Νέα Ιερουσαλήμ: Σημαντικότατος ιερός τόπος της Ορθοδοξίας

Loading...


Το Νοέμβριο του 2014 άνοιξε για τους επισκέπτες ένα από τα μεγαλύτερα μουσειακά συγκροτήματα στην περιφέρεια της Μόσχας, το μουσείο «Νέα Ιερουσαλήμ». Σε αυτό είναι συγκεντρωμένα αριστουργήματα της εκκλησιαστικής τέχνης και παλαιότατα δείγματα της ρωσικής προσωπογραφίας, συνολικά περισσότερα από 100 χιλιάδες κομμάτια. Ωστόσο, αξίζει να δει κανείς, όχι μόνο το μουσείο, αλλά και την ίδια τη Νέα Ιερουσαλήμ, το μοναστήρι που διαποτίστηκε από τέσσερις αιώνες ρωσικής ιστορίας.

 

Μόσχα: Η Τρίτη Ρώμη

Πολλά ήταν τα κράτη που θέλησαν να γίνουν κληρονόμοι της μεγάλης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την εποχή της πτώσης της τελευταίας. Στη Ρωσία, η ιδέα αυτή εμφανίστηκε για πρώτη φορά την περίοδο της ακμής του Πριγκιπάτου της Μόσχας, το 17ο αιώνα. Από τότε πολλοί ρώσοι ηγεμόνες, ιερωμένοι και φιλόσοφοι, ανέφεραν τη Μόσχα ως τη Ρώμη του ορθόδοξου κόσμου και τόνιζαν τον ιδιαίτερο ιεραποστολικό ρόλο της Ρωσίας.

Πρώτη φορά μίλησε για την κατασκευή της Νέας Ιερουσαλήμ ο ονομαστός πατριάρχης Νίκων το 1656. Τη Μόσχα τότε τη θεωρούσαν κέντρο του ορθόδοξου κόσμου, την Τρίτη Ρώμη, και η νέα Ιερουσαλήμ έπρεπε να παγιώσει οριστικά για αυτήν το συγκεκριμένο τίτλο.

Ο Νίκων δεν υποχωρούσε μπροστά σε τίποτα, προκειμένου το μοναστήρι να αποτελέσει ένα αντίγραφο του Ναού του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. Το νέο κέντρο της Ορθοδοξίας έπρεπε να έχει τους δικούς του Αγίους Τόπους. Έτσι λοιπόν, όλα τα χωριά και οι λόφοι που γειτνίαζαν με τη Νέα Ιερουσαλήμ έλαβαν Βιβλικές ονομασίες, ενώ ο ποταμός Ίστρα μετονομάστηκε σε Ιορδάνης. Ο κύριος ναός του μοναστηριού σχεδιαζόταν να κτιστεί βάσει των διαστάσεων του Ναού του Παναγίου Τάφου, γι’ αυτό στην Παλαιστίνη στάλθηκε για να μαθητεύσει ένας μοναχός, να κάνει μετρήσεις και να δημιουργήσει τα σχέδια.

Εμπόδια

Όπως συχνά συμβαίνει στη Ρωσία, αρκετά πριν από την ολοκλήρωση της κατασκευής του, το μοναστήρι πρόλαβε να γίνει κομμάτι της ιστορίας. Ήδη το 1658, δύο μόνο χρόνια μετά την έμπνευση της Νέας Ιερουσαλήμ, ο Νίκων τσακώθηκε με τον τσάρο Αλεξέι Μιχάιλοβιτς και αυτοεξορίστηκε στη Νέα Ιερουσαλήμ. Η κατασκευή του μοναστηριού ξανάρχισε το 1678, όταν ξεκίνησαν να το ανεγείρουν κατά τη διακυβέρνηση του επόμενου τσάρου, Φιόντορ Αλεξέγεβιτς, ενώ από τον ασυμβίβαστο μεταρρυθμιστή Νίκωνα μέσα σε αυτό το διάστημα είχαν αφαιρέσει το ιερατικό αξίωμα.

ΚΥΠΡΟΣ Ανακαλύπτοντας τη Ρωσία

Όπως διηγείται ο διδάκτορας ιστορικών επιστημών, Αλεξέι Κριβοπάλοφ, «ο 18ος αιώνας με το ραγδαίο δυτικισμό που επέφερε, άλλαξε ριζικά τη θέση της Εκκλησίας στην κοινωνία της Ρωσίας». Παρ’ ότι η Νέα Ιερουσαλήμ παρέμενε σημαντικότατος ιερός τόπος της Ορθοδοξίας, η περαιτέρω κατασκευή και ανάπτυξή του, διακόπτεται με την έλευση της νέας εποχής. Ο επόμενος ρώσος μονάρχης, Μεγάλος Πέτρος, επικεντρώνεται στην ανάπτυξη των επιστημών και άφησε σε δεύτερο πλάνο τις εκκλησιαστικές ιδέες.
Ωστόσο, αυτό δεν εμπόδισε το μοναστήρι να καταστεί ένα από τα πιο αγαπημένα μέρη των ορθοδόξων πιστών τους επόμενους δυο αιώνες. Κάποιοι πίστευαν ότι το μοναστήρι πραγματικά έγινε κέντρο του ορθόδοξου κόσμου, άλλους γοήτευε η ομορφιά του μοναδικού μοναστηριακού συγκροτήματος και η καλή ενέργεια που εξέπεμπε.
Ερήμωση, γερμανικές βόμβες, αποκατάσταση

