπων, οι θρασύτεροι με τη βοήθεια του πολιτικού νόμου, τον οποίο κατέστησαν όργανο καταδυναστεύσεως, επιβλήθηκαν στους ασθενέστερους και έτσι οι άνθρωποι χωρίστηκαν σε πλούσιους και φτωχούς, ελεύθερους και δούλους και σε πολλές άλλες κατηγορίες. Εμείς ως χριστιανοί οφείλουμε να τείνουμε στην αρχική ενότητα και όχι στην κατοπινή διαίρεση, στο νόμο του Θεού και όχι στο νόμο του ισχυρού», (Περί φιλοπτωχίας PG 35, 892 Α-Β).

Σε μια εποχή που η γυναίκα βρισκόταν στο περιθώριο οι Πατέρες αναλαμβάνουν την υπεράσπισή της και αγωνίζονται σθεναρά να της δώσουν τη θέση που της αρμόζει. Είναι γνωστή η άποψη του Γρηγορίου δεκαεπτά αιώνες πριν, όταν στιγμάτιζε, τη μεροληπτική υπέρ των ανδρών νομοθεσία του κράτους: «Δε δέχομαι αυτή τη νομοθεσία» έλεγε. «Άνδρες ήταν οι νομοθέτες γι’ αυτό ενομοθέτησαν κατά των γυναικών. Ουκ ένι άρσεν ή θήλυ είπεν ο Κύριος». Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερχόμενος σε ρήξη με τις ανδροκρατικές αντιλήψεις της εποχής του, επιλέγει ως πρώτη μεταξύ των συνεργατών του μια γυναίκα, τη μετέπειτα Αγία Ολυμπιάδα η οποία αναδεικνύεται σε ηγέτιδα του χριστιανικού κοινωνικού έργου.
Το θέμα στο οποίο επανέρχονταν συχνά ήταν το τεράστιο χάσμα μεταξύ πλουσίων και πτωχών. Πλούσιοι και οι τρεις μοίρασαν τις περιουσίες τους και αφιέρωσαν το χάρισμα του λόγου και της πέννας, που τους χάρισε ο Θεός, στο να γίνουν πιο αδελφικές οι σχέσεις των ανθρώπων.  Επανειλημμένα και οι τρεις έκαναν λόγο για τον πλούτο.
«Η θάλασσα» έλεγε ο Μέγας Βασίλειος μιλώντας για τον πλεονέκτη, «γνωρίζει τα όριά» της, η νύχτα δεν υπερβαίνει τις οροθεσίες που καθόρισε ο Δημιουργός• ο πλούσιος όμως δεν χορταίνει• ο πόθος του να αυξήσει τα πλούτη του μοιάζει με ασταμάτητη πυρκαγιά». Έχεις «τόσα και τόσα» αγαθά, ρωτά. Τι θα γίνει τελικά; Τρεις πήχεις γης δεν περιμένουν και σένα –όλοι κι όλοι– όταν πεθάνεις; Ποιος θα σε υπερασπιστεί την ώρα της Κρίσεως; Όπου κι αν στρέψεις το βλέμμα σου θα βλέπεις τις όψεις εκείνων προς τους οποίους έδειξες ασπλαχνία• εδώ του ορφανού τα δάκρυα, εκεί της χήρας το στεναγμό, από αλλού τους δούλους που ταλαιπωρούσες» (ΕΠΕ 6, 308).
Παρόμοια εκφραζόταν για τον πλούτο ο άγιος Γρηγόριος. Ο πλούσιος έλεγε ούτε συγκινείται από τη δυστυχία των πτωχών ούτε υπολογίζει «την του Θεού τιμωρίαν». Διότι ο πλούτος δημιουργεί προβλήματα που έχουν σχέση με τη σωτηρία της ψυχής (ΕΠΕ9,140 190).
Είναι πραγματικά «ολέθριον» το πάθος του πλουτισμού, έλεγε και ο ιερός Χρυσόστομος (ΕΠΕ 14, 248). Αλλού τονίζει ότι ούτε ο πλούτος είναι κάτι κακό ούτε η πενία κάτι καλό αλλά ανάλογα με το πώς χρησιμοποιείται αποκτά το καθένα κακή ή καλή σημασία (ΕΠΕ 32, 456). «Πλούσιο σε έκανε ο Θεός έλεγε για να βοηθάς όσους έχουν ανάγκη, για να εξαλείψεις τα αμαρτήματά σου με τις ελεημοσύνες σου (ΕΠΕ 31, 664). Να θυμάσαι, πρόσθετε, ότι ο πλούτος είναι κάτι «ευρίπιστον», γλιστρά και χάνεται γρήγορα (ΕΠΕ 36, 602). «Άσκησε την ψυχή του παιδιού πρώτα…Θέλεις να το αφήσεις πλούσιο; Μάθε το να είναι καλός άνθρωπος… Γιατί πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει ανάγκη από πολλά αλλά εκείνος που δεν έχει ανάγκη από τίποτε». Ηχούν παράξενα τα λόγια προς γονείς του αγ. Ιωάννη στο σημερινό κόσμο που έχει επιδοθεί στο κυνήγι του εύκολου πλουτισμού, της καλοπέρασης και της επίδειξης.

