Πλήθος θαυμάτων της Αγίας Άννας

Loading...


Το θαυμαστό προσκύνημα της Αγίας Άννας στο Βόρι Προικονήσου

Στην όμορφη παραλιακή πόλη του Κορινθιακού, το Αίγιον, μεταφυτεύθηκε το 1922 μία Ομάδα από τους ξεριζωμένους «κρίμασιν οίς οίδε Κύριος» Έλληνες μετά τη φοβερή εκείνη καταστροφή, τη λεγόμενη Μικρασιατική.

Οι πρόσφυγες στο Αίγιον οικοδόμησαν, με κόπους και αγώνα ξεκινώντας από το μηδέν, την καινούργια τους ζωή. Οι Αιγιώτες πρόσφυγες κατάγονται από την Προικόνησο στην οποία ήταν τότε πέντε χωριά. Αλώνη, Βόρι, Σκουπιά και Χουχλιά. Φεύγοντας κυνηγημένοι οι ευσεβείς Προικονήσιοι, σήκωσαν μαζύ τους προ παντός τα πολύτιμα αντικείμενα των Εκκλησιών τους, άγιες εικόνες, ιερά σκεύη, κ.λπ. Ιδιαίτερη αγάπη δείχνουν ακόμη και τα παιδιά τους για τα ιερά αυτά κειμήλια.

Στο Νησί τους είχαν ένα προσκύνημα. Το προσκύνημα της Αγίας Αννας στο Βόρι. Η φήμη του προσκυνήματος αυτού της Αγίας Αννας είχε εξαπλωθεί σε όλη τη γύρω περιοχή. Ιδιαίτερη ευλάβεια διατηρούσαν γι αυτό εκτός από τους εντοπίους οι κάτοικοι της απέναντι Μικρασιατικής παραλίας. Μνημονεύονται ιδιαίτερα τα χωριά Αρτάκη, Ρόδα, Γωνιά κ.λπ. καθώς επίσης και οι κάτοικοι των γύρω Νήσων όλοι οι λεγόμενοι Μπουγαζιανοί μέχρι Κωνσταντινουπόλεως.
Κυκλικά στο λιμανάκι και σε βάθος ήσαν σκορπισμένα τα σπίτια του Βόρι, μέχρι 130 σπίτια χριστιανικά και 15 τούρκικα.

Οι Τούρκοι μιλούσαν τα ελληνικά. Πήγαιναν και στην Αγία Αννα αλλά ο παπάς δεν τους θυμίαζε και δεν τους έδινε αντίδωρο ούτε αγιασμό. Έφερναν όμως εκείνοι λαμπάδες μέχρι το μπόι τους στην Αγίαν Αννα.

Στην παραλία στο χώρο μιάς μεγάλης πλατείας με ψηλά πλατάνια κι ένα πηγάδι ήταν χτισμένη η εκκλησία της Αγίας Αννας. Τις δυο πλευρές της τις έδερνε το κύμα όταν είχε φουσκοθαλασσιά. Μικρή σχετικώς εκκλησία, ήταν προσκύνημα δεν ήταν ενοριακός Ναός. Στους χριστιανούς άρεσε να τη λένε Μοναστήρι. Είχε ξεχωριστή διοίκηση διότι ως προσκύνημα είχε πολλή κίνηση και πολλά έσοδα. Ιδιαίτερα στην πανήγυρη της Αγίας Αννας (25 Ιουλίου), συγκεντρωνόταν πλήθος προσκυνητών από τα χωριά της Προικονήσου από την απέναντι Μικρασιατική παραλία (20 περίπου χωριά), από τα γύρω Νησιά και από την Πόλη. Ημέρες κρατούσε η πανήγυρις. Το λιμάνι, γέμιζε καΐκια, σαντάλες, βάρκες πλεούμενα παντός είδους γεμάτα προσκηνητάς.

Έρχονταν να προσκυνήσουν τη θαυματουργό εικόνα της Αγίας Αννας. Η εικόνα αυτή είχε φανερωθή σε πολύ παλιά χρόνια στη θέση πού ήταν η Εκκλησία εκεί στην παραλία σε μία πυκνή βατιά. Πιθανώς την είχαν κρύψει εκεί οι χριστιανοί σε εποχή διωγμού και δοκιμασίας. Η παράδοσις για την εύρεση αυτής της εικόνας αναφέρει τα εξής:

Μια βασιλοπούλα από την Περσία, νεαρά κόρη έπασχε από λέπρα και είχε τυφλωθεί τελείως. Η κόρη αυτή είδε στο όνειρό της μια γυναίκα σεμνή και επιβλητική η οποία της είπε:

Να πάς στο Βόρι, και να ψάξης στα βάτα. Θα βρής εκεί την εικόνα μου και θα γίνεις καλά. Εγώ είμαι η Αγία Αννα. Στη συνέχεια είδε ένα τοπίο. Μία πυκνή βατιά σε μία παραλία. Διηγήθηκε το όνειρο στους δικούς της, χωρίς πολλούς δισταγμούς, απελπισμένη όπως ήταν από γιατρούς αποφάσισε με τη συνοδεία της να ξεκινήση για το Βόρι το οποίον δεν εγνώριζε πού βρίσκεται. Με πολλούς κόπους και ταλαιπωρίες η άρρωστη αυτή κόρη έφθασε στην Κων/πολη, με την ελπίδα να μάθη εκεί πού είναι το χωριό πού υπέδειξε στον ύπνο της η άγνωστη σ αυτήν Αγία Αννα. Οι ελπίδες της ζωντάνεψαν όταν στην Πόλη, την πληροφόρησαν πώς το χωριό Βόρι βρίσκεται σ ένα κοντινό νησί. Με πολλή λαχτάρα ύστερα από πέντε ώρες θαλασσινό ταξείδι πάτησε στην παραλία του Βόρι. Τότε έγινε το θαύμα. Ανοιξαν τα τυφλά μάτια της κόρης και είδε το φώς της. Εύκολα ύστερα αναγνώρισε το τοπίο με τη βατιά στην παραλία, όπως το είχε ιδή στο όνειρό της. Έψαξαν εκεί στα πυκνά βάτα και βρήκαν κρυμμένη στο κοίλωμα μιάς πέτρας την εικόνα.

Με συγκίνηση βαθειά πήρε στην αγκαλιά της το ιερό σέβασμα. Από τη στιγμή εκείνη αισθάνθηκε να φεύγει το κακό της λέπρας από πάνω της. Έγινε τελείως καλά. Έφυγε για την πατρίδα της χριστιανή πλέον, γεμάτη ευγνωμοσύνη.
Στη θέση εκείνη οικοδομήθηκε, πιθανώς με έξοδα της κόρης πού θεραπεύτηκε, η Εκκλησία, το προσκύνημα της Αγίας Αννας. Ανάμεσα στα αφιερώματα της εικόνας ξεχωριστή θέση είχε το στέμμα της νεαράς βασιλοπούλας από την Περσία. Αυτό το στέμμα όλοι οι παλιοί βορινοί το θυμούνται.
Αναρίθμητα είναι τα θαύματα της Αγίας Αννας σ αυτό το προσκύνημα.

Ένας παλαιός Βορινός, μένει στην Ιερισσό τώρα, ο Στέλιος Μηχαηλίδης διηγείται τα εξής:
Ήμουνα παληκαράκι τότε στην πατρίδα και πήγαινα και βοηθούσα την Εκκλησία. Όλων των ειδών οι άρρωστοι εκεί έρχονταν, στην Αγία Αννα! Και βαριές αρρώστιες και περαστικές, όπως θέρμη, κρυολόγημα κ.λπ. Πολλούς δαιμονιζόμενους τους έδεναν μέσα στην Εκκλησία. Κάθε άρρωστος κατ ανάγκην συνοδευόταν από ανθρώπους δικούς του οι οποίοι μαζύ του έμεναν μέσα στην Εκκλησία. Η παραμονή αυτή διαρκούσε πολλές ημέρες. Συνειθιζόταν να μένουν ένα σαρανταήμερο. Αν δεν γινόταν από την Αγία Αννα το θαύμα, τότε άρχιζαν δεύτερο σαρανταήμερο. Σ όλο αυτό το διάστημα τόσο ο άρρωστος όσο και οι συνοδοί νήστευαν και προσεύχονταν. Λάδι έτρωγαν μόνο τα Σαββατοκύριακα.

Αν όμως ο άρρωστος δεν είχε άνθρωπο να τον συνοδεύη, τότε υποχρεωνόταν για μία ημέρα να συντροφεύει τον άρρωστο άνθρωπος από το Βόρι, ο οποίος μαζί με την περιποίηση συμμετείχε και στην προσευχή και στη νηστεία του αρρώστου. Αυτό γινόταν με σειρά για όλες τις οικογένειες.
Εδώ θα διακόψουμε την αφήγηση του Στέλιου Μηχαηλίδη για να σημειώσωμε το εξής περιστατικό σχετικά με την νηστεία.

Η Αλμαγιώ Παναγιώτου πρόσφυγας στο Αίγιο είχε έλθει με το άρρωστο εγγόνι της στην Παναγία την Τρυπητή, να ξενυχτήσει την παραμονή της Ζωοδόχου Πηγής. Ήσαν πολλοί άρρωστοι με τους δικούς τους. Μετά τον πανηγυρικό εσπερινό φεύγοντας ο πολύς κόσμος παρέες-παρέες έβαλαν να φάνε διάφορα πασχαλινά. Στην Αλμαγιώ η πράξις αυτή προξένησε ζωηρή εντύπωση.
Γι αυτό η Παναγία, είπε, δεν κάνει θαύματα εδώ, γιατί δεν ήλθαμε για προσευχή. Η Αγία Αννα έκανε τα θαύματα στην πατρίδα γιατί όλοι παρακαλούσαν με νηστεία και προσευχή. Κανένας δεν έτρωγε όταν συνώδευε άρρωστο.

Αλλά ας δώσουμε πάλι το λόγο για την αφήγηση στον ευλαβή γερο-Στέλιο Μιχαηλίδη.
«Η εικόνα ήταν μόνιμα τοποθετημένη στο τέμπλο μέσα σε κουβούκλιο, φορτωμένο από τάματα των χριστιανών. Κάθε αφιέρωμα ήταν φανερή μαρτυρία ευγνωμοσύνης για μια ευεργεσία της Αγίας Αννας. Ο άρρωστος έπαιρνε θέση καθιστός στα σκαλοπάτια του σωλέα ή του δεσποτικού. Την ώρα πού διαβαζόταν ο αγιασμός ο ιερεύς έπαιρνε την εικόνα από το κουβούκλιό της και την έστηνε όρθια στην αγκαλιά του άρρωστου. Η εικόνα άλλοτε γινότανε βαριά και άλλοτε ελαφριά. Έκανε κινήσεις επάνω στο σώμα του αρρώστου. Τον γκρέμιζε κάτω ύπτιον, ανέβαινε στο κεφάλι του και έκανε στροφές σαν προπέλα, κατέβαινε πάλι στα γόνατα. Σήκωνε τον άρρωστο όρθιο, ανέβαινε στην αγκαλιά του και τον οδηγούσε έξω από το Ναό. Ο κόσμος άνοιγε δρόμο, «έρχεται, έρχεται…».

Σήμαιναν οι καμπάνες τότε. Του έκανε γύρους στην αυλή. Τους βαριά αρρώστους τους πήγαινε στη θάλασσα, στα πατητά νερά και στα άπατα. Ανέβαινε στο κεφάλι του οριζόντια κι έκανε βουτιά στον άρρωστο μέσα στο νερό. Αλλες φορές έπλεε οριζόντια και ο άρρωστος πιανότανε με τα χέρια του από την εικόνα. Ο ιερεύς συνοδευόμενος, ακολουθούσε στη θάλασσα την εικόνα με βάρκα. Μετά απ αυτό έβγαινε έξω ο άρρωοτος βρεγμένος, με την εικόνα στην αγκαλιά, θεραπευμένος. Πήγαιναν στην εκκλησία και συνεχιζόταν ο αγιασμός. Όσο νερό τυχόν έπινε ο άρρωστος το έκανε εμετό.

»Ιερείς τότε ήταν εκεί ο π. Αντώνιος Παπαντωνίου από τα Σκουπιά. Ευλαβής ιερεύς, μεγαλοπρεπής στην εμφάνιση με ωραία φωνή. Πολύτεκνος, είχε οκτώ παιδιά. Πριν απ αυτόν ήσαν εκεί ιερείς δυο ιερομόναχοι ο π. Σαμουήλ και ο Χατζήπαπας. Ετελείωσαν εκεί τη ζωή τους και τους ενταφίασαν στον περίβολο του Αϊγιώργη πού ήταν ο ενοριακός Ναός του Βόρι. Στο διωγμό του 1914 υπηρέτησε και ο παπα-Ηρακλής από τα Ρόδα. Κοντός στο ανάστημα, αλλά ευλαβέστατος, εκλεκτός ιερεύς. Στο χωριό μας κανείς δεν κατάκρινε ιερέα. Δεν έδιδαν βέβαια αφορμές αλλά και ο λαός τους σεβόταν βαθειά. Υπήρχε επίσης πολύς σεβασμός στις διατάξεις της Νηστείας. Η βλαστήμια ήταν άγνωστη συνήθεια στο χωριό μας. Όταν ήρθαμε εδώ κι ακούσαμε τις τόσο πολλές και βαριές βλαστήμιες από τους εντόπιους μάς φαινόταν βαρύ και περίεργο φαινόμενο. Νομίζαμε πώς δεν είναι χριστιανοί αυτοί, νομίζαμε πώς είναι Τούρκοι και δεν το πιστεύαμε όταν μας έλεγαν πώς είναι χριστιανοί βαφτισμένοι.

»Την πήρα κι εγώ την Αγία Αννα στην αγκαλιά μου μια φορά για ευλογία. Έβαλα βουλή να μην καθήσω κάτω, ούτε να ξαπλωθώ, αλλά να την κρατήσω όρθιος στην αγκαλιά μου. Η Αγία Αννα όμως δεν το παραδέχτηκε έτσι και με γκρέμισε κάτω, ήθελα δεν ήθελα. Έτσι με δίδαξε να είμαι ταπεινός και να μην εμπιστεύομαι στη δύναμη των χεριών μου, αλλά στην πρόνοια του Θεού.

»Πέρυσι (1982) πήγα στην πατρίδα. Νοσταλγούσα να ιδώ. Όλα ρήμαξαν. Τίποτε δεν υπάρχει από το παληό χωριό. Εκεί πού ήταν η εκκλησία της Αγίας Αννας τώρα είναι οικόπεδο».
Παρόμοιες διηγήσεις για τα όσα θαύματα γίνονταν στο προσκύνημα του Βόρι από την Αγία Αννα έχω ακούσει από πολλούς παληούς Βορινούς· από τον Παναγιώτη Κριβέρη, τον Χαραλάμπη Καρακώστα, το Χρήστο Μαστροκυριάκο, τον Πάνο Ελευθεριάδη, το Σταύρο Γρηγορίου, τη Βενετία Τίντα, τη Μαρία την προεδρίνα κ.ά.
Ζωηρή είναι πάντα η σφραγίδα της ευλάβειας και της αγάπης των Προικονησίων και ιδιαίτερα των Βορινών για την ιερή εικόνα της Αγίας Αννας. Τα αισθήματα αυτά μεταδίδονται και στα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Την είχαμε Γιατρό, λέγουν.