Η αρχιτεκτονική της Μονής

Το μοναστήρι της Νέας Ιερουσαλήμ κτίστηκε σε ενιαίο στυλ με το μπαρόκ της Μόσχας. Σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με την κατασκευή του μοναστηριού ασχολήθηκαν σπουδαιότατοι ρώσοι αρχιτέκτονες, όπως οι Μπουχβόστοφ, Ραστρέλι, Καζακόφ, και Τον. Κέντρο της Μονής αποτέλεσε ο ναός της Αναστάσεως που δημιουργήθηκε σύμφωνα με τα σχέδια του Ναού του Παναγίου Τάφου, τα οποία έφεραν και προσκυνητές από την Παλαιστίνη. Από κοινού, αρκετοί αρχιτέκτονες εργάστηκαν για τη μοναδική διακόσμηση του ναού, ιδιαίτερα όσον αφορά τα πλίνθινα μέρη του. Το μοναστήρι αποτελεί ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό συγκρότημα μαζί με τον περίβολό του, τον οποίο είχε δημιουργήσει από τα τέλη του 17ου αιώνα ο Γιάκοβ Μπουχβόστοφ.

Τον 20ο αιώνα με την κατάληψη της εξουσίας από του μπολσεβίκους, η ύπαρξη της Νέας Ιερουσαλήμ καθίσταται επισφαλής. Η νέα ηγεσία, από τη μια πλευρά δεν ενθάρρυνε τη διεξαγωγή Θείων Λειτουργιών, από την άλλη όμως κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να διατηρηθεί η πολιτιστική κληρονομιά του μοναστηριού. Τη δεκαετία του 1920 στο χώρο της Νέας Ιερουσαλήμ άρχισε να λειτουργεί το Κρατικό Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας, όπου αποτέθηκαν αντικείμενα από ναούς και από τη μοναστηριακή ζωή, πίνακες και εικόνες.
Με τις Θείες Λειτουργίες τα πράγματα ήταν πολύ πιο περίπλοκα. Για τους εκατοντάδες προσκυνητές η υφιστάμενη κατάσταση δεν ήταν διόλου αποδεκτή.

Τα ιερά κειμήλια του ναού, άψογες αντιγραφές των αντίστοιχων της Παλαιστίνης, κατασχέθηκαν από το κράτος και διαμοιράστηκαν σε μουσεία. Ωστόσο, αυτό δεν εμπόδισε τους προσκυνητές, οι οποίοι ακόμη και μετά τη διακοπή όλων των Θείων Μυστηρίων έρχονταν για να συμμετάσχουν στην τέλεσή τους, κατά την οποία χρησιμοποιούταν μια πέτρινη πλάκα που σύμφωνα με το θρύλο είχε μεταφέρει ένας προσκυνητής από την Ιερουσαλήμ. Το 1961 χάθηκε και αυτή η πλάκα, και τότε μόνο η Νέα Ιερουσαλήμ άδειασε εντελώς.

Το φρικτό του στίγμα στο μοναστήρι άφησε και ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος. Το 1941 πυροτεχνουργοί του ναζιστικού στρατού ανατίναξαν τη Νέα Ιερουσαλήμ. Ο ναός της Αναστάσεως και μεγάλο μέρος των κτισμάτων έγιναν ερείπια. Παρ’ όλα αυτά η αξία του μοναστηριού ήταν τόσο μεγάλη, που μόλις το 1942 άρχισε η αναστήλωση.

Το νέο μουσείο και το τέλος της αναστήλωσης

Σήμερα δημιουργείται η αίσθηση ότι η Νέα Ιερουσαλήμ ποτέ δεν υπήρξε όμοια στην όψη, τελειωμένη. Εδώ πραγματοποιούνται συνεχώς κατασκευαστικές εργασίες, επισκευές. Το 2014 αποκαταστάθηκε το κατεστραμμένο τη σοβιετική περίοδο καμπαναριό και τοποθετήθηκαν νέες καμπάνες. Σύμφωνα με τα σχέδια των συντηρητών, το 2016 οι εργασίες αναστήλωσης της Νέας Ιερουσαλήμ θα έχουν ολοκληρωθεί.
Στο μουσείο που άνοιξε πρόσφατα μέσα στο χώρο του μοναστηριού, μπορεί να δει κανείς μια από τις κορυφαίες εκθέσεις της ρωσικής ζωγραφικής στην πορεία της ιστορίας. Οι εικόνες και μόνο, έχουν συγκεντρωθεί στο μουσείο από διάφορες γωνιές της χώρας αρχής γενομένης από 1919. Πλέον εδώ μπορεί να δει κανείς αριστουργήματα όπως η «Μήτηρ Θεού ως Βρεφοκρατούσα» των αγιογράφων από το Γιαροσλάβλ, τη μορφή του «Χριστού ως Εμμανουήλ (Σωτήρα)» του Προκόπι Τσίριν, εικόνες του Μουσείου των Όπλων και πλήθος άλλα έργα ζωγραφικής.
«Το μουσείο μας, όπως το πτηνό ο Φοίνικας, αναγεννήθηκε μετά τον πόλεμο», επεσήμανε η υφυπουργός Πολιτισμού, Ελένα Κουτσένκο, στη συνάντηση που είχε με τον πρωθυπουργό Ντμίτρι Μεντβέντιεφ στα εγκαίνια του νέου μουσείου. 



Ετικέτες