Δεν ξεχνάει η Μόσχα τα περί πρωτείου-Ιλαρίων: Ο Βαρθολομαίος δεν συναντήθηκε με τον Πάπα ως επικεφαλής όλων των Ορθοδόξων

Loading...


Επιμέλεια: Μάνος Χατζηγιάννης 

Δεν ξεχνάει η Μόσχα το θέμα του πρωτείου…Σε διάλεξη του Προέδρου του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας Μητροπολίτη Βολοκολάμσκ Ιλαρίωνα στους φοιτητές της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας, στις 20 Μαΐου 2014, λίγες μέρες δηλαδή πριν από τη συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη με τον Πάπα στους Αγίους Τόπους, αναλύεται μεταξύ άλλων το ιστορικό του πρωτείου τόσο για τη Δυτική όσο και για την Ανατολική Εκκλησία..

«Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως συναντιέται με τον Πάπα ως κεφαλή της Τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, και όχι ως επικεφαλής όλων των Ορθοδόξων, γιατί ουτε η Ρωσική Εκκλησία, ούτε οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες του εχουν αναθεσει αρμοδιότητα να συναντηθει εξ’ ονόματός τους με τον Πάπα» σχολιάζει ο κ. Ιλαρίωνας.

Για τον Οικουμενικό Πατριάρχη επιμένει πως το πρωτείο του είναι πρωτείο τιμής και συμπληρώνει πως απλώς έχει καθήκοντα συντονισμού! 

Παρουσιάζεται επίσης η άποψη πως επί μικρασιατικής καταστροφής δημιουργήθηκε μια εντελώς νέα θεωρία,σύμφωνα με την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι Οικουμενικός όχι μόνο λόγω του τίτλου του, αλλά επειδη έχει οικουμενική δικαιοδοσία επί του συνόλου της Ορθόδοξης Διασποράς!

Γίνεται και εκτενής αναφορά και για τις σχέσεις των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου με τη Ρώμη, κατά συνέπειαν λόγω και της αυριανής εορτής το κείμενο καθίσταται ιδιαίτερο επίκαιρο….Και βέβαια αναλύεται η στάση της ρωσικής πλευράς στον διάλογο Ορθοδόξων και Καθολικών. 

Το «Αγιορείτικο βήμα» αποκαλύπτει σήμερα ολόκληρη την διάλεξη του Μητροπολίτη Ιλαρίωνα: 

«Σήμερα θέλω να σας πω για τη θέση του Πατριαρχείου Μόσχας σχετικά με το πρωτείο στην Οικουμενική Εκκλησία. Αυτό το θέμα συζητήθηκε για πολλούς αιώνες, και όπως φαίνεται, η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας θα πρέπει να είναι ξεκαθαρη και να μην προκαλούνται προβλήματα.

Ωστόσο, σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το γεγονός οτι στις συναντήσεις των Ορθοδόξων και των Ρωμαιοκαθολικών κατα τον διάλογο για το θέμα αυτό υπάρχουν διαφορετικές γνώμες και απόψεις, μερικές φορές ακόμη και οι εκπροσωποι των Ορθοδόξων Εκκλησιών διαφωνούν μεταξύ τους. Όλα αυτά δείχνουν ότι το θέμα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται: σήμερα είναι υπο συζήτηση και αποκαλύπτονται κάποιες «αιχμηρές γωνίες» που προφανώς εμεις θα ειμαστε αναγκασμενοι να τις διαλευκανουμε σε διάλογο με την Καθολική Εκκλησία (στην πραγματικότητα, ακριβώς για το θέμα του πρωτείου συνέβη καποτε η διασπαση στην Εκκλησία), αλλά και στις σχέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων τοπικων Εκκλησιών.

