Αφού θα ξαναπέσω…

Loading...


«Οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος, οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ·» (Ψαλμ. 8-9)

Καλά. Μου λέτε να εξομολογηθώ. Μα, αφού δεν μπορώ να κόψω το ελάττωμα; Αφού δεν μπορώ να κρατηθώ; Αφού θα ξαναπέσω; Τι θέλετε, να παίζω με τα θεία;

Την αντίρρηση αυτή προβάλλουν συνήθως νέοι άνθρωποι και μάλιστα άγαμοι. Όταν τους μιλήσει ο Πνευματικός για αγνότητα και καθαρότητα ψυχής και σώματος, σηκώνουν τα χέρια ψηλά. Δεν μπορούν, λένε , να υπερνικήσουν το πάθος. Κι αφού προεξοφλούν νέα πτώση, δεν θέλουν να εξομολογηθούν.

– Μου υποδεικνύετε να εξομολογηθώ, μου έλεγε κάποιος νέος. Μα αφού θα αμαρτήσω και πάλι; Τί να την κάνω την Εξομολόγηση; Μήπως πρόκειται να μου επιτρέψει ο Ιερεύς να κοινωνήσω; Να πάω, λοιπόν, έτσι για παιχνίδι; Στο κάτω-κάτω ντρέπομαι να λέω όλο τα ίδια. Δεν θέλω να κοροϊδεύω τον εαυτό μου.

Κατ’ αρχήν , όσοι προβάλλουν την αντίρρηση αυτή δείχνουν ότι δεν έχουν συναισθανθεί την ενοχή τους και επομένως δεν έχουν μετανοήσει. Αλλά, όπως θα δούμε, απαραίτητη προϋπόθεση της Εξομολογήσεως είναι η μετάνοια για την προηγούμενη αμαρτωλή ζωή. Εξομολόγηση σημαίνει ομολογία αμαρτιών, για τις οποίες μετανοώ. Χωρίς μετάνοια δεν νοείται Εξομολόγηση. Αν νομίζουμε ότι καλώς πράξαμε, τότε δεν χρειάζεται Εξομολόγηση και συγχωρητική ευχή.

Όσοι, όμως, προβάλλουν αυτή την αντίρρηση, ομολογούν ακριβώς ότι έχουν επιπόλαιη ιδέα περί αμαρτίας. Δεν έχουν ίσως ποτέ σκεφθεί σοβαρά, ποιό κακό τους προξενεί το αμαρτωλό πάθος, η ακάθαρτη πράξη, η αμαρτία γενικά, την οποία με τόση ευχαρίστηση υπηρετούν. Θεωρούν την αμαρτία σαν ένα αθώο παιχνιδάκι.

Αγνοούν ότι «τα οψώνια ( = αποτελέσματα) της αμαρτίας θάνατος» ( Ρωμ. 6,23 ) . Δεν έχουν συναίσθηση του ηθικού γκρεμού στον οποίο εξάπαντος οδηγούνται με την αμαρτωλή ζωή τους. Και γι’ αυτό δεν νοιώθουν την υποχρέωση να διορθωθούν. Ή μάλλον προσποιούνται πως δεν νοιώθουν, γιατί στο βάθος θα ήθελαν, σε στιγμές μάλιστα ειλικρίνειας- και τέτοιες στιγμές έχει και ο πιο πωρωμένος- να άλλαζαν τρόπο ζωής.

Αν αυτό μπορούσαν να το επιτύχουν χωρίς κόπο, χωρίς θυσίες, τότε ευχαρίστως θα δέχονταν να μετανοήσουν. Αλλά η κακή συνήθεια τους έχει κυριεύσει τόσο πολύ, που για να απαλλαγούν από αυτό χρειάζεται αγώνας και κόπος και ιδρώτας. Ενώ αυτοί δεν είναι διατεθειμένοι ούτε αγώνα να αναλάβουν, ούτε με κόπο και ιδρώτα και προσπάθεια να ταράξουν την πνευματική τους οκνηρία. ‘Έπειτα, η αμαρτία τους έχει παραλύσει τη θέληση, τους έχει εξασθενήσει τις ψυχικές τους δυνάμεις. Κι ο σατανάς τους έχει μεταδώσει την αποθάρρυνση, για την οποία γράψαμε παραπάνω, τη δειλία, το φόβο, την απογοήτευση: «Δεν διορθώνεσαι! Αφού πάλι θα πέσεις, τί την θέλεις την Εξομολόγηση;» .