Ακόμη και οι Τούρκοι είχαν ευλάβεια στην Αγία Αννα εκεί στην πατρίδα.
Το προσκύνημα στο Βόρι το διοικούσε μία Επιτροπή από Βορινούς. Με τα έσοδα τα οποία συγκεντρώνονταν σε σημαντικό ποσό μπορούσαν να επιτελούν ένα έργο θρησκευτικό και κοινωνικό. Δαπανούσαν για τη λειτουργία του προσκυνήματος. Πλήρωναν τους μισθούς των ιερέων-εφημερίων, οι οποίοι, στις περισσότερες περιπτώσεις ήσαν δυο και όχι ένας.

Πλήρωναν δάσκαλο και συντηρούσαν το Δημοτικό σχολείο του χωριού, του οποίου το κτίριο ήταν στην άκρη της πλατείας κοντά στην Αγία Αννα. Αντιμετώπιζαν επίσης άλλες έκτακτες ανάγκες. Τελευταία, πριν από το διωγμό εσχεδίαζαν να οικοδομήσουν μεγαλοπρεπή ιερό Ναό και χώρους εξυπηρετικούς για το προσκύνημα. Είχαν μεταφέρει, και πέτρα για το σκοπό αυτό, ήρθε όμως η συμφορά και όλ αυτά έμειναν σχέδια. Στο ερώτημα, τί έγιναν τα πολλά και πολύτιμα τιμαλφή πού ήταν φορτωμένο το κουβούκλιο της Αγίας Αννας, η Βενετία Τίντα μας πληροφορεί τα εξής: Στο διωγμό του 1914 η Επιτροπή, για να μή συμβεί οτιδήποτε άλλο με το μεγάλο αυτό θησαυρό, αποφάσισέ να τα μοιράσει τότε στους χριστιανούς του Βόρι. Έγινε τότε καταγραφή και στη συνέχεια απονομή ανάλογα στον καθένα. Έτσι στο διωγμό του 1922 η εικόνα δεν είχε παρά ελάχιστα αφιερώματα.

Το βαρύ σύννεφο της Μικρασιατικής καταστροφής πλησίαζε να σκεπάση το νησί τους. Τα όσα μάθαιναν για την υποχώρηση του ελληνικού στρατού, για τις σφαγές των Τούρκων πάγωναν τις καρδιές των Προικονησίων και όλοι έσπευδαν να φύγουν όπως όπως. Έφευγαν καϊκιές-καϊκιές, βιαστικά, μή φτάσουν οι Τούρκοι. Έπαιρναν από τα υπάρχοντά τους ό,τι πολύτιμο μπορούσαν να πάρουν.

Ο Κώστας Μαστροκυριάκος ήταν αναγνώστης στην Αγία Αννα. Με τους επιτρόπους πήγαν να σηκώσουν τα κειμήλια της Αγίας Αννας. Βρήκαν να λείπη η εικόνα. Ανοιχτή όπως ήταν η εκκλησία και προσκυνούσαν «οι φεύγοντες» πήραν την εικόνα και την έβαλαν στο καΐκι.
Μάζεψαν τότε όλα τα άλλα ιερά σκεύη, τα άγια δισκοπότηρα, τα ιερά Ευαγγέλια, τα ασημένια εξαπτέρυγα, τα εκκλησιαστικά βιβλία και ό,τι άλλο, με τα οποία γέμισαν ένα μεγάλο μπαούλο.

Όπου και να πάμε, έλεγε ο αναγνώστης, θα μπορούμε να τελέσωμε λειτουργία. Όλα τα έχομε.
Σκόρπισαν σαν τα κυνηγημένα πουλιά. Έφευγαν όπως μπορούσε ο καθένας. Κοντινός σταθμός ήταν η Λέσβος. Μερικοί έμειναν εκεί, οι άλλοι, ο κύριος όγκος οδηγήθηκε στο Αίγιο. Η εικόνα της Αγίας Αννας έμεινε στη Μήθυμνα (Μόλυβος) της Λέσβου. Το μπαούλο με τα άλλα σκεύη μεταφέρθηκε στο Αίγιο.

Είχαν την εντύπωση ότι σύντομα θα ξαναμαζεύονταν στο χωριό τους. Δεν μπορούσαν να χωνέψουν ότι θα έμεναν για πάντα πρόσφυγες. Κρυφή και θερμή ελπίδα είχαν ότι τα πράγματα θα άλλαζαν και θα γύριζαν στην πατρίδα. Στις προπόσεις τους μόνιμη ευχή ήταν «καλή πατρίδα». Τα πράγματα όμως 62 χρόνια τώρα δεν επέτρεψαν στο όνειρο να γίνει πραγματικότης.

Εδώ στη νέα πατρίδα, στο Αίγιο αγωνίσθηκαν σιγά-σιγά να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους. Μια από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν να κάμουν το κέντρο των συνάξεων και της λατρείας του Θεού, να στήσουν την εκκλησία τους. Μπόρεσαν τότε, με τις λίγες δυνάμεις πού είχαν, να στήσουν μια ξύλινη εκκλησία· την αφιέρωσαν στην Αγία Αννα. Το μπαούλο με τα σκεύη δόθηκε από τον Ανδριώτη (Γούτση) στο Συμβούλιο της Αγίας Αννας. Στη συνέχεια Προικονήσιοι από άλλα χωριά έφεραν και άλλα ιερά κειμήλια και κυρίως άγιες εικόνες. Αργότερα τη θέση της ξύλινης εκκλησίας την πήρε ο σημερινός μεγαλοπρεπής Ναός, τον οποίον ύψωσε η ευλάβεια των προσφύγων.

Απολείπεται τώρα να έλθη στο Ναό της η θαυματουργός εικόνα της Αγίας Αννας. Να έλθη η χάρη της κοντά οτό λαό της. Αυτός ο ερχομός είναι ζωηρή επιθυμία και απαίτηση αυτού του λαού. Σήμερα στο Μόλυβο έχουν απομείνει μόνο πέντε οικογένειες Βορινών, ενώ στο Αίγιο, εκτός από τις 150 οικογένειες Βορινών, κατοικούν και άλλες 500 οικογένειες Προικονησίων. Η Αγία Αννα, φωνάζουν, δεν πρέπει να φιλοξενείται άλλο στο Ναό του Αγίου Παντελεήμονος Μηθύμνης (Μόλυβο Λέσβου), αλλά να έλθη στο Ναό της, αφού δεν σήμανε ακόμα η ώρα να ξαναγυρίση στο Βόρι. Ο Ναός στο Αίγιον είναι έτοιμος και ο λαός των τριών χιλιάδων Προικονησίων ζητεί να του δοθή το ιερόν αυτό σέβασμα πού έχει δεθή με τη λατρεία και τη ζωή των πατέρων του.

Αναρίθμητα είναι τα θαύματα τα οποία η χάρη της επιτελούσε στο προσκύνημα του Βόρι, πολλά επίσης έγιναν και στον Ναό της εδώ στο Αίγιον. Μερικά απ αυτά συγκεντρώθηκαν από ευλαβή πρόσωπα και το υλικό αυτό, με χωρίς επεξεργασία, το εξέδωσε το 1980 ο αείμνηστος ιεροκήρυξ Δημήτριος Παναγόπουλος με τίτλο «Αγία Αννα και θαυματόβρυτος αυτής εικών». Επειδή πολλοί ζητούσαν αυτό το βιβλίο με τα θαύματα της Αγίας Αννας χρειάσθηκε να κάμωμε επανέκδοση.

Έτσι αποφασίσαμε να συλλέξωμε υπεύθυνα το υλικό αυτών των διηγήσεων, από τα ίδια τα πρόσωπα τα οποία έζησαν τα γεγονότα των θαυμάτων, όσα βεβαίως ζούν ακόμη. Λυπούμεθα πού η προσπάθεια της συλλογής αυτού του υλικού δεν έγινε ενωρίτερα, όταν ζούσαν οι παλαιοί πρόσφυγες, οι οποίοι φεύγοντας άφησαν στα παιδιά τους την βεβαιότητα για τα πολλά θαύματα πού γίνονταν από την Αγία Αννα, πήραν όμως μαζύ τους τα συγκεκριμένα περιστατικά με τη ζωντάνια και τη χάρη και τις λεπτομέρειες, τα οποία ομιλούν με μεγαλύτερη δύναμη και ικανοποιούν τον ευλαβή αναγνώστη.

Συγκεντρώθηκαν όμως από τον γράφοντα στο παρόν, με έλεγχο και προσοχή, αρκετά περιστατικά. Συγκεντρώθηκαν σαράντα περίπου θαύματα της Αγίας Αννας τα οποία μάς αξιώνει τώρα η χάρη της να τα εκδόσωμε. Δεν γράφομε τίποτε δικό μας, μεταφέρομε αυτούσιες τις διηγήσεις. Δεν ομιλούμε εμείς, ομιλεί η Αγία Αννα με τις ευεργεσίες της, με τα γεγονότα και πιστεύομε πώς αυτή η φωνή έχει ιδιαίτερη πειστικότητα και δύναμη να στερεώνη την ορθόδοξη πίστη μας, να θερμαίνη την ευλάβεια προς τους Αγίους και να πληροφορή ότι οι Άγιοι της θριαμβευούσης Εκκλησίας με τη δόξα και τη χάρη τους είναι πλησίον μας και συμπαρίστανται στις θλίψεις και στους αγώνες μας.
Το δεξιό πόδι της Αγίας Αννας, μυροβόλον και πλήρες χάριτος, μετεκομίσθη τον Φεβρουάριο του 1981 από την Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους διά προσκύνημα στο Αίγιον.

Θαύματα στο Βόρι
Θαύμα 1ον

Ήταν στα 1900 πού συνέβη το γεγονός. Η σύζυγος του Αυγερινού Βουτσά Αγλαΐα, το γένος Αλεξίου Σκαμνά από την Αρτάκη, βρέθηκε βαριά άρρωστη. Οι Γιατροί δεν εύρισκαν καμιά αρρώστεια. Τότε η μητέρα της, πού είχε πίστη στη θαυματουργό χάρη της Αγίας Αννας, την έφερε στο προσκύνημά της στο Βόρι. Έμεινε εκεί επί 40 ημέρες, με νηστεία και προσευχή. Ο ιερεύς έκανε εξορκισμούς. Την ώρα του αγιασμού συνειθιζόταν να κρατά ο άρρωστος την εικόνα στην αγκαλιά του. Αυτό έκανε και η άρρωστη Αγλαΐα. Την τελευταία ημέρα, κατά τη ώρα του αγιασμού, η εικόνα πού κρατούσε στην αγκαλιά της την πήρε με μια αόρατη δύναμη και την πήγε στη θάλασσα. Εκεί τη βούτηξε τρεις φορές μέσα στο νερό. Μετά απ αυτό έκανε εμετό και ύστερα ένιωσε θεραπευμένη. Από τότε έζησε με υγεία και πέθανε στο Αίγιο σε ηλικία 95 χρονών.

Θαύμα 2ον
Από την Αρτάκη της Μικράς Ασίας ήρθε στην Αγία Αννα στο Βόρι κάποια κυρία, το επώνυμο Γρηγορέλια. Είχε αρρωστήσει από ψυχοπάθεια. Έμεινε στο Προσκύνημα επί 40 ημέρες με νηστεία και προσευχή. Ο ιερεύς διάβαζε αγιασμό κάθε ημέρα και εξορκισμούς, όπως συνειθιζόταν. Πολλές φορές η αγία εικόνα πήγαινε την άρρωστη μέσα στη θάλασσα. Έκανε ένα κύκλο στο νερό χωρίς να βουλιάζει και πάλι την έφερνε στη στεριά. Μετά τις 40 ημέρες έγινε τελείως καλά και γύρισε στο σπίτι της.

Θαύμα 3ον
Ο Φώτης Μάντικας πρόσφυγας στο Αίγιο διηγείται τα εξής:

«Το Μάη του 1910 ευρέθηκα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί αρρώστησα. Οι δικοί μου με πήγαν στο Νοσοκομείο του Μπαλουκλή. Οι γιατροί μετά τις εξετάσεις κάλεσαν τη μητέρα μου και της είπαν ότι η αρρώστεια μου ήταν μηνιγγίτιδα και ότι δυστυχώς δεν γίνομαι καλά. Απελπισμένοι οι δικοί μου με έφεραν στο Πασαλιμάνι, στο χωριό μας για να πεθάνω στο σπίτι μας. Η μητέρα μου, πού πίστευε και σεβόταν την Αγία Αννα, εζήτησε τη χάρη της για το παιδί της. Ήταν βαριά η κατάστασή μου και ήταν αδύνατο να μετακινηθώ, γι αυτό έστειλε δυο καλούς ανθρώπους δικούς μας, το Βαγγέλη Καβούνη και το Δημήτρη Λούη να φέρουν από το Βόρι την εικόνα. Εγώ από πολλές ημέρες είχα χάσει τη φωνή μου, ήμουν μουγγός, τη στιγμή όμως πού οι άνθρωποί μας πάτησαν με την εικόνα στο κατώφλι του σπιτιού μας έβαλα μια φωνή· «Μάνα μια γυναίκα ήρθε και μου χαϊδεύει το κεφάλι». «Η Αγία Αννα είναι, παιδί μου, θα σε κάμη καλά». Ανοιξα τα μάτια μου πού ήταν ημέρες κλειστά κι άκουσα την εικόνα πού χτύπησε σαν καμπανάκι τρεις φορές. Ήρθε στη συνέχεια και ο ιερεύς του χωριού και έψαλε αγιασμό. Όλοι είχαν συγκινηθή και ιδιαίτερα η μητέρα μου, η οποία με θέρμη παρακαλούσε την Άγια Αννα να μου χαρίση τη ζωή. Το θαύμα έγινε, σιγά-σιγά βελτιώθηκε η υγεία μου. Έγινα τελείως καλά και ζώ μέχρι σήμερα πού είμαι 77 ετών (1968) με παιδιά κι εγγόνια».

Θαύμα 4ον
Η Κατερίνα Χατζηλία από το Πασαλιμάνι κυριεύθηκε από δαιμόνιο. Τίποτε δεν τη συγκρατούσε την ώρα πού πάθαινε κρίση. Στην Αγία Αννα πού την έφεραν την είχαν δέσει γερά με αλυσίδες. Οι δικοί της έμειναν κοντά της με προσευχή και νηστεία. Μετά τις 40 ημέρες έφυγε θεραπευμένη.

