Tα συγκλονιστικά θαύματα του Προφήτη Ηλία

Loading...


ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΟΥΝ

ΣΗΜΕΡΑ, αγαπητοί μου, 20 Ιουλίου είνε . Εορτάζει ο .
Το όνομά του είνε γνωστό και παντού διαδεδομένο. Όχι μόνο εδώ αλλά και σε όλη την Ορθοδοξία άντρες μα και γυναίκες φέρουν το όνομά του και ναοί τιμώνται στη μνήμη του. Ναοί κ᾽ εξωκκλήσια, ως επί το πλείστον σε κορυ­φες βουνών, πανηγυρίζουν σήμερα.

Στην πατρί­δα μου την Πάρο, στο ψηλότερο βουνό, είνε χτισμένος ναός του Προφήτη Ηλία, και σήμερα όλο το νησί ανεβαίνει στην κο­ρυφή, κι από ᾽κεί αγναντεύουν το απέραν­το πέλαγος και δοξάζουν το μεγαλείο του Θεού.
Ο άγιος προφήτης Ηλίας! Απ᾽ όλο το βίο του θα πούμε λίγα θαυμαστά γεγονότα.

* * *
Ο προφήτης Ηλίας έζησε στην ιερά γη της Παλαιστίνης οχτακόσα χρόνια προ Χριστού, σε εποχή άσχημη που η ειδωλολατρία και η δι­­αφθορά είχαν εξαπλωθή πολύ. Οι άνθρωποι είχαν λησμονήσει τον αληθινό Θεό και λάτρευ­αν είδωλα. Τόσο ήταν το ρεύμα της ειδωλολα­τρίας, ώστε και αυτός ο Ισραηλιτι­κος λαός, που γνώριζε τον αληθινό Θεό, παρασύρθηκε.

Βασιλιάς ήταν ο Αχαάβ. Ο Αχαάβ δεν ήταν κακός· καλός ήταν. Ποιος τον χάλασε; ποιος χαλάει τον άντρα; Μια γυναίκα. Η γυναίκα η θα υψώση τον άντρα μέχρι τα άστρα η θα τον ρι­ξη μέχρι τον άδη, στην κόλασι· παίζει σπουδαίο ρόλο στη ζωή του αντρός.

Μια τέτοια κα­κιά γυναίκα, η βασίλισσα Ιεζάβελ, βρέθηκε δίπλα στον Αχαάβ και τον διέφθειρε ψυχι­κα και ηθικά· τον έσπρωξε να λατρεύη τα ει­δωλα, να είνε άδικος, πλεονέκτης και βίαιος.

Πιο κάτω απ᾽ το παλάτι ήταν ένα αμπέλι, που ο νοικοκύρης του, ο φτωχός Ναβουθαί, το ᾽χε κληρονομιά απ᾽ τον πατέρα του. Και ξέρε­τε πόσο οι χωρικοί αγαπούν τα κτήματά τους, μάλιστα αυτά που ο πατέρας τους τα ᾽χει ποτίσει με τον ιδρώτα του. Ο Ναβουθαί το ᾽σκαβε, το κλάδευε, το καλλιεργούσε· το αγαπού­σε πολύ. Μα να που το ᾽βαλε στο μάτι ο βασι­λιάς και ήθελε να το κάνη δικό του. Του το ζήτησε, του πρότεινε να του δώση αλ­λο καλύτερο η χρήματα πολλά. Ο Βαβουθαί δεν δέχτηκε. Το αμ­πέλι του πατέρα μου δεν το που­λω, είπε. Τότε η βασίλισσα έδωσε εντο­λη να ε­νοχοποι­ήσουν με συκοφαντία το Ναβουθαί και να τον λιθοβολήσουν. Έτσι πήρε το αμ­πελά­κι και το ᾽κανε κτήμα των ανακτόρων.

Αυτό ήταν μια αδικία. Ποιος τώρα να ελέγξη την αδικία; Τα δικαστήρια μικρά αδικήματα τιμωρούν· οι μεγάλοι εγκληματίες μένουν ατιμώρητοι. Κάποιος όμως ήλεγξε και τον Α­χαάβ και την Ιεζάβελ. Ποιος; Ο Ηλίας ο Θεσβίτης. Κατ᾽ εντολήν του Θεού πήγε στα ανάκτορα και λέει· Βασιλιά, σκότωσες και έτσι πήρες το αμ­πέλι· θα τιμωρηθής· θα σκοτω­θης, και όπου τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα του Ναβου­θαί, ε­κεί θα γλείψουν και δικά σας αι­ματα… Και πρα­γματι έτσι έγινε (βλ. Γ΄ Βασ. κεφ. 20).
Βλέπετε, αγαπητοί μου, τι κακό είνε η αδικία; Είνε φωτιά που καίει. Λέει ένας άγιος· Ε­χεις εκατό πρόβατα· θέλεις να τα χάσης όλα; Κλέψε ένα και βαλ᾽ το μεσ᾽ στο κοπάδι σου. Ε­κείνο θα γίνη αιτία να χαθούν και όλα τ᾽ αλ­λα.