Ήδη κατά τον πρώτο αιώνα μετά Χριστό η Ρωμαϊκή Εκκλησία απολαμβάνει ειδικό κύρος μεταξύ των άλλων εκκλησιών. Αυτό οφειλόταν σε δύο κύριους παράγοντες. Πρώτον, η Ρώμη ήταν η πρωτεύουσα της ίδιας της αυτοκρατορίας, της ίδιας της οικουμένης, εντός της οποίας άρχισε να διαδιδεται ο Χριστιανισμός. Δεύτερον, η Ρώμη – ειναι μια πόλη στην οποία μαρτυρησαν οι Αποστόλοι Πέτρος και Παύλος. Για τη σημασία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας μιλουσαν οι αγιοι τον II αιωνα – ο Ιγνάτιος Αντιοχείας και ο Ειρηναίος της Λυων – ειδικα ο τελευταιος εξυψωσε την αξιοπιστία προς το κηρύγμα και το μαρτυρίο των κορυφαιων Αποστόλων. Η Εκκλησία της Ρώμης αναφέρονταν ως Προεδρία της αγάπης (η φράση από την Επιστολή προς Ρωμαίους του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας).

Ήδη στον III αιωνα στη Δυτική θεολογία παρατηρειται συσχετισμος μεταξύ του Αποστόλου Πέτρου και του Επισκόπου Ρώμης. Ο Πάπας Στέφανος πήρε για πρώτη φορά τις λέξεις από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, «Εσύ είσαι ο Πέτρος, και επάνω σε αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου» (Ματθ. 16. 18) στο επισκοπικό του λειτουργημα, επιβεβαιώνοντας έτσι την αρχή της διαδοχής του Αποστόλου Πέτρου. Στη Συνοδο της Ρώμης το 382 μΧ, στην οποία προήδερευε ο Πάπας Δαμασος, εγκρίθηκε η κατάταξη των Πατριαρχικων θρονων,που προσδιορίζεται απο τη σχέση με τον Απόστολο Πέτρο: Ρώμη, Αλεξάνδρεια και Αντιόχεια.

Το πρωτείο του Πάπα στους επισκόπους της Καθολικής Εκκλησίας στη Δύση προέκυψε από τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Αποστόλου Πέτρου στην αποστολική κοινότητα: ακριβώς όπως ο Χριστός έδωσε εντολή στον Πέτρο για να γίνει ποιμένεας στα πρόβατά του,ετσι και ο Επίσκοπος της Ρώμης είναι ο ανώτατος άρχοντας ολόκληρης της Εκκλησίας. Η άποψη αυτή υπήρχε ήδη στη Ρώμη τον IV-V αιώνα.

Εν τω μεταξύ, στην Ανατολή δεν διακρινόταν η άμεση σχέση μεταξύ του Αποστόλου Πέτρου και της συνέχισης του λειτουργηματός του από τον επίσκοπο της Ρώμης . Ερμηνεύοντας τα λόγια του Κυρίου του 16ου κεφαλαίου του Ευαγγελίου του Ματθαίου, οι ανατολικοι Πατέρες, μάλλον, έδιναν έμφαση στην πίστη του Πέτρου :Η Εκκλησια θεμελιωνεται πάνω στην πέτρα, που δεν είναι ο απόστολος Πέτρος, αλλα η ομολογία του για τον Ιησού Χριστο ως τον Υιό του Θεού και Σωτήρα ,. Μερικοί πατέρες, μεταξυ των οποιων , για παράδειγμα, ο Μέγας Βασίλειος,συνεδεσαν την ομολογία του Πέτρου με την προσωπικότητά του – ως εκ τούτου, δεν εβλέπαν άμεση σύνδεση μεταξύ του λειτουργηματος του και της διακονίας του Αποστόλου Πέτρου ως Επισκόπου Ρώμης.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είχε μεγάλη ηθική εξουσία και η μετάβαση της προσοχης από αυτην στην μοναρχική εξουσία του επισκόπου της Ρώμης είναι το αποτέλεσμα μιας ιστορικής εξέλιξης της Δυτικής Εκκλησίας, στη οποία σχεδόν δεν συμμετέχει, η Ανατολική Εκκλησία.