Θαύμα 5ον
Μια νέα κόρη, ανύπαντρη από την Αρτάκη ονομαζόμενη Βασιλική κυριεύθηκε έξαφνα από δαιμόνιο. Οι Αρτακηνοί είχαν παράδοση να καταφεύγουν στη χάρη της Αγίας Αννας στις αθεράπευτες αρρώστειες. Έφεραν και τη Βασιλική δεμένη με σκοινιά. Πολλές φορές όμως εκείνη έκοβε τα σκοινιά με δύναμη ασυνήθιστη και έτρεχε να εξαφανισθή· γι αυτό την κρατούσαν πάντα δεμένη με επιτήρηση. Οι δικοί της έμειναν εκεί προσευχόμενοι επί 40 ημέρες. Επειδή η χάρη της δεν απάντησε με τις 40 ημέρες έμειναν και δεύτερο σαρανταήμερο. Μετά από τις 80 ημέρες ελευθερώθηκε η κόρη από την τυραννία του ακαθάρτου Πνεύματος και γύρισε με φρόνηση και υγεία στο σπίτι της.

Θαύμα 6ον
Η γυναίκα του Παναγή Κουταλιανού του γνωστού πρωτοπαλαιστή καταγόταν από την Αρτάκη. Αιφνίδια κυριέθηκε από δαιμόνιο. Οι δικοί της κατέφυγαν στο ιατρείο της Αγίας Αννας. Έμειναν εκεί με την άρρωστη 40 ημέρες προσευχόμενοι με νηστεία. Η άρρωστη ελευθερώθηκε, έγινε εντελώς καλά και ζεί μέχρι σήμερα.

Θαύμα 7ον
Από το Μαρμαρά είχαν φέρει στην Αγία Αννα έναν τρελό για να γίνη καλά. Είχε τρέλα, μεγάλης μορφής. Οι δικοί του κινδύνευαν κοντά του. Πολλές φορές είχε βουτήξει τη μητέρα του στη θάλασσα με κίνδυνο να την πνίξη. Την ώρα πού ο ιερεύς έψαλλε αγιασμό, ο άρρωστος κρατούσε κατά τη συνήθεια την εικόνα στην αγκαλιά του. Σε μια περίπτωση η εικόνα έφυγε από την αγκαλιά του και στάθηκε οριζόντια στο κεφάλι του. Με αόρατη δύναμη ο άρρωστος προχώρησε προς τη θάλασσα με την εικόνα στο κεφάλι του. Καθώς προχωρούσε έτυχε να βρεθή στο δρόμο του ένας Τούρκος. Στον Τούρκο φάνηκε αστείο ό,τι γινόταν και είπε περιφρονητικά:
-Έχουν οι Γκιαούρηδες ένα ξύλο και τους χτυπά. Την ίδια στιγμή έφυγε η εικόνα από τον άρρωστο κι έπεσε επάνω στον Τούρκο, ο οποίος διαλύθηκε από το φόβο του και εκραύγασε με δυνατή φωνή:

-Σε πιστεύω και σε προσκυνώ, Αγία Αννα, ήμαρτον, συγχώρησέ με.
Μετά το περιστατικό αυτό γεμάτος συντριβή ο Τούρκος συμβουλευόταν τον ιερέα τί αφιέρωμα ήταν καλό να φέρη στη χάρη της. Το περιστατικό μίλησε στην καρδιά του, έφερε βαθειά μεταβολή κι απεφάσισε να δεχθή το άγιο Βάπτισμα και να γίνη χριστιανός. Αλλά και ο άρρωστος από το Μαρμαρά έφυγε θεραπευμένος από τη χάρη της μεγαλόχαρης μητέρας της Θεοτόκου.

Θαύμα 8ον
Από το χωριό Γωνιά ήλθε στο προσκύνημα τη Αγίας Αννας κάποιος παράλυτος, ο οποίος περπατούσε με δυσκολία πολλή, χρησιμοποιώντας πατερίτσες. Το όνομά του Γιώργος. Έμεινε 40 ημέρες με νηστεία και προσευχή και στο τέλος έφυγε υγιέστατος. Για να ευχαρίστηση την ευεργέτιδά του Αγία Αννα εχάρισε ένα βαρέλι γεμάτο λάδι μαζύ με την ευλάβεια και τις εκδηλώσεις της ευγνωμοσύνης του.

Θαύμα 9ον
Στα Ρόδα της Μικράς Ασίας μια κόρη είχε μείνει παράλυτη. Απελπισμένη όπως ήταν από τα ανθρώπινα μέσα κατέφυγε διά της προσευχής της στο Θεό. Στη θλίψη θυμάται περισσότερο ο άνθρωπος τον Θεόν του «Κύριε εν θλίψει εμνήσθημέν σου», σημειώνει η Αγία Γραφή. Από διάφορες διηγήσεις, είχε ακούσει και θαύματα της Αγίας Αννας, πού έκανε με την θαυματουργό εικόνα της στο Βόρι. Έτσι παρακινήθηκε στο να παρακαλή προσευχομένη με περισσότερη θέρμη την θεοπρομήτορα και να ελπίζη στη χάρη της.

Ένα απόγευμα μετά την προσευχή της όπου και πάλιν παρακάλεσε με θέρμη και δάκρυα τη Γιαγιά του Χριστού, καθώς ήταν καθηλωμένη στο κρεββάτι της αρρώστειας σε κατάσταση «εγρηγόρσεως», από το παράθυρό της πού έβλεπε προς τη θάλασσα είδε να έρχεται μια γυναίκα μαυροφορεμένη με μια βάρκα. Αραξε η βάρκα και η αριστοκρατική και σεμνή εκείνη γυναίκα κατέβηκε και προχώρησε προς το σπίτι της. Πλησίασε, ήλθε κοντά της.
-Είμαι η Αννα, της είπε, πού όλο με φωνάζεις, αλλά στο σπίτι μου δεν έρχεσαι. Τί με θέλεις;
-Παράλυτη είμαι, ακίνητη, καθηλωμένη, την υγειά μου θέλω, απάντησε η κόρη.
-Για να σου χαρίσω την υγεία πρέπει να με επισκεφθής στο σπίτι μου, είπε. Έκαμε μεταβολή, ξαναμπήκε στη βάρκα κι έφυγε κατά το Βόρι.
Η άρρωστη με τη βοήθεια των ιδικών της μεταφέρθηκε στο Προσκύνημα. Έμεινε εκεί μερικές ημέρες προσευχομένη κι έφυγε υγιέστατη.

Θαύμα 10ον
Μια γυναίκα από την Αρτάκη αρρώστησε μαζύ με το παιδί της. Είχαν γυρίσει παντού όπου μπορούσαν σε γιατρούς και σε προσκυνήματα. Ήλθαν και στην Αγία Αννα. Το παιδί είχε ντυθή καλογεράκι. Έμειναν στο Προσκύνημα με προσευχή και νηστεία 40 ημέρες. Καθημερινά γινόταν στο όνομά τους θεία λειτουργία και αγιασμός. Την 40η ημέρα τη στιγμή του αγιασμού, καθώς οι άρρωστοι ήσαν καθιστοί δίπλα-δίπλα και κρατούσαν, κατά τη συνήθεια, στην αγκαλιά τους την εικόνα, η Άγια Αννα έκαμε το θαύμα της. Η εικόνα άρχισε να κινείται, σε όλο το σώμα τους, ύστερα στάθηκε οριζόντια στο κεφάλι της άρρωστης και στριφογύριζε σαν προπέλα. Αόρατη δύναμη στη συνέχεια πήρε την άρρωστη και την έβγαλε έξω από την Εκκλησία με κατεύθυνση προς τη θάλασσα. Το παιδί ακολουθούσε. Μόλις πάτησε το πόδι της η άρρωστη στη θάλασσα, τράβηξε το παιδί της μπροστά. Το βούτηξε τρεις φορές μέσα στη θάλασσα και μετά το άφησε. Όταν γίνονταν αυτές οι σκηνές, ήσαν πολλοί εκεί μαζεμένοι και ακολουθούσαν. Μερικοί έτρεξαν και έβγαλαν το παιδί από το νερό. Η εικόνα στη συνέχεια είχε απλωθή οριζόντια στη θάλασσα, η δε άρρωστη κρατιόταν απ αυτήν. Της έκαμε τρεις γύρους μέσα στη θάλασσα και την έβγαλε έξω όρθια. Η γυναίκα με την εικόνα στο κεφάλι πατώντας στη στεριά έκαμε εμετό, κι έβγαλε ένα πράγμα άσχημο από μέσα της. Ξαναγύρισαν στην Εκκλησία, με την εικόνα στο κεφάλι.

Ετελείωσε και ο αγιασμός πού είχε διακοπή. Πήραν την εικόνα από την άρρωστη και την έβαλαν στη θέση της. Από τότε έμεινε υγιής και αυτή και το παιδί της και δόξαζαν με ευγνωμοσύνη την Αγία για την ευεργεσία της.

Θαύμα 11ον
Δυο Τούρκοι ψάρευαν στην παραλία κοντά στο Προσκύνημα της Αγίας Αννας. Ο ένας λεγόταν Ναζιφάκης. Είδαν τότε την εικόνα να πηγαίνει, όπως έκανε τις περισσότερες φορές, έναν άρρωστο στη θάλασσα και να περνάη δίπλα τους. Τους φάνηκε όχι απλώς παράξενο, αλλά αστείο, ό,τι έβλεπαν να γίνεται και ειρωνεύθηκαν.
-Έχουν, είπε ο Ναζιφάκης, οι Γκιαούρηδες δυο τάβλες καρφωμένες σ έναν τσίγκο και χτυπάνε και κοροϊδεύουν τον κόσμο.
Αστραπηδόν όμως έφυγε η εικόνα από τα χέρια του αρρώστου κι άρχισε να χτυπάη τον Τούρκο. Το κορμί του γέμισε πληγές. Οι Τούρκοι έμειναν κατάπληκτοι από το γεγονός. Ο Ναζιφάκης ταπεινωμένος και μετανοιωμένος προσκύνησε την Αγία Αννα μέσα από τη βάρκα του. Ζήτησε συγχώρηση και έκαμε και το τάμα του.

Έταξε να φέρνη κάθε χρόνο ένα δοχείο λάδι στη γιορτή της. Το κορμί του όμως αν και περνούσαν οι ημέρες έμενε με τις πληγές αγιάτρευτες. Μή μπορώντας να φέρη μόνος του το τάμα στην Αγία Αννα, τόδωσε σε μια χριστιανή να το πάη και συγχρόνως την παρακάλεσε να του φέρη και αγιασμό να βάλη στις πληγές του. Η χριστιανή πήγε το λάδι, αλλά αγιασμό δίσταζε να του φέρη. Φοβόταν μήπως τον βεβηλώση ο αλλόπιστος. Αντί αγιασμού του πήγε λίγο νερό από το πηγάδι πού βρισκόταν στην αυλή της Εκκλησίας. Ο Τούρκος το πήρε πιστεύοντας ότι είναι αγιασμός. Το έβαλε στις πληγές του και θεραπεύθηκαν. Δεν ξεχνούσε όμως ποτέ κάθε χρόνο στη γιορτή της Αγίας Αννας να φέρνη το τάμα του.

Θαύμα 12ον
Ο Ευστράτιος Μαμαλούγκος κάτοικος Αιγίου (Χρυσοστ. Σμύρνης 14) διηγείται τα εξής:
«Στο χωριό μας, Σκουπιά Προικονήσου, ήμουν τότε σε ηλικία 19 ετών, συνέβη το εξής θαύμα της Αγίας Αννας. Η πρώτη εξαδέλφη μου Κυριακή Καπάνταη, ηλικίας τότε 20 ετών, είχε αρρωστήσει βαριά. Επί δυο χρόνια ήταν καθηλωμένη στο κρεββάτι. Στην καρέκλα δεν μπορούσε να καθήση, την τάιζαν με το κουταλάκι. Μια γερόντισσα πού έμενε στην άκρη του χωριού άκουσε μερικές γυναίκες πού συζητούσαν.

Εκείνη, έλεγαν, η κόρη της Αργυρώς δεν λέει να γίνη καλά. Από το λόγο αυτόν παρακινούμενη η γερόντισσα επισκέφθηκε την άρρωστη στο σπίτι της. Την είδε, πόνεσε η καρδιά της και είπε στους δικούς της:
-Να την πάτε στη χάρη της Αγίας Αννας. Τώρα πλησιάζει και η γιορτή της, να την πάτε θα γίνη καλά.
-Πώς να την πάμε; Δεν σηκώνεται.
-Θα ευρεθή τρόπος. Να την βάλλετε, συνέστησε, σ ένα γαϊδουράκι με δυο μαξιλάρια και να την κρατούν δυο άνθρωποι δεξιά αριστερά.
Αποφασίσαμε, την πήγαμε μ αυτό τον τρόπο στην Αγία Αννα, την ημέρα πού πανηγύριζε (25 Ιουλίου).
Ήρθε η σειρά της να γίνη αγιασμός γι αυτήν. Της βάλανε την εικόνα στην αγκαλιά, ενώ αυτή ήταν καθιστή κάτω και της κρατούσαν και το κεφάλι, γιατί δεν μπορούσε να στερεωθή.

Τότε γίνεται το θαύμα. Η άρρωστη πού δεν περπατούσε σηκώθηκε ορθή και περπατούσε προς τη θάλασσα μαζύ με την εικόνα. Περπάτησε αρκετό διάστημα στην παραλία μέχρι πίσω από μια μεγάλη πέτρα και επέστρεψε πάλι στην Εκκλησία. Έφυγε μετά την πανήγυρη εντελώς καλά και γύρισε περπατώντας με τα πόδια στο σπίτι της. Ζεί μέχρι σήμερα (1983) σαν πιστή χριστιανή με παιδιά κι εγγόνια στο Αίγιο».

Θαύμα 13ον
Η Αικατερινα Κριβέρη, από το χωριό Βόρι, πρόσφυγας στο Αίγιο, διηγείται τα εξής (έτος 1979):
«Όταν ήμουν 12 ετών η μητέρα μου Θεοφιλία αρρώστησε βαριά από τύφο. Ο πατέρας μου επειδή ήταν τεχνίτης βαρελιών συνέβη, όπως πολλές φορές γινόταν, να λείπη για δουλειά στα Ρόδα της Μικράς Ασίας.