Κάτω από την επίδραση της κατάστασης αυτής, δεν τολμούν να πάρουν απόφαση διορθώσεως, αποκοπής του κακού. Κι έτσι δεν κάνουν το μεγάλο βήμα. Και θεωρούν αυτή την ατολμία τους σαν δήθεν ειλικρίνεια προς τον Θεό και τον εαυτό τους! Δυστυχισμένες υπάρξεις! Να ξέρατε πόσο υποβιβάζετε τον εαυτό σας με τις δικαιολογίες αυτές. Πόσο υποτιμάτε τη δύναμη της θέλησής σας. Πόσο καταρρακώνετε τον ανθρωπισμό σας!

Αφαιρείτε από τον εαυτό σας το πολυτιμότερο στοιχείο του, τον «ηγεμόνα νουν». Και ομολογείτε πως νικηθήκατε στη ζωή από το εγώ σας. Τα ζώα μόνο έχουν το δικαίωμα να ζουν με τα ένστικτά τους. Όχι όμως και ο λογικός και ελεύθερος άνθρωπος. Εκείνα δεν έχουν να επιλέξουν μεταξύ καλού και κακού, αγαθού και πονηρού. Στερούνται λογικής και θελήσεως. Έχουν μόνο ένστικτα. Κι αυτά ικανοποιούν.

Εσύ, όμως, αδελφέ μου, έχεις βούληση. Μην την αρνείσαι, προφασιζόμενος ότι θα ξαναπέσεις. Αν πιστεύεις στον αγώνα σου, μη μελετάς από τώρα την ήττα σου. Θα ξέρεις ασφαλώς ότι στο στρατό, το μόνο πράγμα που δεν διδάσκεται είναι η υποχώρηση. Δεν υπάρχει λόγος να καλλιεργούμε την ηττοπάθεια πριν την ώρα της. Εσύ, λοιπόν, έχεις βούληση, έχεις λογικό, έχεις ψυχικές δυνάμεις. Μπορείς, αν το θελήσεις, να επιβληθείς στον εαυτό σου.

Πρέπει, σαν άνθρωπος ελεύθερος, να ζεις λογικά. Έχεις τη δύναμη, αρκεί να το θελήσεις, να κυριαρχήσεις πάνω στον εαυτό σου. Να περιορίσεις τις κατώτερες ορμές σου. Να υψωθείς πάνω από τα γήινα, τα φθαρτά, τα μάταια, τα υλικά, τα εφήμερα, τα προσωρινά. Μήπως για τον ουρανό δεν είσαι πλασμένος; Αλλά πόσο γρήγορα λησμόνησες τη θεία καταγωγή σου! Και τον προορισμό σου πάνω στη γη. Και το σκοπό της ζωής σου.

Φαίνεται, δεν έχεις ποτέ φιλοσοφήσει για το νόημα της ζωής. Δεν είναι χαμένος καιρός η ζωή. Είναι μια ευκαιρία, που ή τη χάνεις ή την κερδίζεις. Έχει σκοπό και νόημα η ζωή. Εσύ, ίσως, σαν σκοπό της έχεις βάλει το χρήμα, την ηδονή, την πρόσκαιρη απόλαυση. Και γι’ αυτό δεν νιώθεις την ανάγκη της μετανοίας. Δεν αισθάνεσαι την ανάγκη να κάνεις μια προσπάθεια να γίνεις ηθικός, να συμμορφώσεις τη ζωή σου προς το θέλημα του Δημιουργού σου.

Έτσι, τόσο εύκολα και αβασάνιστα αρνείσαι να αποβάλεις το σάπιο, να φτύσεις το δηλητήριο . Και προβάλλεις τη δειλή και αναξιοπρεπή , για άνθρωπο λογικό, δικαιολογία ότι, πάλι θα αμαρτήσεις. Τόσο πολύ, λοιπόν, συνήθισες τη δυσοσμία της αμαρτίας και τις φρικτές αναθυμιάσεις της , ώστε να τις θεωρείς …εκλεκτό άρωμα; Μέχρι εκεί έφτασε η προσκόλλησή σου στην τρομερή αυτή λέπρα;

Έπειτα, μη λησμονείς, ότι το να ξαναπέσεις δεν είναι τόσο φοβερό, όσο να μένεις εκεί στην πτώση σου, χωρίς να καταβάλεις προσπάθεια να σηκωθείς. Θα ξαναπέσεις, αναπόφευκτα ίσως. Θα λερωθείς και πάλι. Αλλά, να το λουτρό. Μπες στο εξομολογητήριο να καθαρισθείς. Βγήκες τώρα καθαρός και πιο κάτω ξαναπέφτεις; Δεν πειράζει. Θα ξανασηκωθείς . «Μη ο πίπτων ουκ ανίσταται;» ( Ιερεμ. 8,4 ) . Το λουτρό πάλι σε περιμένει. Θα ξαναβγείς απ’ αυτό λουσμένος , καθαρισμένος.