⃝ Ένα επεισόδιο αυτό. Το άλλο. Όχι μόνο ο βασιλιάς και η βασίλισσα ήταν δι­εφθαρμένοι και μακριά από το Θεό, αλλά και ο λαός, αν­τρες – γυναίκες, είχαν απομα­κρυνθή. Κι ο Θεός, λέει η Γραφή, ωργίστηκε· κλείστηκαν τα ου­ράνια και δεν έβρεχε (βλ. Γ΄ Βασ. 17,1-8).

Αχάριστοι άνθρωποι! Η βροχούλα που πέφτει ξέρετε τι αξίζει; Λίρες ζητάει ο κόσμος· τα τριάκοντα αργύρια του Ιούδα τρέλλαναν ο­λους. Αλλά ρίχνει ο ουρανός λίρες· κάθε σταγόνα λίρα είνε, τόσο αξίζει. Γιατί άμα δε βρε­ξη, όλοι θα πεθάνουμε. Θα ᾽πρεπε για κάθε σταγόνα που πέφτει να ευχαριστούμε το Θεό· αλλά τέτοιοι είμαστε εμείς, αχάριστοι.

Έτσι και στην εποχή εκείνη οι άνθρωποι εγκατέλειπαν το Θεό, ερωτοτροπού­σαν με τα είδωλα, πόρνευαν, ατίμαζαν, ωργίαζαν. Και ο Κύριος τιμώρησε το λαό με μεγάλη ανομβρία. Όχι ένα και δυό μήνες, αλλά τρία χρόνια και έξι μήνες! Στέρεψαν οι βρύσες και τα ποτάμια, ξεράθηκαν τα δέντρα, καταστράφηκαν οι καρποί, ψοφούσαν τα ζώα, οι άνθρωποι υπέφεραν. Λιμός μέγας, πείνα μεγάλη.

Και ποιος έλυσε την πείνα; ποιος άνοιξε τα ουράνια που ήταν κλεισμένα; Ο προφήτης Η­λίας. Αυτός ο άγιος άνθρωπος γονάτισε, έκανε προσευχή, και τότε γέμισε ο ουρανός από σύννεφα, άρχισε να βρέχη, ποτίστηκε η γη, και οι άνθρωποι σώθηκαν από την πείνα.

Έρχεται, αγαπητοί μου, και σ᾽ εμάς τους α­χαρίστους η πείνα. Θα είνε τέτοια α­ναγ­κη, που οι άνθρωποι θα υποφέρουν. Θα στερέψουν και μεγά­λα ποτάμια και θα τα περνούν με τα πόδια παι­διά και κοπάδια. Τότε, σε μια νύχτα, θ᾽ αδειάσουν οι μεγαλουπόλεις· όλοι θα τρέχουν σε βουνά και λαγκάδια, και θα πάρουν πάλι τις αξίνες να καλλιεργήσουν τη γη, που την άφησαν για να μαζευτούν σε πόλεις εκατομμυρίων κατοίκων, πόλεις – Σόδομα και Γόμορρα. Πως ζούν εκεί; Σκάβουν τη γη; Όχι. Με ατιμίες, κλεψιές, αδικίες. Όταν όμως γίνη ο λιμός, οι πόλεις θα ερημώσουν, και μικρά χω­ριά θα έχουν χιλιά­­δες κατοίκους. Τότε βασιλιάδες και σοφοί θα πέσουν να προσκυνήσουν το γεωργό, που σήμερα είνε περιφρονημένος, και θα τον εκλιπα­ρούν για λίγο ψωμάκι.

Έτσι νόμισες, άνθρωπε, που πίνεις ένα ποτήρι νερό και δε λες «Δόξα σοι, ο Θεός», που έχεις τη μπουκιά στο στόμα και βλαστημάς τα θεία, έτσι νόμισες; Για την αχαριστία τέτοιων ανθρώπων η καλύτερη τιμωρία θα ήταν να βρεθούν σε κάποιον άλλο πλανήτη. Γιατί μόνο εδώ στη γη έδωσε ο Θεός όλα τα αγαθά· και όμως δε ακούει από μας ένα ευχαριστώ.