Στη δύσκολη αυτή κατάσταση πού βρέθηκα, πήγα και ζήτησα από το θείο μου το μπαρμπαΓιάννη το θαλασσινό να μιλήση στον ιερέα για την απελπιστική κατάσταση της μητέρας μου. Παρακάλεσα να μάς φέρουν την αγία εικόνα. Τον πατέρα μου τότε ήταν πολύ δύσκολο να τον ειδοποιήσω. Η χάρη της ήλθε στο σπίτι μας. Εβάλαμε την εικόνα πίσω από το κρεββάτι της άρρωστης μητέρας μου, η οποία είχε πέσει σε κώμα.
Επί τρία η μερόνυχτα έμεινα μόνη μου, τις περισσότερες ώρες γονατιστή, μπροστά στην εικόνα. Δεν θυμούμαι να σταμάτησε το δάκρυ από τα μάτια μου. Τα μεσάνυχτα της τρίτης ημέρας είχα από την ταλαιπωρία και την αϋπνία ελαφρά αποκοιμηθή. Ακουσα τότε μια μεγάλη βροντή και δυνατό σεισμό. Ξύπνησα, πετάχθηκα ορθή. Είδα τότε, όπως βρέθηκα ορθή, την αγία εικόνα να λάμπη σαν ήλιος και να σημαίνη σαν γλυκεία καμπάνα τρεις φορές. Γέμισε η ψυχή μου από συγκίνηση, γονάτισα να δοξολογήσω. Η καρδιά μου πλημμύρισε από ελπίδα. Ύστερα από αρκετή ώρα ξανακοιμήθηκα. Στον ύπνο μου άκουσα καθαρά τα λόγια της Αγίας Αννας:
-Φεύγω μή στενοχωρείσαι, η μητέρα σου θα γίνη καλά

.
Έτσι κι έγινε. Το πρωΐ της άλλης ημέρας η μητέρα ξύπνησε από το κώμα πήρε το καλύτερο και σε μια εβδομάδα είχε γίνει εντελώς καλά.
Την ίδια εκείνη νύχτα του θαύματος ο πατέρας μου στο μακρυνό χωριό, στα Ρόδα πού ήταν, είδε την Αγία Αννα στον ύπνο του, η οποία του είπε:
-Η γυναίκα σου είναι άρρωστη σοβαρά, αλλά μην ανησυχής, θα την κάνω καλά, γιατί έχεις καλή κόρη.
Αισθάνομαι όμως χρέος μου να διηγηθώ και το άλλο θαύμα πού έκαμε σ εμένα την ίδια η μεγαλόχαρη Αγία Αννα».

Θαύμα 14ον
«Ήμουν στην ηλικία των 15 ετών όταν μου συνέβη το περιστατικό πού θα διηγηθώ, αφηγείται η Αικατερίνη Κριβέρη.
Ήταν ένα Σαββατοκύριακο του δωδεκαήμερου μεταξύ Χριστουγέννων και Φώτων. Είχα λουσθή, ώστε να είμαι έτοιμη για την Εκκλησία την άλλη μέρα. Κόντευε να σουρουπώση. Έβλεπες ακόμη θαμπά και θέλησα να πεταχθώ στο σπίτι μιάς φίλης μου γειτονοπούλας. Καθώς προχωρούσα σ ένα στενωπό σούδα είδα ξαφνικά εμπρός μου ένα πανύψηλο αράπη πεντέξη μέτρα ψηλόν, να με αγριοκυτάζη με κάτι φοβερά μάτια και να απειλή να με χτυπήση μ ένα μεγάλο ραβδί πού κρατούσε στα χέρια. Γέμισα τρόμο και φρίκη από το ανύποπτο και φοβερό αυτό αντίκρυσμα. Το αίμα πάγωσε στις φλέβες μου. Έκαμα αυτόματα το σταυρό μου και φώναξα δυνατά: Παναγία μου.

Το τέρας αμέσως εξαφανίσθηκε, αλλά εγώ έπεσα κάτω αναίσθητη. Κανένας δεν με άκουσε, ούτε με είδε πού έπεσα. Επειδή άργησα να επιστρέψω, οι δικοί μου βγήκαν να με αναζητήσουν. Τελικά με βρήκε η μητέρα μου στη σούδα πεσμένη κάτω, αναίσθητη. Το πρόσωπό μου είχε παραμορφωθή τόσο, ώστε είχα γίνει αγνώριστη και προκαλούσα την αποστροφή.
Καταφυγή μας και πάλι η Αγία Αννα. Εκεί στρέψαμε την ελπίδα και την προσευχή μας. Παρακαλούσαμε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό να δεχθή την παράκληση της Γιαγιάς Αγίας Αννας και να μου δώση την υγεία.

Παρ ότι το σπίτι μας ήταν μέσα στο Βορι, η μητέρα με πήρε και κλειστήκαμε στην Εκκλησία της.
Μείναμε εκεί με νηστεία και προσευχή, επί 40 ημέρες. Ο ιερεύς κάθε ημέρα έψαλε αγιασμό και παράκληση. Μετά τις 40 ημέρες έλαβα εξ ολοκλήρου την υγεία μου και το πρόσωπό μου επανήλθε στην κατάσταση πού ήμουν πριν μου συμβή το φοβερό περιστατικό.
Στο διάστημα πού εμείναμε μέσα στην Εκκλησία, εζήσαμε τη ζωντανή παρουσία της Αγίας. Πολλές φορές εβλέπαμε τη σκιά μιάς ηλικωμένης μαυροφορεμένης γυναίκας. Αλλοτε σήμαινε σαν καμπάνα δυνατά και γλυκά η Αγία Εικόνα και τινάζονταν τα χρυσά τάματα πού ήσαν μέσα στο κουβούκλιό της. Αυτά τα ευεργετικά αλλά και υπερφυσικά περιστατικά έχουν σφραγίσει την ψυχή μου με μια ξεχωριστή ευλάβεια στην ιερά μορφή της Αγίας μας Αννας. Ελπίζω να την εύρω μεσίτην και βοηθόν και εις το φοβερόν βήμα της κρίσεως ενώπιον του Κυρίου μας».

Θαύμα 15ον
Ο Παναγιώτης Κριβέρης, ένας από τους παλαιότερους Βορινούς πού ζεί ακόμη (1984) στο Αίγιο και σε καλή υγεία, σύζυγος της Αικατερίνης Κριβέρη πού αναφέραμε ως τώρα, στρέφει με ξεχωριστή νοσταλγία τη σκέψη και τη θύμηση στην πατρίδα και αφήνει και χωρίς να θέλη να φαίνεται η ευλάβεια και η αγάπη του στην Αγία Αννα.
-Να ντή διώ (εννοεί την εικόνα) ντή Αΐα Αννα κι ας πεθάνω τότε.
Ο ευλαβής και σεβαστός Βορινός γέρων διηγείται τα εξής:

«Από νέος είχα μάθει την Τέχνη του βαρελά. Δούλευα τη δουλειά μου σε διάφορα χωριά. Κάποτε δούλευα στην Αλώνη, απέχει από το δικό μας χωριό κοντά μισή ώρα. Στην περιοχή αυτού του χωριού είχε βάλτο και οι κάτοικοι υπέφεραν συχνά από ελονοσία. Με χτύπησε κι εμένα. Στην αρχή δεν έδωσα πολλή σημασία. Συνέχισα να δουλεύω. Μου δίνανε κινίνο για να μου περάσει. Σήμερα να γίνω καλά, αύριο να γίνω καλά. Αντί για καλά χειροτέρεψα. Έπεσα στο κρεββάτι βαριά άρρωστος. Στη συνέχεια διαπιστώθηκε μαζύ με την ελονοσία και ηπατίτιδα με ίκτερο. Η κατάστασή μου έγινε κρίσιμη. Χάθηκαν οι ελπίδες να ζήσω. Ο γιατρός με ξέγραψε. Σταμάτησα να παίρνω τροφή, ούτε γάλα δεν δεχόμουν.

Στην κατάσταση αυτή βλέπω στον ύπνο μου μια σεμνή γυναίκα, ηλικιωμένη με λευκό μαντήλι στο κεφάλι. Στάθηκε μπροστά μου και με ρώτηξε:
-Τί έχεις;
-Δεν μπορώ, απάντησα. Πλησίασε κοντά μου κι ακούμπησε το χέρι της επάνω στην κοιλιά μου, η οποία από την ηπατίτιδα ήταν πρησμένη και φουσκωμένη.
-Δεν έχεις τίποτα, είπε, θα γίνης καλά. Να ρθής αύριο στο σπίτι μου.
Το πρωί διηγήθηκα στη μητέρα μου το όνειρο.

-Η Αγία Αννα ήτανε, είπε. Θα σε πάμε να προσκύνησης και να κάμουμε αγιασμό.
Πήγαμε. Στη διάρκεια του αγιασμού ήμουν καθιστός. Μου δώσανε την εικόνα στα γόνατά μου. Στην αρχή μου φάνηκε ελαφρή. Σιγά-σιγά όμως γινότανε όλο και πιο βαριά. Μου χτυπούσε το μέτωπο κι έκανε κινήσεις πέρα-δώθε πάνω στο σώμα μου. Με ξάπλωνε ύπτιο κάτω. Όλ αυτά μέχρι πού τελείωσε ο αγιασμός. Από τότε πήρα το καλύτερο. Συνέχισα όμως, ενώ οι δικοί μου νήστευαν, να πηγαίνω τακτικά επί δέκα ημέρες να προσεύχωμαι κάνοντας αγιασμό και παράκληση. Έγινα εντελώς καλά «από το θαύμα της» και ζώ μέχρι σήμερα, (1984)».

Θαύμα 16ον
Ο ίδιος, ο σεβαστός μας γερο-Κριβέρης διηγείται και το εξής φοβερό περιστατικό.
«Τότε πού πηγαίναμε επί δέκα ημέρες συνέχεια για αγιασμό στην Αγία Αννα γνωρίσθηκε εκεί η μητέρα μου με μία άρρωστη. Είχε έλθει από το χωριό Αφισιά. Είναι νησί κοντά στην Κούταλη, κι απέχει μισή ώρα με το καΐκι από το Νησί μας.

Ο άνδρας της είχε απελπισθή για τη ζωή της. Σαν Βορινός όμως εγνώριζε για τα μεγαλεία της Αγίας Αννας και κρέμασε στη χάρη της τις ελπίδες του. Έφερε τη γυναίκα του και την άφησε στην Εκκλησία και ανάθεσε τη φροντίδα της σε μια γερόντισσα συγγενή του. Θυμάμαι ότι η άρρωστη κοιμόταν μέσα στην Εκκλησία. Είχαν βάλει σανίδια στο δάπεδο κι επάνω στα σανίδια είχαν ψάθα. Αυτό ήταν το κρεββάτι της άρρωστης. Κατερίνα την έλεγαν. Συνειθιζόταν να γίνεται συντροφιά στους άρρωστους και να μή μένουν μόνοι τους. Αν συνώδευαν πρόσωπα της οικογενείας είχε καλώς, εάν όχι, τότε, χριστιανοί από το Βόρι εναλλάξ έπρεπε να συντροφεύουν τον άρρωστο και να διανυκτερεύουν μαζύ του, συγχρόνως δε ενήστευαν εκείνη την ημέρα.

Ήλθε και η σειρά της μητέρας μου να ξενυχτίση με την άρρωστη Κατερίνα με την οποία, άλλωστε γνωριζόταν. Πήρε κι εμένα μαζύ της. Επήγα με χαρά. Ήταν ευκαιρία να ευχαριστήσω την Αγ. Αννα για την ευεργεσία τη μεγάλη πού μου είχε κάμει.

Ο Επίτροπος όταν νύχτωνε κλείδωσε την πόρτα της Εκκλησίας, όπως έκανε συνήθως, κι έφυγε. Εμείς οι τρεις μείναμε μέσα. Ο Ναός φωτιζόταν μόνο με το φώς των καντηλιών και από μία λαμπάδα αναμμένη. Η μητέρα είχε πιάσει κουβέντα σιγανή με την Κατερίνα. Εγώ είχα σταθή παραπέρα όρθιος σ ένα στασίδι κι έκανα προσευχή. Η ώρα θα ήταν περίπου εννιά. Ένας δυνατός θόρυβος με έκαμε να γυρίσω προς την πόρτα. Ακουσα σά να μπαίνη κλειδί και να γυρίζη την κλειδαριά τρεις φορές κράκ, κράκ, κράκ. Περίμενα ν ανοίξη η πόρτα, αλλά δεν άνοιξε. Μπήκε όμως μέσα χωρίς ν ανοίξη η πόρτα μια γυναίκα μεγαλόπρεπη. Μέτριο ανάστημα, λίγο γεμάτη.

Φορούσε από μέσα πράσινο φόρεμα μακρύ κάτω-κάτω κι απέξω ράσσο μαύρο. Φορούσε πράσινα πασουμάκια και στο κεφάλι είχε μαντήλι με το χρώμα του βερύκοκου. Προχώρησε με γρήγορα βήματα προς το ιερό. Ακουγόταν ο θόρυβος φράστ φρούστ από το φόρεμά της στο περπάτημα. Πέρασε ακριβώς δίπλα μου. Μπήκε στο ιερό και μετά ακούσθηκε ένα δυνατό τράνταγμα στο κουβούκλιό της πού έκαμε τα χρυσά τάματα να κουδουνίσουν. Χτυπούσε το ένα με το άλλο. Έβαλα τις φωνές. Μάνα… Μάνα, Μάνα η Αγία Αννα πέρασε, η Αγία Αννα. Οι γυναίκες γύρισαν να ιδούν, αλλά δεν πρόλαβαν. Ακουσαν όμως το τράνταγμα στο κουβούκλιό της και το θόρυβο πού έκαναν τα τάματα.

Η άρρωστη Κατερίνα κάποια ημέρα έφυγε για το νησί της εντελώς υγιής δοξολογώντας κι εκείνη την ευεργέτιδά μας Αγία Αννα».

Θαύμα 17ον
«Η Αγία Αννα, διηγείται ο Γέρο-Κριβέρης κι επιβεβαιώνουν κι άλλοι πού θυμούνται αυτήν την εποχή, όπως ο Στρατής Μαμαλούγκος και ο Στέλιος Μιχαηλίδης, η Αγία Αννα μάς έσωσε πολλές φορές από χολέρα.
Θυμάμαι τα εξής περιστατικά:

α) Η δουλειά μου ήταν βαρελάς. Έτσι γύριζα στα διάφορα χωριά και δούλευα την τέχνη μου. Χρειάσθηκε τότε στα 1916 να ταξειδέψω στο χωριό Ρόδα. Εκεί είχα αφήσει μερικά εργαλεία και ήθελα να τα πάρω. Σαν φθάσαμε με το καΐκι στο λιμάνι των Ρόδων βγήκε έξω μια βάρκα με άσπρη σημαία. Πλησίασε. Ήταν άνθρωποι του Λιμενικού.
-Απαγορεύεται να μπείτε στο λιμάνι. Επιδημία χολέρας. Μόνο γυρίστε πίσω στο Βόρι και στείλτε μας την εικόνα της Αγίας Αννας γιατί κάθε μέρα έχομε νεκρούς.
Έστειλαν την εικόνα. Όσοι πέθαναν ως τότε πέθαναν. Από τη στιγμή πού πήγε η εικόνα δεν πέθανε άλλος από λοιμική. Η χολέρα έφυγε. Πήγα κι εγώ μετά και πήρα τα εργαλεία μου.
β) Στο Βόρι ήλθε και από τη Γωνιά καΐκι με άσπρη σημαία. Η Γωνιά είναι χωριό μια ώρα δρόμο μακρυά από τα Ρόδα. Ήλθαν και πήραν την εικόνα της Αγίας Αννας γιατί είχε πέσει χολέρα. Την εικόνα την κράτησαν κάπου ένα μήνα στη Γωνιά. Η χολέρα έφυγε. Οι Γωνιώτες για να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους έφερναν στο προσκύνημα αφιερώματα και λάδι.