Σχετικά με το ποσο διαφορετικές αντιλήψεις υπηρχαν για την εξουσια του Επίσκοπου της Ρώμης στη Δύση και την Ανατολή, μαρτυρει η ιστορια των Οικουμενικων Συνόδων: όπως γνωρίζουμε, παρευρισκονταν σε αυτες οι απεσταλμένοι του Πάπα, αλλά κανενας Πάπας δεν είχε έρθει προσωπικά στη Συνόδο και ουτε ήταν πρόεδρος της Συνόδου. Δεν προηδρευαν στη Συνοδο και οι αντιπροσώποι του Πάπα. Όλες οι συνοδικές αποφάσεις λαμβάνονται με τη διατύπωση: «Φαινόταν καλό για το Άγιο Πνεύμα και εμάς. Γίνονταν αντιληπτές στην Ανατολή ως αποφάσεις, οι οποιες ειχαν δεσμευτικη δυναμη για το σύνολο της Καθολικής Εκκλησίας, ακριβώς επειδή ελήφθησαν στη Οικουμενικη Συνοδο .

Όταν στη Οικουμενικη Συνοδο λαμβανονταν και αξιολογουνταν θετικά τα έγγραφα, που προέρχονταν από την Εκκλησία της Ρώμης, αυτο δεν ήταν επειδή ήταν η πηγή τους η Ρώμη, αλλά επειδή σε αυτα αναφεροταν το Ορθόδοξο δογμα, ειδικότερα, ο τομος του Πάπα Λέοντα εγκρίθηκε από το IV Οικουμενικη Συνοδο, αφού έιχε μελετηθει προσεκτικα, και αφοτου οι Πατέρες της Συνοδου κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι περιέχει το δόγμα και τη διδασκαλία του Κυρίλλου (δηλαδή Κύριλλος Αλεξανδρείας), και ότι «ο Πέτρος μας μιλάει μέσα απο το στομα του Λέοντα.»

Η έκφραση αυτή, που διατυπώθηκε στη Συνοδο, δεν σημαίνει αναγνώριση στην Ανατολή του Επισκόπου της Ρώμης ως αποκλειστικου Διάδοχου του Αποστόλου Πέτρου και ως φορέα της ιδιας αρχης και της ίδιας άνευ όρων υπεροχής, που κατειχε ο Πετρος στην αποστολική κοινότητα.

Στη Δύση, εν τω μεταξύ, καθιερώθηκε άλλη αντιληψη, συμφωνα με την οποια οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων ειναι δεσμευτικές για την Οικουμενικη εκκλησία μετά την έγκρισή τους από τον Πάπα. Στα μάτια των Δυτικών θεολογων η έγκριση των συνοδικων αποφάσεων απο τον Πάπα ήταν κάτα καποιο τροπο μια πράξη αναγνώρισης, η οποία, κατά την άποψή τους, ήταν απαραίτητο για να εξασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις αυτές εγκρίθηκαν τελικά. Ο Πάπας διατηρεί το δικαίωμα να μην αποδεχθεί ορισμένες αποφάσεις της Οικουμενικής Συνόδου. Για παράδειγμα, ο 28ος κανόνας της Συνόδου Χαλκηδόνας, που ισοβάθμει στη δεύτερη θέση στα δίπτυχα τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και τον εξομοιώνει ως ίσο με τον επίσκοπο της Παλαιάς Ρώμης, στη Δύση δεν έχει αναγνωριστεί.

Αν κοιτάξουμε το κείμενο αυτου του Συνοδικου κανονα, θα δούμε ότι για τους Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας το κύριο επιχείρημα, οτι στο θρόνο της Νέας Ρώμης – Κωνσταντινούπολης εξομοιώνονταν τα ίδια οφέλη, που ήταν διαθέσιμα στο θρόνο της Παλαιάς Ρώμης, ήταν το γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη, η Νέα Ρώμη, έγινε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

ΟΙ Πατέρες της Συνοδου στο θεμα της αποφασης για την δεύτερη θέση στα δίπτυχα, δεν μιλουσαν για την διαδοχή από τον απόστολο Πέτρο ή απο οποιοδήποτε από τους αποστόλους, αλλά για την πολιτική σημασία της νέας πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας. Κανενα μέρος της Κωνσταντινούπολης δεν μπορούσε να καυχηθεί πως είχε τετοιες ιστορικες ριζες, τις οποίες είχε το μερος της ελληνορωμαϊκής πλευρας που ήταν τόπος του μαρτυρίου του Πέτρου και Παύλου.