Η Εξομολόγηση είναι Μυστήριο που επαναλαμβάνεται. Είναι λουτρό, το οποίο μπορούμε να χρησιμοποιούμε πάντοτε, όταν λερώνεται ο χιτώνας της ψυχής μας. Διότι είναι αλήθεια πως ένα πάθος αμαρτωλό , στο οποίο είναι κανείς υποδουλωμένος πολύ καιρό, δεν κόβεται αμέσως. Το δένδρο δεν κόβεται ποτέ με την πρώτη τσεκουριά. Ο Θεός μας δέχεται Και μας συγχωρεί «εβδομηκοντάκις επτά», δηλαδή συνεχώς, όσες φορές κι αν Τον πικράνουμε.

Κάθε φορά που θα πέσουμε, Εκείνος περιμένει να σηκωθούμε. Αλλά υπό τον όρο, ότι θα καταβάλουμε προσπάθεια, θα αγωνιστούμε, θα μισήσουμε το κακό. Άλλο είναι να αγωνίζεσαι και παρά ταύτα να πέφτεις , κι άλλο να παραδίνεσαι θεληματικά στον εχθρό. Άλλο είναι να ζητάς με συντριβή συγχώρεση κι άλλο να έρχεσαι με ελαφρά καρδιά στον Πνευματικό και μόλις απομακρυνθείς , χωρίς καμιά προσπάθεια, χωρίς προσοχή, να επαναλαμβάνεις τα ίδια. Αυτό είναι ειρωνεία του Μυστηρίου. Έτσι δεν δείχνεις ούτε ίχνος μεταμέλειας. Απεναντίας η τακτική σου αυτή προδίδει άνθρωπο απερίσκεπτο , αφιλοσόφητο , επιπόλαιο.

Και κάτι ακόμη: Ή πιστεύεις ή δεν πιστεύεις στη χάρη του Μυστηρίου. Αν πιστεύεις, τότε θα είσαι βέβαιος ότι ο Θεός θα ακούσεις την κραυγή της μετανοίας σου και θα σε βοηθήσει, ώστε, σιγά-σιγά να απαλλαγείς από τα πάθη σου. Το Μυστήριο θα σου εξασφαλίσει τη θεία Χάρη, δηλαδή τον Ίδιο τον Κύριο, που θα σε ενδυναμώνει και ενισχύει στον αγώνα σου. Έτσι θα βγαίνεις δυναμωμένος , με ανανεωμένες δυνάμεις και με σύντροφο ισχυρό τη θεία Χάρη. Αν, τυχόν, ξαναπέσεις, πάλι θα τρέξεις στο λουτρό και πάλι θα καθαρισθείς.

Τι κάνουμε όταν λερωθούν τα ρούχα μας; Τα πλένουμε . Τα χρησιμοποιούμε. Και όταν πάλι λερωθούν, πάλι τα πλένουμε και πάλι τα φορούμε. Ποτέ δε λέμε: «Δεν βαριέσαι∙ αφού και πάλι θα λερωθούν τα ρούχα μου, γιατί να τα πλύνω»; Πόσο ανόητη θα ήταν παρόμοια σκέψη! Κι όμως, προκειμένου για την ίδια την ψυχή μας, αυτή την ανόητη σκέψη κάνουμε.

Η δικαιολογία αυτή των ανθρώπων που δεν εξομολογούνται, γιατί θα αμαρτήσουν και πάλι, μου θυμίζει τη νοοτροπία ενός στρατιώτη χωρικού: Υπηρετούσε στο μαγειρείο της μονάδας. Κάποιο απόγευμα , τον είδε ο αξιωματικός να προετοιμάζεται να μαγειρέψει το βραδυνό φαγητό στο άπλυτο, από το μεσημεριανό μαγείρεμα, καζάνι.

– Τι κάνεις εκεί; του λέει. Πλύνε γρήγορα το καζάνι.
Κι εκείνος με αφέλεια του απαντά:

– Κυρ- Λοχαγέ, από μαγείρεμα είναι! Αφού, δηλαδή, θα μαγειρέψω πάλι, τί χρειάζεται το πλύσιμο;

Κι όμως, παρόμοια κωμική δικαιολογία επιστρατεύουν αρκετοί, προκειμένου να αποφύγουν την εξομολόγηση. Και μένουν μακριά από τη θεία Χάρη, με λερωμένη την ψυχή. Σ’ αυτούς , θα μπορούσαμε να πούμε συμπερασματικά: Κύριοι , αφού θα ξαναπεινάσετε, γιατί τρώτε; Και αφού θα ξαναδιψάσετε, γιατί πίνετε; Εκεί μας οδηγεί η παράλογη και απερίσκεπτη ένστασή σας.

Από το βιβλίο: «ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ»
Μητροπολίτου πρ. Πειραιώς ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΚΑΡΟΥΣΟΥ



Ετικέτες