Η διάσωσις μιας γυναίκας από βέβαιο θάνατο

Loading...


Η ζωή και οι αγώνες του Γέροντος π. Κλεόπα Ηλίε π.Ιωαννίκιος Μπάλαν

Το έτος 1947, κάποια νύκτα της περιόδου της νηστείας των Χριστουγέννων, ο π. Κλεόπας εξωμολογούσε πολύ κόσμο μέχρι στις 12 τα μεσάνυκτα και ήτο κουρασμένος. Οταν ξεκίνησε λίγο να αναπαυθή, μπήκε στο εξομολογητήριο μία γυναίκα, ταραγμένη και κλαίουσα του είπε:

-Πάτερ, περιμένω εδώ έξι ώρες. . . *Ηλθα να εξομολογηθώ, διότι έχω μεγάλη αμαρτία μέσα στην καρδιά μου.

-Παιδί μου, τώρα είμαι κουρασμένος. Σε παρακαλώ να έλθης το πρωί.

-Πάτερ, εάν δεν με δεχθής τώρα στην εξομολόγησι, εγώ θα πάω να κρεμασθώ. Κύτταξε, έχω και το σχοινί στα χέρια μου. Εκανα μεγάλη αμαρτία, διότι εσκότωσα με άμβλωσι πολλά παιδιά. Δέξου με, διότι δεν ημπορώ άλλο να υπομείνω!

Τότε ο Πατήρ εξωμολόγησε αυτή την γυναίκα, την παρηγόρησε, την ενίσχυσε πνευματικά, της έδωσε κανόνα μετανοίας και της έλυσε με την συγχωρητική ευχή την μεγάλη αυτή αμαρτία της.

Την δεύτερη ημέρα αυτή η γυναίκα ήπιε Μεγάλο ‘Αγιασμό, ασπάσθηκε τις Αγιες Εικόνες και επέστρεψε ειρηνική στο σπίτι της.

Παρόμοιες περιπτώσεις επανελήφθησαν πολλές φορές, αλλ’ όμως ο πατήρ Κλεόπας, ως έμπειρος Πνευματικός, με πραότητα και πνευματική σοφία, πάντοτε παρηγορούσε τις Ψυχές αυτές τις ειρήνευε και τις συνεφιλίωνε με όλους.

Πρώτη αναχώρησις του π. Κλεόπα στην έρημο.
‘Ο π. Κλεόπας, ευρισκόμενος για πολλά χρόνια με τα πρόβατα στα γύρω βουνά, εγνώριζε όλους τούς τόπους και τα κελλιά των ερημιτών.

‘Ακόμη εγνώριζε αρκετούς μοναχούς ησυχαστάς, οι οποίοι αγωνίζοντο σκληρά στα βάθη των ορεινών κοιλάδων, άγνωστοι από όλους και γνωστοί μόνο από τον Θεο και τον Πνευματικό τους.

Το έτος 1948, στις 21 Μαίου, την ημέρα που εορτάζονται οι Αγιοι Βασιλείς, Κωνσταντίνος και ‘Ελένη, ο Πατήρ ελειτούργησε με τούς άλλους ιερείς της Μονής και εκήρυξε στούς ‘Αδελφούς επαινώντας τον μεγάλο ζήλο των ‘Αγίων Θεοστέπτων Βασιλέων, οι οποίοι έδωσαν ελευθερία στούς Χριστιανούς εκείνου του καιρού και ίδρυσαν αρκετές εκκλησίες.

‘Η Πανοσιότης του είπε περίπου τα εξής στούς μοναχούς της Μονής του: «Να δώση ο Θεός, όπως και οι ιδικοί μας κυβερνήτες να γίνουν όπως οι Αγιοι Βασιλείς για να τούς μνημονεύη και η ‘Εκκλησία στούς αιώνες!» Τοτε ένας από τον λαο μαγνητοφώνησε αυτά τα λόγια του. Την άλλη ημέρα, χωρίς να προλάβη να πάρη τίποτε από τα ρούχα του, τον άρπαξε μία ομάδα ανθρώπων της αστυνομίας, τον έβαλε στο αυτοκίνητο και τον μετέφεραν στην πόλι Τιργκου Νεάμτς.

‘Εκεί τον έβαλαν πέντε ημέρες μέσα σ’ ένα μπουντρούμι, χωρίς νερό και φαγητό, όπου δεν υπήρχε ούτε κρεββάτι. ‘Υπήρχε μόνο το τσιμεντένιο δάπεδο. Κατόπιν τον απέλυσαν, χωρίς να τον δικάσουν.