Ήδη στο IV αιώνα στη Δύση υπήρξε μια πρακτική της προσφυγής του επίσκοποu που δεν συμφωνούσε με την απόφαση του εκκλησιαστικού δικαστηρίου προς τον Επίσκοπο της Ρώμης. Η πρακτική αυτή έχει καθοριστεί με τους 3, 4 και 5 κανόνες της Συνοδου των Σάρδεων και επιβεβαιώθηκε στη συνέχεια από τη Συνοδο στο Τρουλλό. Αλλά, και πάλι, το δικαίωμα προσφυγής στον Επίσκοπο της Ρώμης δεν εδειχνε κανενα συγκεκριμένο οικουμενικο ρόλο .Τέλος, σε ειδικές περιπτώσεις την προσφυγη προς τον Επίσκοπο της Ρώμης την πραξανε και μερικοι ανατολικοι Πατέρες, αλλά, πρώτα, δεν απευθυνονταν σε αυτόν ως επικεφαλής της οικουμενικης Εκκλησίας, αλλά ως φορέα ενός ειδικού θεσμου με πνευματική και ηθική αρχή, δεύτερον, προσέφυγαν όχι μόνο στον επισκοπο της Ρώμης, αλλά και σε άλλους επισκόπους.

Κατα τον V αιώνα στην χριστιανική Ανατολή διαμορφωθηκε η λεγόμενη «πενταρχία» -το συστημα εξουσιων των πέντε Πατριαρχείων,που συγκεντρωνονται γυρω απο τους πέντε παλαιότερους και τους πιο σημαντικους θρονους: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια και την Ιερουσαλήμ. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός νομοθέτησε τις ταξεις (Ελληνική τάξις) των πέντε πατριαρχικων θρόνων, μεταξύ των οποίων η πρώτη θέση ανήκε στη Ρώμη. Η έννοια της «πενταρχίας» προυποθετει την συνοδικη διαχείριση στην Εκκλησία και ότι οι Πατριάρχες ειναι ισοι μεταξυ τους, ένας από αυτούς είναι ο πρώτος αλλά ήταν ο πρώτος μεταξύ ίσων (primusinterpares) – όπως ήταν ο επίσκοπος της Ρώμης.

Μερικές φορές στις ανατολικές πηγές συναντάμε πολύ μεγαλειώδη έκφραση σχετικά με την έδρα της Ρώμης και του επισκόπου της Ρώμης. Για παράδειγμα, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αποκαλεί τη Ρώμη μητροπολιτικη κεφαλή όλων των εκκλησιών, πέτρα πολύ σκληρά και σταθερή, την μεγαλύτερη Αποστολική Εκκλησία, η οποία κρατά τα κλειδιά της πίστεως και την Ορθόδοξη Πίστη.

Η Ιστορία της ζωής και του αγώνα για την Ορθοδοξία του Αγίου Mαξιμου μαρτυρει σαφώς ότι ο ίδιος, καθώς και άλλοι πατέρες της Ανατολικής Εκκλησιας , απηύθυναν έκκληση στην ηθική και πνευματική εξουσία της Ρώμης, αλλά δεν αποδεχονταν τον επίσκοπο της Ρώμης, ως επικεφαλής της καθολικής Εκκλησίας, στον οποίον υπάγονται ή θα πρέπει να υπόκεινται οι αλλοι Πατριάρχες.

Αυτή η αντίληψη του επισκόπου της Ρώμης στην Ανατολή υπήρχε πάντα μέχρι το σχισμα μεταξύ της Κωνσταντινούπολης και του ρωμαϊκού θρόνου. Το σχισμα αυτό συνέβη το 1054, και τα κύρια αίτιωδη ζητήματα του δεν ειχαν δογματικο και θεολογικο χαρακτήρα, αλλα τα προβλήματα που σχετίζονται με την πρακτική της εκκλησίας σε οτι αφορα διάφορα αμφισβητούμενα εδάφη, καθώς και οι διαφορές από τελετουργικές πρακτικές.

