Εν γνόφω περιπατώ και εν σκότει πολλώ

Loading...


Όρεξον μοι χείρα βοηθείας εν εδάφει κυλινδουμένω, Κύριε, θέλων γαρ αναστήναι ου δύναμαι, διότι το φορτίον της αμαρτίας κατεβάρησε με, και η πονηρά συνήθεια κατέχει με. Βλέπω, και ως εν γνόφω περιπατώ και εν σκότει πολλώ.

Τείνω μου την χείρα, και ώσπερ παράλυτος είμι. Εύθυμος είμι, και αηδίζομαι. Εύχομαι καταλλαγήναι, και νηστεύων συνέχομαι.

Άπλωσε, Κύριε, χέρι βοήθειας σ’ εμένα που κυλιέμαι στο έδαφος· γιατί, αν και θέλω να σηκωθώ, δεν μπορώ, διότι το βάρος της αμαρτίας με καταπλάκωσε, και η κακή συνήθεια με εξουσιάζει.

Βλέπω, αλλά περπατώ σαν μέσα σε «γνόφο» και σε πολύ σκοτάδι. Απλώνω το χέρι μου, αλλά είμαι σαν παράλυτος. Είμαι χαρούμενος, αλλά αισθάνομαι αηδία. Προσεύχομαι να απαλλαγώ, αλλά όταν νηστεύω, στενοχωρούμαι. Έχω καλή διάθεση, αλλά εμποδίζομαι από κάποια πίεση. Για τη δοξολογία είμαι φιλόπονος, αλλά δεν εισπράττω την ευαρέστηση του Θεού.

ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΠΕΝΘΟΣ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