γ) Στα 1911 έπεσε χολέρα στο χωριό Σκουπιά. Απαγορεύθηκε η επικοινωνία με άλλα χωριά. Τους έβαλαν σε καραντίνα. Τρόφιμα έστελναν με τα καΐκια, τα οποία δεν έπιαναν σκάλα στη στεριά. Τα τρόφιμα τα πετούσαν έξω και τα παίρναμε. Από τη χολέρα πέθανε ο Σταμούλος.
Οι κάτοικοι για να γλυτώσουν εγκατέλειψαν το χωριό σκόρπισαν στα χωράφια κι έκαμαν καλύβες. Ζήτησαν να τους πάμε την Αγία Αννα. Την πήγαμε έξω από το χωριό και την παράλαβαν οι Σκουπιώτες. Υποφέρανε τότε και από ψωμί. Έτσι ο Δόξης πού ήταν Πρόεδρος στο Βόρι φρόντισε, επειδή είχε και μύλο και έστειλε τρόφιμα. Αυτόν το Δόξη τον λέγαμε και Τούρκο εξ αιτίας πού δεν νήστευε Τετάρτη και Παρασκευή. Η Αγία Αννα σταμάτησε το θανατικό στα Σκουπιά.
δ) Η χολέρα έπεσε και στο Πασαλιμάνι τότε. Πήγαμε την Αγία Αννα μέχρι τον Αι-Στράτηγο κι απ εκεί την πήραν οι Πασαλιμανιώτες με λαχτάρα γιατί εκεί είχε κάμει θραύση το θανατικό. Η Αγία Αννα σταμάτησε το κακό.

ε) Στο Βόρι δεν έπεσε χολέρα γιατί το προστάτευε η Αγία Αννα. Έμεις εκεί στο Βόρι γιατρό δεν είχαμε, γιατρό δε θέλαμε είχαμε «Ντήν Αΐα Αννα».

Θαύμα 18ον
Η Μαρία Μυλωνά, θυγατέρα του Γιωργάκη Χατζηαθανασίου από την Αρτάκη, η λεγομένη Προεδρίνα ετών σήμερα (1983) 89 διηγείται τα εξής:
«Ήμουν 18 ετών όταν συνέβη το περιστατικό. Είχαμε πάει με τη μητέρα μου την Αγγλαΐα και τον αδελφό μου Σταμάτη να προσκυνήσουμε την Αγία Αννα στο Βόρι. Είχαμε εκεί κι ένα φιλικό σπίτι, την οικογένεια Τρανού και μέναμε κάθε φορά. Τότε με άλλες κοπέλλες της ηλικίας μου πήγαμε, ένα περίπατο μέχρι τον ανεμόμυλο. Ήταν έξω από το χωριό στο δρόμο προς το Πασαλιμάνι. Καθώς παρατηρούσαμε τόνα και τ άλλο στον Ανεμόμυλο έξαφνα μου ήλθε μία ζαλάδα κι έπεσα κάτω λιπόθυμη. Στην κατάσταση αυτή έμεινα τρεις ημέρες. Ήμουν αναίσθητη. Όταν καλλιτέρεψα πήγαμε με τη μητέρα μου στην Αγία Αννα. Με έβαλαν να καθήσω στο δάπεδο της Εκκλησίας και μετά μου έφεραν την εικόνα και την έστησαν όρθια στα γόνατά μου. Ο ιερεύς έβαλε ευλογητός για τον αγιασμό.

Τότε η εικόνα με μια αόρατη δύναμη μ έσπρωξε κι έπεσα, ήθελα δεν ήθελα, κάτω ξαπλωτή. Στη συνέχεια κινήθηκε επάνω μου η εικόνα πέρα δώθε από το λαιμό μέχρι τα πόδια και ξαναγύριζε από τα πόδια στο λαιμό. Αυτό έγινε τρεις φορές. Όταν τέλειωσε ο αγιασμός, ο ιερεύς πήρε την εικόνα και μου έδωσε χέρι και σηκώθηκα. Αισθάνθηκα από τότε εντελώς καλά στην υγεία μου. Μου έδωσαν να πιώ και από το αγίασμα, το οποίο βρισκόταν δίπλα στη θέση της εικόνας, στο δάπεδο σκεπασμένο. Με το αγιασμένο αυτό νερό μετά ράντισαν το κεφάλι μου και το πρόσωπό μου. Το περιστατικό αυτής μου της αρρώστειας έγινε αφορμή να γνωρίσω περισσότερο τη χάρη της Αγίας Αννας και να καλλιεργηθή στην ψυχή μου μια ιδιαίτερη ευλάβεια και αγάπη για το ιερό της πρόσωπο, εκείνη, βέβαια πού οφείλεται στους Αγίους».

Θαύμα 19ον
Η Βασιλική, σύζυγος Νικ. Σκαμνά αδελφή της Μαρίας Μυλωνά, κάτοικος Αιγίου (Γρηγορίου Ε´ 36), διηγείται τα εξής:
«Είχα τρία παιδιά τότε στην πατρίδα (Αρτάκη). Μια ημέρα μου αρρώστησε το μεσαίο στην ηλικία, ο Ανθος. Καλώ το γιατρό, το εξετάζει.
-Μην ξοδεύεσαι, μου είπε. Το παιδί έχει μηνιγγίτιδα, σε λίγες ώρες θα πεθάνη. Και πράγματι πέθανε. Γυρίζοντας από την κηδεία βρίσκω και το άλλο παιδί, την Αναστασία μου, πεθαμένο από την ίδια αρρώστεια. Δεν το άντεξα, έπαθα ψυχικό κλονισμό. Λίγο ήθελε να χάσω ολότελα τα λογικά μου. Με πήρε τότε η μητέρα μου και με πήγε στο Βόρι στην Αγία Αννα «γιατί όλοι τσοί παθημένοι στην Αΐα Αννα τσοί πηγαίνασι». Εμείναμε μέσα στην Εκκλησία 40 ημέρες με προσευχή και νηστεία.

Λάδι μόνο το Σαββατοκύριακο. Ο ιερεύς ερχόταν κάθε ημέρα και μάς διάβαζε αγιασμό και παράκληση. Στον αγιασμό ήμουν καθιστή στο δάπεδο της Εκκλησίας και μου έδιναν την εικόνα στα γόνατά μου να την κρατώ. Στην αρχή μου φαινόταν ελαφρή σαν πούπουλο. Τις τελευταίες ημέρες αισθανόμουνα καλύτερα και μετά τις 40 ημέρες έγινα τελείως καλά. Από τότε κάθε χρόνο, όσο ήμουν εκεί στην πατρίδα, πήγαινα στο Βόρι στη χάρη της να της λέω το ευχαριστώ μου».

Θαύμα 20ον
Ο Κωνσταντίνος Καρακόπουλος από το Πασαλιμάνι διηγείται τα εξής:
«Η αδελφή μου Ελένη όταν ήταν ακόμη στην προσχολική ηλικία έξαφνα βουβάθηκε, έχασε τη μιλιά της. Οι γιατροί στους οποίους κατέφυγαν οι γονείς μου δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο και πολύ περισσότερο να δώσουν θεραπεία.

Το παιδάκ, σήκωνε το χέρι του και έδειχνε προς το Βόρι. Κατάλαβαν τί έδειχνε. Η μητέρα μου έταξε στην Αγ. Αννα και από την άλλη ημέρα κάθε πρωΐ μαζύ με το άλαλο παιδί πήγαινε στο Βόρι. Γινόταν η προσευχή και ο καθιερωμένος αγιασμός με την εικόνα και ξαναγύριζαν στο σπίτι το μεσημέρι. Μετά από μερικές ημέρες, ένα βράδυ η μητέρα μου είδε στο όνειρό της να μπαίνη στο σπίτι μας μια μαυροφορεμένη θαυμαστή γυναίκα. Πλησίασε στο κρεββατάκι της Ελένης. Στάθηκε από πάνω της και μετά έβγαλε μια χρυσή λόγχη με την οποία τη σταύρωσε στο στόμα. Έκαμε μεταβολή κι έφυγε. Την ίδια στιγμή το παιδί ξύπνησε και φώναξε:

-Μητέρα, ήρθε η Αγία Αννα, μου έδωσε τη φωνή μου. Το θαύμα είχε γίνει. Την άλλη ημέρα πήγαν στο Βόρι κι απέδωσαν την ευχαριστία τους. Το τάμα όμως δεν πρόλαβαν να το πάνε στο Βόρι γιατί έγινε ο ξεσηκωμός του 22. Το έδωσαν στο Αίγιο. Ανάμεσα στα αφιερώματα πού είναι στην εικόνα της Αγ. Αννας στο Ναό της στο Συνοικισμό Αιγίου διακρίνεται και το τάμα της αδελφής μου Ελένης. Είναι μια χρυσή γλώσσα».

Θαύμα 21ον
Ένας Τούρκος πού τον έλεγαν Έτεμ βρήκε ευκαιρία και έκλεψε ένα τραπεζομάντηλο από την Εκκλησία της Αγίας Αννας και το έκανε νυχτικό του παιδιού του. Όταν το φόρεσε το αγοράκι και ξάπλωσε να κοιμηθή, πήρε φωτιά το νυχτικό και κάηκε πάνω στο σώμα του χωρίς το ίδιο να πάθη τίποτε απολύτως. Φοβήθηκε όμως τόσο πολύ πού αρρώστησε βαριά. Η μάνα του παιδιού πήγε τότε σε μια γνωστή της χριστιανή την Ξαφένια και την παρακάλεσε να της πάη λίγο από το αγίασμα της Αγίας Αννας, μήπως και γίνη το παιδί της καλά. Η χριστιανή δυσκολεύθηκε, το θεώρησε βεβήλωση, να δώση αγίασμα στην Τουρκάλα. Σκέφθηκε όμως να της δώση αντί για άγιασμα λίγο νερό από το πηγάδι πού ήταν στο προαύλιο της Αγίας Αννας. Με το νερό η Τουρκάλα ράντισε και πότισε το παιδί της, το οποίο μετά από αυτό έγινε καλά. Από τότε το παιδί αυτό το έστελναν στο ελληνικό Σχολείο κι έκανε παρέα μόνο με χριστιανόπουλα. Σχεδίαζαν να το βαπτίσουν και να γίνη χριστιανός, αλλά δεν πρόλαβαν, γιατί ήρθε ο διωγμός.
Οι Τούρκοι στο Βόρι, πού έβλεπαν τα θαύματα της Αγίας Αννας, της είχαν μεγάλο σεβασμό. Έτσι, όταν έγινε ο πρώτος διωγμός των Ελλήνων το 1912 και φεύγοντας οι Χριστιανοί από το Βόρι έμειναν μόνο Τούρκοι, το καντήλι της Αγίας Αννας ποτέ δεν έσβυνε. Το άναβαν οι Τούρκοι.

Θαύμα 22ον
Η Μαρία χήρα Αρίστου Αριστάρχου, κάτοικος Αιγίου (Χρυσ. Σμύρνης 11) διηγείται τα εξής:
«Η μητέρα μου Αννα Γεωργίου όταν ήτο κόρη ανύπαντρη ηλικίας 30 ετών, ενώ ήτο υγιής αίφνης έπαθε παράλυση. Δεν μπορούσε να κινήση τίποτε. Εμένανε στο Βόρι και γιατρό τότε πίστευαν και είχαν μόνο την Αγία Αννα. Πήραν την άρρωστη και την πήγαν σηκωτή με το φορείο στην Αγία Αννα. Έμεινε εκεί με τη μητέρα της Μαλαματένια μέσα στην Εκκλησία με νηστεία και προσευχή. Πολλές φορές τα βράδυα, διηγείται, ακουόταν ο θόρυβος από το άνοιγμα κλειδαριάς χωρίς να άνοιγη η πόρτα και άλλοτε καταλάβαιναν το θόρυβο από τα πασουμάκια της Αγίας Αννας, πού περπατούσε χωρίς να τη βλέπουν. Και άλλοτε ακουόταν το θυμιατό πού θύμιαζε η Αγία Αννα τη νύχτα στο ιερό. Η άρρωστη τότε μητέρα μου μετά τις 40 ημέρες έγινε εντελώς καλά. Είχε πάντα μια μεγάλη ευλάβεια στην Αγία Αννα, και δεν άφηνε καμιά ευκαιρία διά να εκφράζη την ευγνωμοσύνη της».

Θαύματα στο Αίγιο
Θαύμα 1ον

Η Αννα Τσιλιμπούρη του Χαραλάμπους και της Κυριακούλας κάτοικος Αιγίου (Χρυσοστόμου Σμύρνης 6) διηγείται (έτος 1983) τα εξής:
«Πατρίδα μου είναι τα Σκουπιά της Προικονήσου. Στο Αίγιο ήλθαν οι γονείς μου πρόσφυγες με τον ξεριζωμό του 1922. Εγώ ήλθα εδώ κοριτσάκι εξ ετών. Σε ηλικία 23 περίπου χρονών μου συνέβη, ένα σοβαρό περιστατικό. Δούλευα στο σταφιδεργοστάσιο του Παπαγεωργίου. Κατά την ώρα της εργασίας μου γλίστρησα κι έπεσα. Αυτό το πέσιμο μου έγινε αιτία μιάς μεγάλης μου ταλαιπωρίας, διότι, μετατοπίσθηκαν δυο σπόνδυλοι της σπονδυλικής μου στήλης, ο ένατος και ο δέκατος. Οι γιατροί δεν έκαμαν σωστή διάγνωσηη με συνέπεια να χειροτερέψη η κατάστασή μου και να καταλήξω ολότελα παράλυτη. Ο ορθοπεδικός κ. Μηνιάτης στην Πάτρα με έβαλε στο γύψο. Έμεινα έτσι ακίνητη στο σπίτι μου 18 ολόκληρους μήνες. Μια ημέρα η μητέρα διαπίστωσε ότι ο γύψος και το στρώμα μου είχαν γεμίσει αίματα. Καλέσαμε στο τηλ. τον κ. Μηνιάτη από την Πάτρα. Είπε πώς το πρόγραμμά του δεν του επέτρεπε να έλθη και πρότεινε να καλέσωμε τον κ. Παπαχρυσάνθου, να βγάλη το γύψο και να μου περιποιηθεί τις πληγές πού προκάλεσαν το αιμάτωμα. Έγιναν όλ αυτά από τον ιατρό κ. Παπαχρυσάνθου, εγώ όμως εξακολουθούσα να είμαι παράλυτη. Ο κ. Μηνιάτης συμβούλεψε να με πάνε πάλι στην Πάτρα για να μου ξαναβάλει το γύψο. Ο αδελφός μου ο Νίκος ετοιμαζόταν να με πάη. Τότε επεμβαίνει η μητέρα μου και λέγει:
-Ως τώρα, του είπε, σε άκουσα και γυρίζουμε στους γιατρούς χωρίς αποτέλεσμα. Τώρα δεν θα σε ακούσω άλλο. Θα πάω την κοπέλλα πρώτα στην Αγία Αννα και ύστερα πήγαινε εσύ όπου θέλεις.

