Αμμόχωστος: Φως στην καταστροφή της Μονής της Παναγιάς

Loading...


 

 

«Φως» στην υπόθεση της εκθεμελίωσης και ολοκληρωτικής καταστροφής από τους Τούρκους της Μονής της Παναγίας (15ος αιώνας) της Αυγασίδας, η οποία βρίσκεται 15 χλμ. βορειοδυτικά της κατεχόμενης πόλης της Αμμοχώστου, πλησίον των χωριών Περιστερωνοπηγή, Σανταλάρης, Μάραθα, Αλόα, και Μηλιά, ρίχνει η έρευνα του δρ. Ανδρέα Φούλια, Θεολόγου- Βυζαντινολόγου.

 

Ο δρ. Φούλιας συνάντησε Ελληνοκύπριους πρόσφυγες από την περιοχή, αλλά και Τουρκοκύπριους από τα γύρω χωριά, καθώς και πρώην «υπηρεσιακούς» παράγοντες του παράνομου τουρκοκυπριακού καθεστώτος σε Λευκωσία και Αμμόχωστο, οι οποίοι γνώριζαν την ιστορία της κατεδάφισης της μονής της Παναγίας της Αυγασίδας, σύμφωνα με το Αθηναϊκό Πρακτορείο.

«Μέχρι σήμερα γνωρίζαμε, λανθασμένα, ότι η μονή καταστράφηκε γύρω στο 1989- 1990, διότι τότε προφανώς φαίνεται να είχαν φτάσει οι πρώτες ασφαλείς πληροφορίες για την εκθεμελίωση του μνημείου» αναφέρει.

Η πρόσφατη όμως έρευνά του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μονή της Αυγασίδας κατεδαφίστηκε με διαταγή του Tούρκου στρατιωτικού διοικητή της περιοχής, σχεδόν αμέσως μετά την κατάληψη της περιοχής από τα τουρκικά στρατεύματα το 1974.

Στην απόφαση αυτή οδηγήθηκε για να εκδικηθεί το γνωστό πλέον και φρικιαστικό έγκλημα σφαγιασμού 106 αθώων Τουρκοκύπριων γυναικόπαιδων από τα χωριά Σανταλάρης, Αλόα και Μάραθα, από Περιστερωνοπηγιώτες μέλη της ΕΟΚΑ Β’, στις 14 Αυγούστου 1974, ημέρα έναρξης της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής και λίγες ώρες πριν την κατάληψη της περιοχής.

Το απίστευτης αγριότητας μαζικό φονικό βρήκε βεβαίως μιμητές και στην τουρκική πλευρά, δολοφονώντας τις αμέσως επόμενες ώρες και μέρες 83 αθώους Ασσιώτες. Μέχρι σήμερα και για τους ίδιους λόγους αντεκδίκησης οι Τούρκοι κάτοικοι της Περιστερωνοπηγής αρνούνται πεισματικά καθαρισμό ή ευπρεπισμό του νέου ναού του Αγίου Αναστασίου στο χωριό, που παραμένει ουσιαστικά ένας ανοικτός στάβλος και αποχωρητήριο.

Ωστόσο, όπως αναφέρει ο δρ. Φούλιας, πριν λίγες μόλις μέρες, ο παλιός ναός του Αγίου Αναστασίου, όπου και ο τάφος του, καθαρίστηκε και τοποθετήθηκαν πόρτες και παράθυρα.

Η μονή της Παναγίας της Αυγασίδας αποτελούνταν από το καθολικό, δηλαδή τον κεντρικό ναό (νότιο κλίτος 12ος αιώνας, βόρειο κλίτος 15ος αιώνας) και από δύο παρακείμενα μοναστηριακά κτίσματα, ένα βόρεια (15ος αιώνας) και ένα άλλο ανατολικά (18ος αιώνας).

Η πρώτη γραπτή αναφορά για τον ναό γίνεται σε ιταλική περιγραφή της Κύπρου, του τέλους του 15ου αιώνα.

«Στο καθολικό της μονής σώζονταν αποσπασματικά σημαντικές τοιχογραφίες, οι οποίες δυστυχώς όπως διαπιστώνεται από την πρόσφατη έρευνά μας πιθανότατα καταστράφηκαν ολοσχερώς μετά τη βάρβαρη κατεδάφιση του μνημείου» αναφέρει ο ερευνητής.