Αλλ᾽ ας επανέλθουμε στο βίο του αγίου. Το πρώτο επεισόδιο ήταν ότι τιμώρησε τον κλέφτη βασιλιά, το δεύτερο ότι τιμώρησε τον α­χάριστο λαό. Το άλλο ποιο είνε; Τότε, στην πείνα τη μεγάλη, πείνασε και ο προφήτης Ηλίας. Περνώντας βουνά και λαγκάδια χτύπησε πολλά σπίτια, μα τον έδιωχναν, κανείς δεν του ᾽δινε τίποτα. Πήγε και σ᾽ ένα μικρό χωριό, τα Σαρεπτά της Σιδωνίας, σε μια καλύβα που έμενε μια χήρα με το μονόκριβο παιδί της. ―Δος μου, της λέει, λίγο νερό να πιώ και κάτι να φάω. ―Άνθρωπε του Θεού, δεν έχω τίποτα. Λίγο αλεύρι μου ᾽μεινε και λίγο λαδάκι στο δοχείο. Αλλ᾽ αφού ηρ­θες πέρασε μέσα. Άναψε το φούρνο, ζυ­μωσε το αλεύρι με το λάδι, έκανε μια πίττα κ᾽ έφαγε ο προφήτης. Και με την ευλογία του από τη μέρα εκείνη στο σπίτι της χήρας δεν έλειψε ούτε το αλεύρι ούτε το λάδι (βλ. Γ΄ Βασ. 17,9-16).
Δεν πα᾽ να ᾽χης, αγαπητέ μου, αποθήκες με αγαθά και καταθέσεις σε τράπεζες; αν δεν ε­χης την ευλογία του Θεού, στα­χτη θα γίνουν, θα πεθάνης. Ενώ ο φτωχός, που δε λατρεύει τα χρήματα αλλά πιστεύει στο Θεό, θα ζήση. Η Γραφή λέει· «Πλούσιοι επτώχευσαν και ε­πείνασαν, οι δε εκζητούντες τον Κύριον ουκ ελαττωθήσονται παντός αγαθού» (Ψαλμ. 33,11).
⃝ Κάτι ακόμα και τελειώνω. Ο προφήτης Η­λι­ας εκεί στο σπιτάκι της χήρας έκανε κ᾽ ένα αλ­λο πιο μεγάλο θαύμα. Εκείνες τις μέρες αρ­­ρώστησε το μονάκριβο παιδί της και πέθανε, κ᾽ η­ταν μεγάλος ο πόνος της. Τότε ο αν­θρωπος του Θεού γονάτισε, έκανε θερμή προσ­ευχή και ―ας μη πιστεύουν οι άπιστοι, εμείς πιστεύουμε― το παιδί αναστήθηκε, και η χήρα δοξολογού­σε το Θεό (βλ. Γ΄ Βασ. 17,17-24).
Όπως λοιπόν ο Ηλίας ανέστησε το νεκρό, έτσι μια μέρα θ᾽ αναστηθούν όλοι οι νεκροί που είνε θαμμένοι στους τάφους. Δεν πέθαναν· ζούν. Το κορμί πεθαίνει, η ψυχή δεν πεθαίνει. Και θα ᾽ρθη η ώρα που όλοι θα παρου­σιαστούμε μπροστά στο βήμα του Θεού. Εκεί καθένας θα ζυγιστή, θα κριθή· και όσοι ε­καναν τα φαύλα, θα πάνε στην κόλασι, ενώ οι δίκαιοι θα πάνε κοντά στο Θεό. Τα λέει αυτά ο Χριστός κ᾽ είνε αναμφισβήτητα.

* * *

Ο προφήτης Ηλίας, αγαπητοί μου, δεν πέθανε. Πύρινο άρμα, αμάξι με τροχούς που ε­βγαζαν φωτιές, τον πήρε και τον ύψωσε στα ουράνια (βλ. Δ΄ Βασ. 2,1-12). Εκεί μένει και, κατά την παράδοσι, θα ξανάρθη στο τέλος να ελέγ­ξη τον κόσμο. Και τότε αλλοίμονο στον κλέφτη, στον φονέα, στο μοιχό και τη μοιχαλίδα, στο φιλάργυρο, στον άδικο και κάθε εγκληματία.

Αυτά είχα να πω για τον προφήτη Ηλία το Θεσβίτη, που εορτάζουμε. Η εορτή του δεν είνε γλέντι, μεθύσια, χοροί έξαλλοι· η εορτή είνε να διαβάσης τον βίο του και να δοξολογή­σης το Θεό. Έτσι εώρταζαν τα παλιά τα χρόνια· έρχονταν στην εκκλησιά, άκουγαν το ευαγγέλιο, κοινωνούσαν, και το απόγευμα οι άντρες πήγαιναν στο χωράφι της χήρας με τα ορφανά και το καλλιεργούσαν· τέτοια έργα, τέτοιες καλωσύνες, τα ᾽χανε ευλογία Θεού.
Εύχομαι διά πρεσβειών του προφήτου Η­λιού ο Θεός να ευλογή τα έργα και τις οικογένειές σας, και πάντοτε με χαρά και αγαλλίασι να εορτάζετε την αγία αυτή ημέρα.

 Ομιλία του πρωην Μητροπολίτου Φλωρίνης
π. Αυγουστίνου Καντιώτου 

(ι. ναός Προφήτου Ηλιού Άνω Καλλινίκης Φλωρίνης 20-7-1976)