Με σήκωσαν τέσσαρες γυναίκες. Μία κρατούσε το κεφάλι, η άλλη τα πόδια και οι άλλες δυο δεξιά και αριστερά το κορμί και με πήγαν στην Εκκλησία της Αγίας Αννας στο Συνοικισμό.
Ήταν τότε η ξύλινη Εκκλησία. Εφημέριος ήταν ο π. Ανδρέας Κουμπέτσος.

Ετοίμασαν να γίνη αγιασμός και με έστησαν καθιστή στο δάπεδο του ναού. Μου κρατούσαν την πλάτη να σταθώ γιατί από μόνη μου δεν μπορούσα να μείνω σ αυτή τη στάση. Ύστερα μου έφεραν την εικόνα της Αγίας Αννας αυτή πού είναι τώρα στο προσκυνητάρι με τα χρυσά αφιερώματα, και μου την έβαλαν όρθια στα γόνατά μου. Ο π. Ανδρέας άρχισε να ψάλλη αγιασμό. Αμέσως τότε η εικόνα δίνει μια σπρωξιά και με ξαπλώνει ύπτια κάτω. Στη συνέχεια όρθια η εικόνα άρχισε να κινήται πέρα δώθε και να τρίβεται πάνω στο σώμα μου από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Απ εκεί πεταγόταν πάλι στο κεφάλι και συνέχιζε να κάνη το ίδιο. Αυτό συνεχιζόταν μέχρι πού τελείωσε ο αγιασμός πού ούτε κατάλαβε πώς τον έψαλε ο π. Ανδρέας, ο οποίος δεν είχε απλώς φοβηθή, αλλά είχε πάθει φρίκη, τόσο πού τα γένεια του είχαν σηκωθή όρθια από τον τρόμο του. Εγώ ζούσα φοβερή στιγμή. Είχα τρομάξει, τα είχα χάσει. Άπλωνα τα χέρια, ζητούσα βοήθεια, οι γυναίκες όμως στεκόντανε μακριά. Η εικόνα μου φαινόταν σαν πούπουλο καθώς κινιόταν επάνω μου. Τελειώνοντας ο Αγιασμός σταμάτησε να κινήται η εικόνα. Την πήραν τότε από πάνω μου και θέλησαν να με σηκώσουν πάλι για να με μεταφέρουν. Έγω αισθάνθηκα μια δύναμη στον οργανισμό μου.

-Αφήστε με τους είπα, θα σηκωθώ μόνη μου, έγινα καλά. Και σηκώθηκα όρθια. Δοκίμασα να περπατήσω. Δυο χρόνια είχα περίπου να το κάμω. Αλλαξα βήματα. Ασπάσθηκα με δάκρυα το σταυρό, την εικόνα και το χέρι του ιερέα και μετά ξεκίνησα για το σπίτι. Η μητέρα μου ήθελε να μου δείξη το δρόμο. Πράγματι είχα ξεχάσει από πού πηγαίνουν στο σπίτι μας. Η Αγία Αννα με εθεράπευσε από την ανίατη αρρώστεια μου. Αισθανόμουν εντελώς υγιής. Ο κ. Μηνιάτης πού έκανε τις εξετάσεις του δεν πίστευε στα μάτια του. Βρήκε τη σπονδυλική μου στήλη εντελώς φυσιολογική. Σε λίγους μήνες ήλθε η Γερμανική κατοχή. Κι εγώ, η πρώην παράλυτη, μαζύ με άλλες γυναίκες, δούλευα στα χαρακώματα, στο 20ο χιλιόμετρο κοντά στην Πάτρα και πηγαινοερχόμουν κάθε ημέρα με τα πόδια. Ποτέ δεν λησμονώ την ευεργεσία της Αγίας Αννας σε μένα την ταπεινή και αμαρτωλή. Πολύ την ευλαβούμαι και πάντοτε τιμώ και δοξάζω την Αγία Αννα».

Θαύμα 2ον
Μια ενορίτισσα της Αγίας Αννας η οποία ιδιαίτερα την ευλαβείται και η οποία διά λόγους ευνοήτους θέλει να είναι ανώνυμος, διηγείται τα εξής:
«Είναι βέβαια όνειρο, αλλά έχει τόση ζωντάνια και είναι τόσο χαρακτηριστικό, ώστε εγώ με τη δική μου τη σκέψη το θεωρώ ως επίσκεψη και ευλογία της Αγίας Αννας σε μένα την ταπεινή.
Πάντοτε στην προσευχή μου επικαλούμαι την προσευχή και τη μεσιτεία της Αγίας Αννας. Ένα βράδυ, ήταν Μάρτης του 1982, με περισσότερη θέρμη ζήτησα τη βοήθειά της, διότι είχα στενοχώριες και προβλήματα, τα οποία κρατούσαν σε αγωνία την ψυχή μου. Είδα εκείνο το βράδυ, στον ύπνο μου, ότι ενώ εγώ είχα γείρει στο κρεββάτι μου για ύπνο, σε μια στιγμή άνοιξε η πόρτα του σπιτιού μου και πρόβαλε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Έλαμπε από την μεγαλοπρέπεια με διάχυτη την αγαθότητα και την καλωσύνη στο πρόσωπό της. Πλησίασε, στάθηκε και μου είπε:
-Με φωνάζεις κάθε μέρα κ εγώ έρχομαι, αλλά μέσα στο σπίτι σου δεν με έχεις.
Εγώ γεμάτη έκπληξη και τρόμο τη ρώτησα:

-Ποιά είσαι εσύ;
-Με ξέρεις, απάντησε και δείχνοντας με το πανάγιο χέρι της την κατεύθυνση προς την Εκκλησία πρόσθεσε: Μόλις στρίψεις από το σχολείο φάτσα με βλέπεις. Αμέσως χάθηκε κι έκλεισε η πόρτα. Την επομένη είχα στο σπίτι μου την επίσκεψη μιάς μοναχής. Διηγήθηκα σ αυτήν το όνειρό μου και χωρίς αμφιβολία συμφωνήσαμε ότι ήταν η Αγία Αννα. Πράγματι έλειπε από το εικονοστάσι του σπιτιού μου η εικόνα της Αγίας Αννας. Έψαξα και βρήκα μία εικόνα της κι έτσι έχω την ευλογημένη παρουσία της πάντοτε μέσα στο σπίτι μου».
Θαύμα 3ον
Η ίδια ενορίτισσα διηγήθηκε και το εξής επίσης όνειρο.
«Ήταν καλοκαίρι του 1982 και στη βραδυνή μου προσευχή είχα ιδιαίτερα προσευχηθή στην Αγία Αννα. Το βράδυ εκείνο είδα το εξής όνειρο. Βρέθηκα μέσα στο ναό της Αγίας Αννας. Δεν είχε κτισθεί ο πέτρινος ναός πού έχει κτισθεί τώρα, αλλά η πρώτη εκκλησία, η ξύλινη παράγκα. Η εκκλησία ήταν γεμάτη από χριστιανούς και γινόταν θεία λειτουργία.

Τη στιγμή πού τελείωσε το χερουβικό και ο ιερεύς έβγαινε από το ιερό για τη μεγάλη είσοδο, είδα επάνω στο ιερό Δισκάριο να είναι ένα μικρό παιδί. Μου φαινόταν πώς χωρούσε πάνω στο Άγιο Δισκάριο. Το παιδί αυτό άστραφτε από φώς και καθώς προχωρούσε αργά ο ιερεύς κάνοντας την είσοδο, το παιδί ευλογούσε με το δεξί του χέρι τους πιστούς πού ήταν γονατιστοί. Εκτυφλωτική ήταν η λάμψη πού είχαν τα μάτια του. Όταν ο λειτουργός στάθηκε στο μέσον του Ναού για να μνημόνευση, το λαμπερό παιδί έστρεψε τη ματιά του στην εικόνα της Αγίας Αννας και βλέποντας μία την εικόνα και μία το εκκλησίασμα φώναξε τρεις φορές με δυνατή και κρυστάλλινη γλυκειά φωνή: Γιαγιά, Γιαγιά, Γιαγιά. Ο λειτουργός προχώρησε στο στό άγιο βήμα και το όραμα τελείωσε».

Θαύμα 4ον
Η Διαλεχτή Γεωργοπούλου κάτοικος Αιγίου (Στράτωνος 9) διηγείται (1983) τα εξής:
«Όταν ο γυιός μου Γιώργος ήταν ηλικίας 10 χρονών του συνέβη το εξής περιστατικό. Ήταν τότε μαθητής στο δημοτικό σχολείο. Μια ημέρα γυρίζοντας από το σχολείο δε βρήκε της αρεσκείας του το φαγητό πού είχε ετοιμαστή. Θύμωσε και πήρε να κόψη για να φάει πορτοκάλι, συγχρόνως όμως είπε στο θυμό του και μία βλαστήμια. Δε πρόλαβε όμως να κόψη το πορτοκάλι και σωριάσθηκε κάτω βγάζοντας αφρούς από το στόμα και χτυπώντας με τα πόδια του το πάτωμα. Βλέποντας εγώ το παιδί μου σ αυτή την κατάσταση κάλεσα το γιατρό κ. Γιαννάκη Σπυρόπουλο. Ο γιατρός μετά την εξέταση του παιδιού είπε:
-Αυτή δεν είναι αρρώστια για μάς, εμείς δεν έχουμε δουλειά εδώ. Θα καλέσεις παπά. Κάλεσα τότε τον εφημέριο της ενορίας μας, ο οποίος διάβασε διάφορες ευχές. Μετά από το διάβασμα το παιδί ηρέμησε και τότε μπόρεσε να επικοινωνήση με το περιβάλλον του και να μιλήση. Διηγήθηκε τότε τα εξής: «Τη στιγμή πού έκοβα το πορτοκάλι, ενώ είχα ειπή με το θυμό μου τη βλαστήμια είδα ν ανεβαίνη τη σκάλα μας ένας κοντός και μαύρος με μια μακριά ουρά. Με χτύπησε με την ουρά του στο πρόσωπο κι έπεσα κάτω. Από τότε δε θυμάμαι τίποτε άλλο. Πριν με χτυπήση και πίσω φοβέρισε τη γιαγιά μου (Μυρσίνη Πασχαλίδου) η οποία εκείνη τη στιγμή έκανε το σταυρό της. Για σένα θα ξανάρθω να εξηγηθούμε, της είπε».

Το παιδί εξακολουθούσε να είναι ανήσυχο. Έβλεπε πολλές φορές εκείνον τον μαύρο με την ουρά. Πήγαμε σε διάφορα προσκυνήματα και παρακαλέσαμε. Αυτό διήρκεσε περίπου ένα εξάμηνο. Τελευταία πήγαμε το παιδί στην Αγία Αννα ντυμένο καλογεράκι. Όσο βρισκόταν στην εκκλησία ήταν ήρεμο, έφευγε η ταραχή. Αυτή η εικόνα έλεγε δείχνοντας την εικόνα της Αγίας Αννας, με ανακουφίζει. Γι αυτό πηγαίναμε για αρκετό καιρό τακτικά στην Αγ. Αννα. Δεν ξαναείδε τον κοντό με την ουρά, ηρέμησε, έγινε εντελώς καλά και μέχρι σήμερα χαίρει άκρας υγείας».

Θαύμα 5ον
Η κ. Χριστίνα χήρα Ι. Σεβαστού κάτοικος συνοικισμού Αιγίου διηγείται (1980) τα εξής:
«Η κόρη μου Κατερίνα από ηλικίας δυο ετών υπέφερε επί τέσσερα χρόνια από μία σοβαρή αρρώστεια. Παρ όλη την προσπάθεια με γιατρούς και φάρμακα, το παιδί εξακολουθούσε να είναι στην ίδια κατάσταση. Είχα ευλάβεια στην Αγία Αννα και την παρακαλούσα με θέρμη να μου κάμη καλά το παιδί μου. Μία ημέρα πού είχα πάει στο γιατρό μαζύ με το παιδί, βρέθηκε μπροστά μου μια μαυροφορεμένη γυναίκα μ ένα παιδάκι στην αγκαλιά, η οποία μου είπε:
– Κυρά μου το παιδί σου δεν θα γίνει καλά. Μην τρέχης και ξοδεύεσαι στους γιατρούς. Θα πάς να βρής ένα χορτάρι πού θα σου ειπώ θα δώσης, απ αυτό να πιή το παιδί κι έτσι θα γίνη καλά. Μου περιέγραψε το χόρτο κι εξαφανίστηκε χωρίς να καταλάβω πώς. Πιστεύω ότι ήταν η Αγία Αννα, την οποία παρακαλούσα για το παιδί μου.
Επί δυο χρόνια έψαχνα να βρώ το χορτάρι και δεν το εύρισκα. Μια ημέρα όμως το αγοράκι μου, ο Πανταζής μου έφερε μία χεριά χόρτο και μου είπε: Να μαμά το χόρτο πού θέλεις για την Κατίνα μας.

Ήτο ακριβώς όπως μου το περιέγραψε εκείνη η γυναίκα πού μου φανερώθηκε. Έκαμα τότε λειτουργία στην Αγία Αννα, έδωσα και από το χόρτο στο παιδί και ήπιε. Το θαύμα έγινε. Το παιδί μετά από τέσσερα χρόνια ταλαιπωρίας έγινε καλά και μέχρι σήμερα δεν ξέρει τί είναι αρρώστεια. Όσο ζώ θα ευλαβούμαι και θα ευγνωμονώ την Αγία Αννα για την ευεργεσία της».

Θαύμα 6ον
Η Κασιανή Μιτακόλα θυγατέρα του Δημ. Νικολόπουλου από την Κρήνη (Αράχωβα) Αιγίου διηγείται τα εξής (1983).
«Είμαι υπάλληλος και κατοικώ στην Κόρινθο με το σύζυγό μου και το αγοράκι μας έξη χρονών τώρα (1982). Αισθάνομαι την υποχρέωση να μιλήσω για ένα θαύμα πού έκαμε σε μένα η Αγία Αννα. Πριν τέσσερα χρόνια είχα ενοχλήσεις γυναικολογικές. Επισκέφθηκα πολλούς γιατρούς τυχαίους και φημισμένους. Έμεινα και στο νοσοκομείο «Έλενα» και έκαμα θεραπεία χωρίς όμως αποτέλεσμα. Η κατάσταση της υγείας μου αντί να βελτιωθή χειροτέρευε. Η ταλαιπωρία αυτή της αρρώστειας μου συνεχιζόταν επί τρία χρόνια. Τον τελευταίο χρόνο μάλιστα υπέφερα από αιμορραγία. Τελικά αποφάσισα να πάω για θεραπεία στην Αγγλία και ετοιμαζόμουν για το ταξείδι. Ημέρες πριν φύγω κάναμε συζήτηση για την αρρώστειά μου σε μία συντροφιά. Ήταν μαζύ και η κ. Χριστίνα Σεβαστού, η οποία είναι συγχωριανή μου και μένει στο συνοικισμό Αιγίου. Η κ. Χριστίνα με εβεβαίωσε πώς η Αγία Αννα θα κάμη το θαύμα της αν την παρακαλέσω. Συγχρόνως μου μιλούσε και για ένα χόρτο, το οποίο είχε υποδείξει σ αυτήν η Αγία Αννα και μ αυτό είχε πριν χρόνια θεραπευθή η κόρη της. Προσέθετε ότι δεν αρκεί μόνον το χόρτο για να έλθη το αποτέλεσμα, αλλά χρειάζεται πίστη και προσευχή για να δώσει η Αγία Αννα τη χάρη της.