Στον τρούλο, που κάλυπτε το νότιο κλίτος σωζόταν μέσα σε κυκλική ίριδα ο εξαιρετικής τέχνης στηθαίος Παντοκράτορας του 15ου αιώνα, που περιβαλλόταν από δύο ζώνες, η πρώτη με την Ετοιμασία του Θρόνου και τη Δέηση με χορούς Αγγέλων και η δεύτερη πιο χαμηλά όπου απεικονίζονταν ένθρονοι απόστολοι.

Στο ναό σώζονταν επίσης αξιόλογες φορητές εικόνες: σε μισοκατεστραμμένη εικόνα του 14ου ή 15ου αιώνα, που βρισκόταν στο Ιερό Βήμα εικονιζόταν το θέμα Άνωθεν οι Προφήτες με την Παναγία στο κέντρο.

Πριν από την εισβολή των Τούρκων το 1974, η εικόνα του 16ου αιώνα από το εικονοστάσιο του βορείου κλίτους με τη Θεοτόκο Γλυκοφιλούσα, μεταφέρθηκε στη Λευκωσία για συντήρηση και έτσι σώθηκε και βρίσκεται σήμερα στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’.

Το ίδιο συνέβη και με εικόνα του Χριστού από το βόρειο κλίτος, που χρονολογείται με επιγραφή στα 1729 επί αρχιεπισκόπου Σιλβέστρου.

Εκτός από τις δυο εικόνες, που σώθηκαν στη Λευκωσία, όλες οι άλλες αγνοούνται.

Στον ναό σώζονταν τεμάχια επιτάφιας πλάκας με αναγεννησιακά χαρακτηριστικά, η οποία εκτός από τη λαξευτή φιγούρα άνδρα με δυτικότροπη ενδυμασία έφερε και αποσπασματική ελληνική επιγραφή, από την οποία αναγνώσιμη ήταν μόνο η χρονολογία Σεπτέμβριος 1482.

Ο δρ. Φούλιας σε επιτόπια επίσκεψη του στη Μονή διαπίστωσε ότι τα τεμάχια της επιτάφιας πλάκας, όπως και άλλα γλυπτά αρχιτεκτονικά μέλη της μονής, βρίσκονται πεταμένα σε τρία ή τέσσερα τουλάχιστον κομμάτια μέσα σε δυο από τα κελιά, τα οποία σήμερα χρησιμεύουν ως μάντρες προβάτων.

Επίσης, φωτογράφισε μιαν ακόσμητη (στη μια πλευρά τουλάχιστον) επιτάφια πλάκα, μια λίθινη πιθανόν πλάκα αγίας Τράπεζα καθώς και κιονόκρανα.

Το 1968 το Τμήμα Αρχαιοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας ανέλαβε τη στερέωση και επισκευή των δυο παρακείμενων μοναστηριακών κτισμάτων, που βρίσκονταν σε κακή κατάσταση, παραμένοντας έτσι μοναδικοί μάρτυρες του παλιού μοναστηριακού συμπλέγματος.

Εντυπωσιακό και σχετικά διατηρημένο, ένεκα της συντήρησης που έτυχε το 1968, παραμένει ακόμα και σήμερα το σε σχήμα Γ’ βόρεια ευρισκόμενο μοναστηριακό κτίσμα με τις τοξωτές καμάρες.

Λευκοί μαρμάρινοι κίονες που στηρίζουν τα τόξα του είναι παλαιοχριστιανικοί και φέρουν κιονόκρανα ίδιας εποχής, αλλά και ένα ωραίο γοτθικό με περίτεχνα διακοσμητικά μοτίβα, το οποίο μάλιστα είχε σχεδιάσει και ο Ένλαρτ στο τέλος του 19ου αιώνα.

Το υλικό αυτό πιθανότατα μεταφέρθηκε κατά τον 15ο αιώνα από πλησιόχωρους αρχαιολογικούς χώρους, όπως της αρχαίας Σαλαμίνας.

«Η γνώση ολόκληρης της αλήθειας, η αποδοχή και επίγνωση από όλους, της ανατριχιαστικής και προσβλητικής για τον άνθρωπο κάποτε ιστορίας μας, είναι στοιχεία απαραίτητα που θα πρέπει να αποτελέσουν το θεμέλιο για την όποια πιθανή διευθέτηση του Κυπριακού» επισημαίνει ο δρ. Φούλιας.



Ετικέτες