Μετά από λίγες ημέρες ένας πιστός Χριστιανός είπε στον π. Κλεόπα να αναχωρήση για το δάσος η σε άλλο μέρος ένα διάστημα. ‘Ακούοντας αυτό ο στάρετς, συμβουλεύθηκε κι άλλους Πνευματικούς και την ίδια νύκτα κρύφθηκε στα βουνά της Συχαστρίας, στον τόπο που λέγεται «Το πόδι του κούκου», έξι χιλιόμετρα ψηλότερα από το Μοναστήρι. ‘Εκεί έφτιαξε μία καλύβα από χονδρά ξύλα μέσα στο χώμα και προσευχόταν ακατάπαυστα ημέρα και νύκτα, ζητώντας την βοήθεια και το έλεος του Θεού και της Κυρίας Θεοτόκου.

Μια φορά την εβδομάδα ερχόταν νύκτα ο ιερομόναχος Μακάριος, τον εξωμολογούσε και του έφερνε ολίγα τρόφιμα. ‘Ερχόταν ακόμη και ο μοναχός ‘Αντώνιος από την στάνη των προβάτων, διότι εκεί περιτριγύριζε με τα πρόβατα.

Μας έλεγε ο π. Κλεόπας ότι, όταν έφτιαχνε την υπόγεια κρύπτη του, ήρχοντο μερικά πουλιά και εκάθοντο επάνω στην κορυφή του κεφαλιού του. Οταν εκοινώνησε για πρώτη φορά, έξω από την σπηλιά του, ήλθαν κοντα του ένα κοπάδι, ενώ δεν είχαν παρουσιαθή ποτέ ενωρίτερα. Αυτά είχαν στο μέτωπό τους ένα σημείο με την μορφη σταυρού και κελαηδούσαν πολύ ωραία όλη την στιγμη που αυτός εκοινωνούσε. Κατόπιν επετούσαν μακριά.

‘Αργότερα, όταν του ετελείωσε ο Αγιος Αρτος, απεφάσισε να επιτελή την Θεία Λειτουργία. ‘Αφού προετοιμάσθηκε διαβάζοντας όλες τις προσευχές του, ετοποθέτησε το Αγιο ‘Αντιμήνσιο επάνω σ’ ένα κούτσουρο κι άρχισε την ‘Ακολουθία.

Οταν είπε:«Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός, και του Υιού, και του ‘Αγίου Πνεύματος, πάντοτε νυν και αεί. . . » εμφανίσθηκε πάλι το κοπάδι με τα ωραία αυτά πουλιά. Τα πουλιά εκάθισαν σε μια γωνία εκεί κοντα και άρχισαν να τραγουδούν. ‘Ο Πατήρ αναρωτήθηκε μέσα του: «Τι να είναι άρα γε αυτά; Και μία μυστική φωνή από μέσα του, του είπε ότι ήλθαν οι ψάλτες του χορού να ψάλλουν!»

Κατόπιν ετελείωσε η θεία Λειτουργία και κοινώνησε. ‘Αφού έκαμε την απόλυσι τα πουλιά έφυγαν. Και έλεγε ο π. Κλεόπας ότι από τότε δεν είδα στο δάσος πουλιά τόσο ωραία, όσον αυτά. Σιγουρα το γεγονός ότι κοινώνησε και το θαύμα με τα πουλιά, τον παρηγόρησαν πάρα πολύ. Ετσι ευχαρίστησε από καρδίας τον Θεο γι’ αυτήν την μεγάλη φιλανθρωπία Του.

Οσο καιρό έμεινε σ’ αυτόν τον τόπο, τον βοηθούσαν ο Πνευματικός του π. ‘Ιωήλ Γεωργίου, ο τσοπάνης, μοναχός ‘Αντώνιος και ένας Χριστιανός από το χωριό Μιτόκου. Το σύνθημα συναντήσεως με τον π. ‘Αντώνιο ήτο αυτό: ‘Ο μοναχός κτυπούσε μία φορά σ’ ένα ξύλο και, εάν ο Πατήρ άκουγε το κτύπημα, κτυπούσε κι αυτός μία φορά, σε άλλο δένδρο. ‘Εαν ο ένας δεν απαντούσε, ο άλλος επερίμενε μέχρι να ακούση το καθορισμένο σύνθημα.

‘Ο πατήρ ‘Ιωήλ του έφερε τρόφιμα, αλάτι, σιτάρι, παξιμάδι και τα έβαζε κάτω από ένα δένδρο, για να μη γνωρίζη κανείς, τον τόπο όπου ευρισκόταν η σπηλιά του.

‘Ο πατήρ Κλεόπας αγωνιζόταν πολύ στην σπηλιά του, προσευχόμενος ημέρα και νύκτα. Γι’αυτό και οι δαίμονες του προξενούσαν πολλούς πειρασμούς και τον ετάραζαν είτε ήτο ξύπνιος είτε κοιμώμενος. ‘Ακόμη τον εφόβιζαν με διάφορες φαντασίες, όπως έλεγε αργότερα στούς μαθητάς του:

«Καποια φορά τα μεσάνυκτα, εδιάβαζα τον κανόνα των προσευχών μου και συγκεκριμένα τούς Χαιρετισμούς της Θεοτόκου. Ξαφνικά άρχισε να ακούγεται ένα δυνατό κατρακύλισμα. ‘Εγώ είπα ότι θα είναι μεγάλος σεισμός! Οταν άνοιξα λίγο την πορτίτσα μου, είδα ένα στρατιωτικό άρμα και αρκετούς μαύρους στρατιώτες επάνω σ’αυτό που κρατούσαν πύρινα ρόπαλα.