Είχα κουρασθή από την ταλαιπωρία της αρρώστειας μου. Στην Αγγλία, πού είχα αποφασίσει να πάω, πήγαινα χωρίς πολλές ελπίδες. Η απελπισία από τα ανθρώπινα μέσα με είχε κυριεύσει. Κρέμασα τις ελπίδες μου στην Αγία Αννα. Προσευχήθηκα και την παρακάλεσα να με βοηθήση. Ήπια και από το χόρτο πού μου έδωσε η κ. Χριστίνα. Μετά απ αυτό έπαυσαν οι αιμορραγίες μου και γρήγορα διαπίστωσα ότι είχα εντελώς θεραπευθή. Πέρασε από τότε διάστημα επτά μηνών και δεν αισθάνθηκα καμιά ενόχληση από την προηγούμενη αρρώστεια μου.

Η πίστις μας είναι ζωντανή και αληθινή. Οι Άγιοί μας σκορπίζουν ευεργεσίες πού δίδει η χάρις του Θεού. Εγώ ευεργετήθηκα από θαύμα της Αγίας Αννας. Στο Ναό της στο Αίγιο έκαμα την ευχαριστήρια λειτουργία μου, αλλά πάντοτε θα την ευγνωμονώ».

Θαύμα 7ον
Η Μαγδαληνή Κασάμπαλη κάτοικος Κορυδαλλού (Τσουμαγιάς 5) διηγείται τα εξής:
«Έζησα μια φοβερή ταλαιπωρία στην οικογενειακή μου ζωή. Δεν μπορούσα να βγάλω πέρα τα παιδιά μου. Τα έχανα με αποβολή πριν γεννηθούν. Όχι, ένα και δυό, αλλά εννέα παιδιά. Κάποιος μου μίλησε για τα θαύματα της Αγίας Αννας, πού θαυματουργούσε στο Βόρι, αλλά και στο Αίγιο. Πήγα κι εγώ στο Αίγιο και παρακάλεσα την Αγία. Ζήτησα να μου χαρίσει ένα παιδί, ένα κοριτσάκι. Πράγματι το δέκατο παιδί μου το έβγαλα καλά πέρα. Γεννήθηκε ανήμερα Χριστούγεννα, παιδί υγιές, μια χαρά. Το ώνομασα Χριστιάνα. Το μοναχοπαίδι μου αυτό το οφείλω στην Αγία Αννα, η οποία άκουσε τις προσευχές μου και μετά από τόσα βάσανα μου χάρισε τη Χριστιάνα. Πάντοτε θα στρέφω με ευγνωμοσύνη τα λόγια της προσευχής μου στην Προμήτορα του Κυρίου μας την Αγία Αννα».

Θαύμα 8ον
Η Φωτεινή σύζυγος Κων/νου Παπίρη κάτοικος Συνοικισμού Αιγίου (Νικομηδείας 16) διηγείται τα εξής:
«Είμαι ευγνώμων στην Αγία Αννα για μία ξεχωριστή ευεργεσία πού μου έκαμε. Το έτος 1953 αιφνιδίως αρρώστησε το παιδί μου ο Γιώργος από κυάνωση. Ήταν 4 ετών πού του παρουσιάστηκε αιματουρία. Οι γιατροί στο νοσοκομείο γνωμάτευσαν ότι είχε δηλητηριασθή το αίμα του. Ως εκ τούτου έκαναν συνεχείς μεταγγίσεις αίματος χωρίς όμως καλά αποτελέσματα. Επειδή δεν έβλεπαν βελτίωση απελπίσθηκαν για τη θεραπεία του.
-Έχετε άλλο παιδί; λέγει ο γιατρός.

-Έχουμε άλλο ένα γιατρέ.
-Ε να σάς ζήση αυτό το άλλο πού έχετε, αυτό δεν ήταν δικό σας.
Έφυγα θλιμμένη και πήγα στο σπίτι μου για να ετοιμάσω ότι θα χρειαζόταν για κηδεία. Αφού ετοίμασα, ξεκίνησα πάλι για το νοσοκομείο. Περνώντας από την εκκλησία είδα ότι ήταν ανοιχτή. Μπήκα κι έπεσα μπροστά στην εικόνα της Αγίας Αννας γονατιστή και ζήτησα με όλα τα δάκρυά μου και τον πόνο μου να μου χαρίση το παιδί μου. Δε κατάλαβα πόσο έμεινα εκεί προσευχόμενη. Κάποτε σηκώθηκα, πήρα και λάδι από το καντήλι και κουβάλησα τα βήματά μου, κοντά στο ετοιμοθάνατο αγοράκι μου. Το σταύρωσα με το λαδάκι της Άγιας. Το θέλημα του Κυρίου ας γίνη. Εσύ Αγία Αννα μπορείς να το θεραπεύσης αν θελήσης.

Στις στιγμές αυτές της απελπισίας ο σύζυγός μου ζήτησε από τους γιατρούς να του δώσουν το παιδί να το μεταφέρη σε καλύτερο νοσοκομείο.
Να το πάρης, του είπαν, αλλά θα σου μείνη στο δρόμο. Για να σου φύγη όμως η ιδέα, να πάρουμε τον κ. Τσακίρη στην Πάτρα τηλέφωνο.
Πράγματι τηλεφώνησαν στο γιατρό κ. Τσακίρη, ο οποίος συνέστησε να συνεχισθούν οι μεταγγίσεις αίματος μέχρι τελευταίας αναπνοής. Με την πρώτη μετάγγιση όμως έγινε φανερή η βελτίωση του παιδιού και γρήγορα στη συνέχεια πέρασε στην πορεία της αναρρώσεως. Σε λίγες ημέρες είχε γίνει εντελώς καλά. Ζεί μέχρι σήμερα (1983) υγιής με την οικογένειά του. Η σωτηρία του παιδιού μου οφείλεται στη χάρη της Αγίας Αννας, την οποίαν πάντοτε δοξάζω και ευγνωμονώ».

Θαύμα 9ον
Η Μαρία Μυλωνά θυγατέρα Ιω. Χαντζηαθανασίου από την Αρτάκη (1983) διηγείται τα εξής:
«Το έτος 1953 εγκατεστημένη ως πρόσφυγας στο Αίγιον, δούλευα σαν εργάτρια. Συνέβη κάποτε, ως πρόεδρος του σωματείου Εργατριών των σταφιδεργοστασίων να βρεθώ για υπηρεσίες στο εργοστάσιο συσκευασίας σταφυλιών Διγελιωτίκων. Εκεί κάτι πάτησα γλίστρησα κι έπεσα. Με το πέσιμο χτύπησα άσχημα το πόδι μου, το οποίον εκτός από το ότι έπαθε τραύμα με αιμάτωμα παρουσίασε και εξάρθρωση. Με μετέφεραν στο σπίτι μου και περιποιήθηκα με τη βοήθεια του γιατρού στη συνέχεια το πόδι μου, το οποίο πρήσθηκε άσχημα. Έτσι έμεινα άρρωστη στο κρεββάτι. Να εργασθώ δεν μπορούσα, μπορούσα όμως να προσεύχωμαι.

Ο πόνος αυξάνει τη θέρμη της προσευχής. Ιδιαίτερα παρακαλούσα την Αγία Αννα. Ένα μεσημέρι εκεί πού συζητούσαμε με τη συμπεθέρα μου, η οποία μου έκανε συντροφιά, με πήρε ελαφρός ύπνος. Είδα τότε σε όνειρο να μπαίνη στο σπίτι μία περίπου, ψηλή γυναίκα μεγαλοπρεπής με καφέ φόρεμα. Μου έπιασε το πονεμένο πόδι και μου το τίναξε. Πόνεσα από το τίναγμα και στο ξύπνημά μου την άκουσα να μου λέγη.

-Το πόδι σου δεν έχει τίποτε. Μόνο όταν σηκωθής να δούλεψης και για μένα. Να ζητιανέψης, να μαζέψης χρήματα για να γίνη το σπίτι μου Δεν μου έμενε αμφιβολία ότι είχα δεχθή την επίσκεψη της Αγίας Αννας. Όταν θεραπεύθηκα έκαμα όπως μου ζήτησε. Ζητιάνεψα, ζήτησα βοήθεια από όσους εμπόρους εγνώριζα και από τους γνωστούς μου.

Όταν πληρώθηκαν οι εργάτριες, έβαλα ένα κουτί εκεί μπροστά τους και όλες έρριχναν με προθυμία. Ό,τι χρήματα μάζεψα τα παρέδωσα στην επιτροπή ανεγέρσεως για να γίνη το σπίτι της Αγίας Αννας, πού είναι και ο ενοριακός μας Ναός στο Συνοικισμό του Αιγίου».

Θαύμα 10ον
Η Φωτεινή Μαντή, κάτοικος Αιγίου (Πλάτωνος 69) διηγείται το εξής περιστατικό.
«Πάει κοντά τρία χρόνια τώρα πού άρχισα να έχω ενοχλήσεις και πόνους στη χολή. Η κατάστασή μου σιγά-σιγά χειροτέρευε. Οι πόνοι γινόντανε όλο και πιο έντονοι. Πήγαινα στους γιατρούς, μου έδιναν φάρμακα. Κοιμόμουνα και δεν μπορούσα να ξυπνήσω απ αυτά τα φάρμακα. Καλό δεν έβλεπα, είχα απελπισθή. Τελευταία τον περασμένο Αύγουστο (1981) έκαμα εξετάσεις στην Κλινική του κ. Μαγκανιώτη, ο οποίος έκρινε αναγκαία την εγχείρηση για αφαίρεση χολής.

Μου ώρισε τη Δευτέρα πρωί να είμαι στην Κλινική για εισαγωγή. Έφυγα πολύ στενοχωρημένη. Στη σκέψη μου καρφώθηκε η ιδέα ότι από την ιστορία αυτής της εγχειρήσεως δεν θα έβγαινα πέρα ζωντανή. Η απελπισία άρχισε να με τυλίγη. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, ιδιαίτερα στην ώρα της προσευχής μου. Τότε θυμήθηκα την Αγία Αννα. Σκέφθηκα πόσο πολύ την πίστευε και την παρακαλούσε η κουνιάδα μου η Θεοκλήτη. Καταγόταν από το Βόρι εκείνη. Το όνομα της Αγίας Αννας δεν έλειπε από το στόμα της. Ζήτησα από τα βάθη της καρδιάς μου τη βοήθειά της. Την παρακάλεσα. Τα μάτια μου είχαν γίνει βρύσες.

Όταν ξημέρωσε ζήτησα από την κόρη μου, να με πάη στο Συνοικισμό στην Αγία Αννα. Πήγαμε το απόγευμα. Αφησα το τάμα μου, γονάτισα και προσκύνησα. Παρακάλεσα με δάκρυα. Εκρέμασα την ελπίδα μου στα χέρια της. Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα καλά. Το πρωί πού ξύπνησα δεν ένιωθα κανένα πόνο. Έκαμα και τις δουλειές μου. Κατάλαβα ότι η Αγία Αννα έβαλε το χέρι της. Μετά από μερικές ημέρες επήγα στο γιατρό κ. Μαγκανιώτη να με εξετάση.

-Τί έγινε εδώ; λέγει. Τί έκαμνες στη χολη σου; Πώς εθεραπεύθη;
Χαμογέλασα.
-Έχω κι άλλο γιατρό ανώτερο από του λόγου σας, έχω την Αγία Αννα. Εκείνη με έκαμε καλά.
Από τότε πέρασαν οκτώ μήνες μέχρι τώρα. Δεν έκανα καμιά δίαιτα, όπως έκανα πρώτα, δεν ξαναπόνεσα και κάνω τις δουλειές μου. Ευχαριστώ, προσκυνώ και δοξάζω την Αγία Αννα».

Θαύμα 11ον
Η κ. Σπυριδούλα Ταράτσα κάτοικος Αιγίου (Μ.Σπηλαίου 11) διηγείται (1983) το εξής περιστατικό.
«Από το έτος 1960 με ενοχλούσε μια αρρώστεια. Με έπιανε ένα δυνατό σφίξιμο στο στέρνο και συγχρόνως πόνος ισχυρός στην πλάτη και παράλυση κατά τη διάρκειά του στο αριστερό χέρι. Η αναπνοή τότε λειτουργούσε με πολλή δυσκολία. Η σοβαρή αυτή ενόχληση με έπιανε κατά διαστήματα, γινόταν δε εντονώτερη και μεγαλυτέρας διαρκείας όταν συνέβαινε να στενοχωρηθώ πολύ, μεγάλη δε έξαρση είχε κατά το γεγονός του θανάτου της μητέρας μου. Οι γιατροί στους οποίους κατέφευγα έδιδαν διάφορες ερμηνείες. Έλεγαν ότι έχει σχέση με το νευρικό σύστημα, είναι αγχώδης νεύρωσις. Το απέδιδαν σε σύνδρομο καρδιοπάθειας. Το καρδιογράφημα όμως δεν έδειχνε αρρώστεια.

Το έτος 1980, αρχές Φεβρουαρίου εκάμαμε το ετήσιο μνημόσυνο της μητέρας στην ιδιαίτερη πατρίδα μου Αγ. Πάντες Δωρίδος. Από το γεγονός αυτό δόθηκαν αφορμές, οι οποίες έκαμαν την αρρώστειά μου έντονη και ενοχλητική. Στις 8 Φεβρουαρίου το βράδυ της ιδίας χρονιάς γινόταν στην Αγία Αννα του Συνοικισμού ολονύκτια αγρυπνία (απόδοσις Υπαπαντής).
-Θα γίνη αγρυπνία το βράδυ μου, είπε ο σύζυγός μου ο Βαγγέλης, αλλά εσύ στην κατάσταση πού είσαι δεν πρέπει να έλθης.
-Όχι, είπα, θα έλθω. Έχω προστάτη μου την Αγία Αννα. Πολύ το θέλω και θα έλθω. Θα μείνω όσο μπορέσω.