Στην συγκριτικη Θεολογία και Εκκλησιαστική Ιστορία εσεις μελετησατε με κάθε λεπτομέρεια τους λόγους που οδήγησαν στη ρήξη μεταξύ της Κωνσταντινούπολης και της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, και νομίζω ότι δεν υπάρχει καμία ανάγκη να μιλησω τώρα γι αυτούς τους λόγους. Θα ήθελα όμως να τονίσω ένα πολύ σημαντικό γεγονός, το οποίο συχνά ξεχνουν: το σχισμα του 1054, δεν ήταν ένα χάσμα μεταξύ των δύο τμημάτων του χριστιανικού κόσμου, μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Ήταν ένα χάσμα μεταξύ της Ρωμαϊκής Τοπικής Εκκλησίας και της Τοπικής Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Ακριβως ετσι ενήργησαν οι απεσταλμένοι του Πάπα, ακριβως ετσι ενήργησε και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλάριος. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος είχε ήδη αυτόν τον τίτλο, αντιμετωπιζονταν στην Ανατολή οχι ως επικεφαλής της οικουμενικης Εκκλησίας, η οποία μπορεί να καθοδηγήσει όλο το σώμα της εκκλησίας, αλλά και ως ένας από τους τέσσερεις Ανατολικούς Πατριάρχες, και στο δίπτυχο πήρε τη δεύτερη θέση.

Ετσι συνέβη, ώστε μετά από την ρηξη μεταξύ Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, η οποια ρηξη μπορουσε να είναι προσωρινή, αλλά κατέληξε να ειναι μια πραγματική παύση ανάμεσα στη λατινική Δύση και την Ορθόδοξη Ανατολή,και σε αυτη την ρηξη μετά το γεγονός προσκολλησαν άλλες Εκκλησίες της Ανατολής, και αυτο ήταν απολύτως φυσικό, διότι στην Ανατολη υπήρχε συνοδικος χαρακτήρας της διαχείρισης της Εκκλησίας και όλα αυτα του είδους τα θέματα συζητήθηκαν στο Συνοδο.

Στην Ορθόδοξη Ανατολή η συνοδική αρχή παρέμεινε η κύρια κατευθυντήρια αρχή της εκκλησίαστικης διαχείρισης. Γι ‘αυτό ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριος VI, αρνουμενος την πρόσκληση του Πάπα να παει στην I Βατικανεια Συνοδο , έγραψε: «Δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι η ολόκληρη η Εκκλησία του Χριστού έχει έναν διοικών επίσκοπο η άλλον επικεφαλης, αλλά μονο τον Κύριον, ή ότι υπάρχει Πατριάρχης, ο οποιος μιλαει από τον άμβωνα και πιο ψηλα απο τις Οικουμενικές Συνόδους ή ότι οι απόστολοι δεν ήταν ίσοι. «

Ο οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος VI και η Σύνοδος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως το 1895 στην απαντηση τους  προς την επιστολή του Πάπα Λέοντα ΧΙΙ είπε, «οι Θείοι Πατέρες, τιμώντας τον επίσκοπο της Ρώμης μόνο ως επίσκοπο της πρωτεύουσας του κράτους, του έδωσαν την τιμητική προεδρία της αρχαιότητας, θεωρώντας τον απλώς ως τη πρώτη σειρά του επισκόπου, δηλαδή, πρώτος μεταξύ ίσων, την ιδια αρχαιότητα εδωσαν και στην Κωνσταντινούπολη, όταν η πόλη έγινε η πρωτεύουσα της ρωμαϊκής εξουσίας, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός του 28ου κανόνα της IV Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνος.Σε Κανένα από τους Πατέρες δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο Επίσκοπος της Ρώμης έιναι ένας ενιαίος αρχιηγετης της Καθολικής Εκκλησίας. «