Ενας απ’ αυτούς είπε: «Αυτός είναι ο στάρετς της Συχαστρίας! Βαλτε τον επάνω στο άρμα!» Κι αμέσως ενόμισα ότι ευρέθηκα επάνω. Οι ρόδες του άρματος άρχισαν να περιστρέφωνται κι αυτοί ήσαν έτοιμοι με τα πύρινα ρόπαλά τους να με κτυπήσουν και ρίξουν κάτω.

‘Εγώ είχα μαζί μου το Βιβλίο των Χαιρετισμών της Θεοτόκου και είπα: «’Αφηστε με λίγο, διότι έχω ένα κείμενο να διαβάσω στην Κυρία Θεοτόκο!» Την ίδια στιγμη είχαν εξαφανισθή τα πάντα. Δεν είδα ούτε άρμα ούτε κανέναν. . . και επέστρεψα στην καλύβα μου».

‘Ο πατήρ Κλεόπας καθημερινά εδιάβαζε τούς Χαιρετισμούς της Παναγίας. Καποια ημέρα, όταν άνοιξε το βιβλίο να διαβάση, αισθάνθηκε μία ωραία ευωδία σαν κρίνο και τριαντάφυλλο. Τοτε προσευχήθηκε στον Κυριο να τον διαφυλάξη από τυχόν παγίδες του πονηρού και, εάν δεν είναι από τον Θεο αυτή η ευωδία να την απομακρύνη. Ελεγε ότι αυτή η ευωδία ίσως να ήτο απάτη των δαιμόνων για να τον ρίξουν στην υπερηφάνεια. Διότι έλεγε συχνά ο π. Κλεόπας:« Οταν προσεύχεσαι μη δέχεσαι την παραμικρή αίσθησι ευωδίας η κάποια αισθητή ωραία εμπειρία, διότι τότε, μπορούν να παρουσιασθούν οι δράκοντες και θα σε ρίξουν στην υπερηφάνεια». Οταν άρχισε πάλι την ανάγνωσι του ‘Ακαθίστου Υμνου, δεν αισθάνθηκε πάλι αυτό το άρωμα. Ισως όμως και να προερχόταν κι από την Χαρι της Παναγίας μας. Γι’αυτό, τέτοια φαινόμενα, οφείλουμε να τα εξομολογούμεθα στον Γεροντα μας. Αυτός με πολλή προσευχή και χωρίς βιασύνη θα μας ειπή τι ακριβώς συμβαίνει.

Μετά από έξι μήνες παραμονής στα βουνά, ο π. Κλεόπας επέστρεψε στην Συχαστρία προς μεγάλη χαρά όλων, τόσο των μοναχών, όσο και των ευλαβών Χριστιανών.

Μετά από 40 χρόνια ο π. Κλεόπας μαζί με δύο υποτακτικούς του, ξεκίνησαν για το δάσος να αναζητήσουν την σπηλιά στην οποία έμενε το έτος 1948. ‘Εξερεύνησαν σιγά-σιγά εκείνους τούς τόπους, όπου ο ίδιος ασκήτευσε, αλλά δεν ημπόρεσαν να εύρουν την τοποθεσία. Μετά επήγαν μακρύτερα. Οταν επέστρεφαν όντες κουρασμένοι, σταμάτησαν στην άκρη μιας χαράδρας για να γευθούν κάτι.

Την ώρα που έτρωγαν, ο π. Κλεόπας παρετήρησε ότι εκάθοντο ακριβώς επάνω στον τόπο της υπογείου καλύβας του. *Ητο όμως κατεστραμμένη. ‘Ημπορούσαν όμως να ιδούν κομμάτια από την ξυλεία, σίδερα και σανίδια. ‘Ο Πατήρ ήτο πολύ χαρούμενος διότι ευρήκε την σπηλιά, στην οποία έμεινε στην νεότητά του και είπε: «’Ιδου ένα αληθινό θαύμα! Οταν είπαμε ότι ματαίως εδώ κοπιάσαμε ο Κυριος μας χαροποίησε με την ανακάλυψι της καλύβας μου!» Κατόπιν, δοξάζοντας τον Θεο, επέστρεψαν στο Μοναστήρι.

Μετάφρασις-επιμέλεια υπό Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου
Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου
Άγιον Όρος Άθω 1999



Ετικέτες