Ο Μέγας Βασίλειος ανατρέπει τις αντιλήψεις περί κλοπής: «συνήθως» λέει «χαρακτηρίζονται κλέφτες αυτοί που κλέβουν πορτοφόλια στα λουτρά. Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες αλλά κάποιοι…που αποτελούν τις πολιτικές αρχές πόλεων και εθνών…άλλα αφαιρούν κρυφά, άλλα παίρνουν φανερά με τη βία… Κοινωνοί της κλοπής όμως γίνονται κι εκείνοι που θεωρούνται άρχοντες της Εκκλησίας, όταν παίρνουν απ’ αυτούς χρήματα, για οποιουσδήποτε λόγους. Αντί να τους ελέγχουν και να τους νουθετούν εύκολα τους απλώνουν το χέρι και τους μακαρίζουν».
Ο Βασίλειος και ο Ιωάννης θεωρούν ότι η κοινοκτημοσύνη είναι η λύση του κοινωνικού προβλήματος και προτείνουν ως πρότυπο την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων όπου όλα ήταν κοινά. (PG 2,123). Οι Τρείς Πατέρες πιστεύουν πως τα συμφέροντα των ισχυρών ευθύνονται για την πείνα και την εξαθλίωση. «Οι πόλεμοι» γράφει ο Χρυσόστομος «γίνονται από τον έρωτα για τα χρήματα», ενώ ο Βασίλειος διερωτάται «ως πότε θα κυβερνά ο πλούτος που είναι η αιτία του πολέμου; Οι εξοπλισμοί» συμπληρώνει «γίνονται για την απόκτηση πλούτου». Ο Γρηγόριος συμπληρώνοντας τον προβληματισμό του Μ. Βασιλείου λέει: «Μητέρα των πολέμων είναι η πλεονεξία, οι πόλεμοι με τη σειρά τους γεννούν την υψηλή φορολογία, που είναι η αυστηρότητα καταδίκη των πολιτών», (ΒΕΠ 59, 141).

Σήμερα βλέπουμε στα σχολεία μας, στον ελλαδικό χώρο, μία συνειδητή προσπάθεια υποβάθμισης της γιορτής σε αντίθεση με την Κύπρο και την Ομογένεια όπου το περιεχόμενο του εορτασμού είναι πιο ουσιαστικό και πνευματικό. Στη χώρα μας κάποιοι προσπαθούν αποκόπτοντας την παιδεία μας από τον ανθρωπιστικό και ηθοπλαστικό προσανατολισμό της, να αλλοιώσουν πρότυπα, ώστε να κάνουν τους μαθητές εύκολη βορά στα κελεύσματα της τρόικας και της παγκοσμιοποίησης. Η παιδεία για να είναι πετυχημένη πρέπει να μιλά στις ψυχές, να τις κάνει να χαίρονται, να ονειρεύονται, να δημιουργούν. Να είναι όπως προτείνουν οι Τρεις Ιεράρχες «δρόμος απελευθέρωσης και όχι διαδικασία εξαναγκασμού και ανελευθερίας». Αν θέλουμε να τιμήσουμε τους Τρεις Ιεράρχες δε χρειάζεται να το κάνουμε μέσα από τυπικές γιορτές. Απαιτείται μελέτη του έργου τους, της προσφοράς τους, αλλά κυρίως η μίμηση της στάσης ζωής τους.

Οι Τρεῖς Ἱεράρχες διδάσκουν ὅτι ἡ κοινωνικὴ εὐαισθησία δὲν ἔχει ὅρια θρησκευτικὰ ἢ φυλετικὰ καὶ ἀγγίζει τὰ ὅρια τῆς ΘΥΣΙΑΣ. Ἡ ἐξάλειψη τῆς διαφθορᾶς δὲ διασφαλίζεται μόνο μὲ τὴ διαμόρφωση ἑνὸς ὑγιοῦς πολιτικοῦ πλαισίου καὶ τὴν ἐξασφάλιση ἰσορροπιῶν σὲ πολιτικοοικονομικὸ ἐπίπεδο. Προϋποθέτει ἀνθρώπους μὲ πνευματικότητα καὶ ἦθος. Την εποχή της παγκοσμιοποίησης μας δίνουν το μήνυμα, πως μπορούμε να επιβιώσουμε, μιμούμενοι το ήθος, και την αγωνιστικότητα τους. Η σύνδεσή μας με την παράδοση των Τριών Ιεραρχών και των μεγάλων μορφών του Γένους μας αποτελεί ίσως τη μόνη ελπίδα για διατήρηση της ταυτότητας μας, αλλά και αναμόρφωσης του δυτικού κόσμου. Τέτοιους ηγέτες, γενναίους και ασυμβίβαστους με το κακό χρειαζόμαστε σήμερα. Και ας παρακαλούμε την Ιδρυτή της Εκκλησίας μας να μας τους χαρίζει.



Ετικέτες