Μετά τις 10 το βράδυ καθιστή στην καρέκλα μου παρακολουθούσα την αγρυπνία, οπότε αισθάνθηκα τη συνηθισμένη ενόχληση, αλλά τόσο έντονη, ώστε μου φάνηκε ότι σταμάτησε η αναπνοή μου. Με έπιασε τρεμούλα, μελάνιασαν τα χέρια μου και προς στιγμήν έχασα το φώς μου. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν πολύ βαριά, ότι θα πέθαινα εκείνη στιγμή. Με πολλή δυσκολία έκαμα νόημα στη διπλανή μου ότι είχα ανάγκη από βοήθεια. Σήκωσα τα σβυσμένα μάτια μου στην Αγία Αννα και παρακάλεσα.
Αγία Αννα μου βοήθησέ με, είπα, δε θέλω να πεθάνω μέσα στην Εκκλησία. Αμέσως τότε άκουσα ένα δυνατό κράκ μέσα στο στήθος μου, όπως ξεριζώνεται ένα δένδρο. Ύστερα ένιωσα να φεύγη το κακό της αρρώστειας μου και σιγά-σιγά συνήλθα. Στη διπλανή μου πού προσπαθούσε να βρή τρόπο να με βοηθήσει είπα να μην ανησυχή, γιατί η Αγία Αννα έβαλε το χέρι της. Από τη συγκίνηση και την εξάντληση δε μπόρεσα να παρακολουθήσω όλη την αγρυπνία. Έταξα ευχαριστήρια λειτουργία, την οποία και έκαμα. Από τότε 4 χρόνια τώρα ουδέποτε αισθάνθηκα αυτήν την ενόχληση πού είχα. Δοξάζω και ευγνωμονώ την Αγία Αννα».

Θαύμα 12ον
Η Σταματίνα Μουγκάση κάτοικος Αιγίου (Αράτου 34) διηγείται τα εξής:
«Το έτος 1957 αρρώστησα ξαφνικά. Έμεινα στο Νοσοκομείο Αιγίου ένα μήνα. Οι γιατροί έκαναν διάφορες γνωματεύσεις και ανάλογες θεραπείες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Στο τέλος με έστειλαν στον Ευαγγελισμό. Ανέλαβε ο ίδιος ο κ. Θωμάς Δοξιάδης, ο οποίος μετά τις εξετάσεις εγνωμάτευσε ότι είχα υπερθυρεοειδισμό. Με είχε κυριεύσει μία παράλυση ψυχική. Δεν είχα ενδιαφέρον για τίποτε. Στο σπίτι μου δεν ήθελα να πάω. Όρεξη για φαγητό δεν είχα. Μου έδιναν λουμινάλ. Σκεπτόμουνα να αυτοκτονήσω. Από τον Ευαγγελισμό, χωρίς καμιά βελτίωση της καταστάσεώς μου, με έφεραν στο Αίγιο. Χρειαζόταν να είναι συνέχεια κοντά μου άνθρωπος.

Ήμουν άχρηστη για ο,τιδήποτε και μιλούσα απελπισμένα για αυτοκτονία. Έμεινα λίγο καιρό στο Αίγιο. Ύστερα με ξαναπήγαν στον Ευαγγελισμό, όμως με ξανάφεραν στην ίδια κατάσταση στο Αίγιο. Με πήραν από το σπίτι μου, επειδή είχα ανάγκη από άνθρωπο και με πήγαν να μείνω στο σπίτι της θείας μου Αννας Τσιλιμπούρη. Έμενα συνέχεια κρεββατωμένη. Είχα δυο παιδάκια και δεν ήθελα ούτε να τα θυμάμαι.
Πολλές πού με επισκέπτονταν έλεγαν να πάμε σε μάγισσες να ιδούμε, αλλά η μάνα μου δεν ήθελε ούτε να ακουση για τέτοια. Η θεία Αννα είχε μεγάλη πίστη στην Αγία Αννα, διότι είχε κάμει την ίδια καλά από βαριά αρρώστεια. Πρότεινε να φέρουμε σπίτι την εικόνα της Αγίας Αννας.
-Την Αγία Αννα θα φέρουμε, μου έλεγαν μαζύ με τη μητέρα μου. Να την παρακάλεσης με την ψυχή σου και θα γίνης καλά.

Έτσι λοιπόν έφεραν την εικόνα, η οποία έμεινε στο σπίτι, πάνω από το κεφάλι μου 18 ημέρες. Ο ιερεύς διάβαζε το πρωί αγιασμό και το βράδυ παράκληση. Στον 18ον αγιασμό κάθησα κάτω στο δάπεδο και μου έδωσαν την εικόνα στην αγκαλιά. Περίμενα να με κουνήση όπως είχα ακούσει αλλά δεν έκαμε η εικόνα καμιά κίνηση. Στενοχωρήθηκα πού δεν με κούνησε.
-Δεν έχει να κάμη αυτό, έλεγε η μητέρα μου, η Αγία Αννα θα σε κάμη καλά.

Πράγματι εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα καλά, ηρέμησα, ξαναβρήκα τον εαυτό μου, ανέκτησα τις δυνάμεις μου. Σηκώθηκα σύντομα και πήγα και βρήκα τα παιδιά μου πού τα είχα εγκαταλείψει. Τα έλουσα, τα περιποιήθηκα. Από τότε μέχρι σήμερα (1983) δεν γνωρίζω τί θα ειπή αρρώστεια. Αντιμετώπισα τα προβλήματα της ζωής και της οικογενείας μου δουλεύοντας σκληρά. Αυτή την ευεργεσία πάντοτε την ενθυμούμαι και προσπαθώ να είμαι ευγνώμων στην Αγία Αννα».
Θαύμα 13ον

Στο Προσκύνημα της Παναγίας Τρυπητής Αιγίου, το ωραίο ξυλόγλυπτο προσκυνητάριο στο οποίο αναπαύεται η θαυματουργός εικόνα έχει μία επιγραφή «Αφιέρωμα Δ. Τσούλη». Αφιέρωμα προς έκφρασιν ευγνωμοσύνης του δωρητή (κάτοικος Αιγίου, Νικ. Πλαστήρα 83) του οποίου η σύζυγος Κυριακή διηγείται το εξής:
«Πάντα είχα ξεχωριστό σεβασμό στην Αγία Αννα. Μου την είχε μεταδώσει ο αείμνηστος παππούς μου παπα-Αντώνης πού ήταν εφημέριος στη χάρη της εκεί στην πατρίδα. Έτσι λοιπόν στη μεγάλη μου στενοχώρια μετά το γάμο μου, όταν πίστεψα πώς ήταν δύσκολο να βγάλω πέρα παιδί, κατέφυγα με την προσευχή μου στην Αγία Αννα. Είχα χάσει το πρώτο μου παιδί με αποβολή και οι γιατροί με είχαν απελπίσει.

Την παραμονή της χειμωνιάτικης εορτής της Αγίας Αννας (9 Δεκεμβρίου του 1961) στη βραδυνή μου προσευχή παρακάλεσα με θέρμη. Τη νύχτα εκείνη είδα όνειρο πού ήταν απάντηση στην προσευχή μου. Είδα πώς βρέθηκα στην Εκκλησία της Αγίας Αννας μπροστά στην εικόνα της. Παρατήρησα τότε με έκπληξη δίπλα στην Παναγιά πού κρατούσε η Αγία Αννα στην αγκαλιά της να είναι και ένα άλλο παιδάκι. Ακουσα τη φωνή της να μου λέγη: Κυριακή το μωρό αυτό είναι δικό σου.

Πίστεψα από τότε ότι η Αγία Αννα θα μου έδινε τη χαρά να γίνω μητέρα. Πήγα στην Εκκλησία άναψα λαμπάδα, προσευχήθηκα, ευχαρίστησα. Μετά απ αυτό απέκτησα τη μοναχοκόρη μου Μαρία. Ο σύζυγός μου για να εκφράση την ευγνωμοσύνη του έδώρησε το Προσκυνητάτιο για την εικόνα της Παναγίας Τρυπητής».

Θαύμα 14ον
Η κ. Ελένη Λαλά κατάγεται από το Αίγιο και μένει στην Αθήνα (Τιμαίου 35) και η οποία επιθυμεί να δημοσιεύση (1983) το εξής περιστατικό:
«Στο λαιμό μου είχε δημιουργηθή ένας όγκος, ο οποίος μεγαλώνοντας εμπόδιζε τη λειτουργία των φωνητικών μου οργάνων. Μιλούσα με μεγάλη δυσκολία. Εκινδύνευα να χάσω εξ ολοκλήρου τη μιλιά μου. Ο γιατρός συνέστησε να γίνη εγχείρηση. Εγώ πριν πάω για εγχείρηση ήλθα στο Αίγιο στην Αγία Αννα και επικαλέσθηκα τη χάρη Της. Επιστρέφοντας στην Αθήνα αισθάνθηκα να καλλιτερευη η κατάστασις της φωνής μου. Ο γιατρός μου έκανε εξέταση και βρήκε ότι ο όγκος είχε εξαφανισθή. Ήμουν τελείως καλά. Ευχαριστώ και δοξάζω την Αγία Αννα και δεν θα παύσω να επικαλούμαι τη χάρη της».
Θαύμα 15ον

Η Ελένη Χατζησοφιανού, κάτοικος Αιγίου (1983), διηγείται τα εξής:
«Το έτος 1940 μετά από τοκετό έπαθα φλεβίτη. Εξαιτίας του λόγω κακής κυκλοφορίας του αίματος είχα πρησθή. Οι γιατροί δεν μου έδιδαν ελπίδες θεραπείας. Νομίζαμε πώς έφταιξε η μαμή και ρίχναμε τις ευθύνες σε κείνη. Ένα μεσημέρι όπως ήμουν σε βαριά κατάσταση, άνοιξε η πόρτα του σπιτιού μου και μπήκε μέσα μια μαυροφόρα με σπαστά γκρίζα μαλλιά.

-Τί κάνεις, μου είπε, περαστικά σου. Τότε εγώ έβαλα μια φωνή.
-Γιατί μ άφησαν μοναχή; Πού είναι η μάνα μου, πού είναι το παιδί;
-Εδώ είναι η μάνα σου, είπε η επισκέπτρια, εδώ είναι και το παιδί σου. Θα υποφέρης, θα φθάσης στο χείλος του τάφου, αλλά μή φοβηθής, δεν θα πεθάνης.
-Εσύ ποιά είσαι
;

-Εγώ είμαι η Αννα, είπε. Μην τάχετε με τη μαμή. Δεν φταίει εκείνη. Ήταν να το πάθης και τώπαθες.
Αυτά είπε και χάθηκε από τα μάτια μου. Κάλεσα τον ιερέα μας τον π. Ανδρέα Κουμπέτσο με την εικόνα της Αγίας Αννας και έψαλε αγιασμό. Σιγά-σιγά πήρα το καλύτερο προς έκπληξη του γιατρού και σε τέσσαρες μήνες ήμουν εντελώς καλά».
Θαύμα 16ον

Η κ. Κωνσταντίνα Πατσοπούλου κάτοικος Αιγίου (Κωνσταντινουπόλεως 57) διηγείται τα εξής:
«Το 1980 εξ αιτίας μιάς μεγάλης μου στενοχώριας έπαθα εγκεφαλικό επεισόδιο. Ήταν ανήμερα της Παναγίας (Ζωοδόχου Πηγής). Νοσηλεύθηκα στην Κλινική του Καλαμπόκα. Θεραπεύθηκα μέν, αλλά μου έμεινε από τότε μια επιληψία. Τακτικά στη βδομάδα, στις δέκα ημέρες απροειδοποίητα έπεφτα όπου και αν βρισκόμουν. Με μάζευαν από τους δρόμους πολλές φορές και με πήγαιναν στο σπίτι μου. Κατέφυγα στους γιατρούς. Μου έδωσαν χάπια. Δεν έβλεπα θεραπεία. Ξαναπήγα.
Τους είπα.

-Πέφτω και με μαζεύουν από τους δρόμους.
-Να πέφτης και να σηκώνεσαι, μου απάντησαν. Αυτή η ταλαιπωρία συνεχιζόταν επί ένα χρόνο.
Στο τέλος, πήγα στην Αθήνα στον κρανιολόγο κ. Ηλία Φράγκο. Αυτός μου έκανε μία ειδική εξέταση τη λεγόμενη αξονική τομογραφία, η οποία έδειξε στη δεξιά πλευρά του κρανίου μία ουλή (γούβα) μ ένα αιμάτωμα μέσα. Η κίνησις πού γινόταν σ αυτό το αιμάτωμα προκαλούσε την επιληψία. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος θεραπείας από την εγχείρηση. Έπρεπε να μου ανοίξουν το κρανίο στα δυό. Για να κάμω δεύτερη αξονική τομογραφία ήταν απαραίτητο να περάσουν οκτώ μήνες. Με έδιωξαν οι γιατροί με την εντολή να γυρίσω σε οχτώ μήνες. Είχα μεγάλη απελπισία. Φοβόμουν πολύ αυτή την εγχείρηση στο κεφάλι. Πίστευα πώς δεν θα ζούσα, αλλά κι αν γλύτωνα το θάνατο θα ήμουν άχρηστευμενη.

Συνέπεσε τότε να φέρουν στο Αίγιο για προσκύνημα στην Αγία Αννα του Συνοικισμού από το Άγιον Όρος το δεξιό πόδι της Αγίας Αννας. Πήγα κι εγώ και προσκύνησα και με πολλή συντριβή παρακάλεσα τη Μητέρα της Θεοτόκου. Εζήτησα να με κάμη καλά κι έταξα να βγώ να μαζέψω χρήματα και να πάω μία λαμπάδα μέχρι το μπόι μου.
Πέρασε αρκετό διάστημα και πλησίαζε ο καιρός για την εγχείρηση. Τρεις ημέρες πριν ξεκινήσω είδα ένα όνειρο. Βρέθηκα έξω από το Νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Εκεί θα γινόταν η εγχείρηση. Είδα εκεί μια σεβαστή ηλικιωμένη γυναίκα. Στεκόταν έξω από τη σιδερόπορτα του Νοσοκομείου κι έγώ με τη βαλίτσα στο χέρι από μέσα.
-Πού πάς Ντίνα μου, είπε.

-Πάω για εγχείρηση Αννα, απάντησα. Είχα την ιδέα ότι μου ήταν γνωστή.
-Να σηκωθής να φύγης και να πάς στο σπίτι σου, γιατί ο άνδρας σου κλαίει. Η εξέτασή σου θα είναι αρνητική.
Το όνειρό μου αυτό το εξήγησα σαν επίσκεψη της Αγίας Αννας πού είχα παρακαλέσει.

Μετά από τρεις ημέρες στον Ευαγγελισμό, μου έκαμαν την αξονική τομογραφία. Ο κρανιολόγος καθηγητής του Ευαγγελισμού κ. Καρβούνης βρέθηκε προ εκπλήξεως.
-Κυρά μου κάποιον Άγιο έχεις και να πάς να τον ευχαριστήσης. Δεν φαίνεται σε τούτη την εξέταση τίποτε. Καλά το αιμάτωμα, μπορεί να υποθέση κανείς ότι το απορρόφησε ο οργανισμός, η ουλή (γούβα) όμως τί έγινε; Είναι θαυμαστό. Εγώ όμως εγνώριζα τί έγινε, το πήρε το χέρι της Αγίας Αννας. Από τότε είμαι καλά στην υγεία μου και πάντα προσπαθώ να ευρίσκω τρόπους για να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου».
 



Ετικέτες