Αυτα τα παραθετηματα δείχνουν σαφέστατα και ξεκάθαρα τη θέση της Ορθόδοξης Ανατολής, σε σχέση με την υπεροχή της στην Οικουμενική Εκκλησία. Η θέση αυτή ομολογεί ότι η Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ότι η Εκκλησία διοικείται απο ίσους στα αξιωματα Πατριάρχες και κανένας από αυτούς δεν έχει καμία εξουσία έναντι των άλλων Πατριαρχών, η οποία, αντίστοιχα, για κάθε τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι αυτοκέφαλη, αυτοδιαχείρισιμη . Ιδιως ο καθορισμος της Συνοδικής φύσης της Εκκλησίας για τους ανατολικούς Πατέρες ήταν ο κύριος λόγος για να αρνηθουν την οικουμενικη αρχή του ρωμαϊκου επισκόπου.

Η «Οικουμενική Δικαιοδοσία» του Επίσκοπου της Ρώμης, όπως έχει ερμηνευθεί στη θεολογία της Δυτικής Εκκλησίας, ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς ιστορικής εξέλιξης, η οποία οφείλεται στο γεγονός ότι στη Δύση ο Ρωμαίκος θρονος ήταν ο μόνος αποστολικός θρόνος, που έλαβε ειδικα πολιτικά προνόμια.

Όπως γνωρίζουμε, κατά τον Μεσαίωνα, οι Πάπες είχαν εξουσία όχι μόνο πνευματικη, αλλά και πολιτική, δεν είναι μόνο οτι έστεφαν τους χριστιανούς αρχοντες, αλλά και ο ίδιοι ήταν κατα καποιο τροπο άρχοντες του κρατους: είχαν δική τους γη και δικό τους στρατό. Όλα αυτά, βέβαια, ενίσχυσαν την εξουσία του Ρωμαϊκου θρονου.

Στην χριστιανική Ανατολή εμφανίστηκαν εντελώς διαφορετικές διεργασίες. Τα έδαφη επί των οποίων τοποθετουνταν τα αρχαία Πατριαρχεία της Ανατολής, βρίσκονταν αλλοτε κάτω από τη μια κυριαρχια και αλλοτε κατω απο την αλλη εξουσια, στη συνέχεια προσβαλλονταν αλλοτε από τις επιδρομές των Αράβων,και αλλοτε των Τούρκων. Όλα αυτά συνέβαλαν στην αποδυνάμωση των αρχαίων Ανατολικών θρόνων – ιδιαίτερα των Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, οι οποίοι de facto έχασαν μεγάλο μέρος της ανεξαρτησίας της .

Αυτοι μπορούσαν για χρόνια και δεκαετίες να μην ειναι στους αμβωνες τους, ενώ στην Κωνσταντινούπολη μπορούσαν να συμμετέχουν στη Σύνοδο της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, να υπογράφουν έγγραφα,που είχαν κοινη εκκλησιαστικη σημασία, όπως ήταν, για παράδειγμα, ένα έγγραφο σχετικά με την αναγνώριση του Πατριαρχείου στην πόλη της Μόσχας και στα βορεια εδαφη ,το οποίο υπεγράφη από τους τέσσερις Ανατολικούς Πατριάρχες. Παρά την πραγματική εξάρτηση από την Κωνσταντινούπολη από άποψεως εκκλησιαστικού δικαίου οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων παρέμειναν πρωτοι στις αυτοκεφάλες εκκλησιες ισοδύναμες προς τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως έλαβε πρόσθετα προνόμια ως Εθνάρχης του Ορθόδοξου ελληνικου πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αυτο υπονόμευσε περαιτέρω την αξιοπιστία των αρχαίων πατριάρχων. Το προνόμιο αυτό επιτρέπει στο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στις δύσκολες συνθήκες των διωγμών από τους Τούρκους να κρατήσει την εκκλησία και ακόμη και να χρησιμοποιήσει αυτό το προνόμιο προς όφελος όχι μόνο της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και των άλλων Ορθόδοξων Εκκλησίων.

Κατα την ’20 δεκαετία του XX αιωνα έγιναν πολύ σημαντικές προσαρμογές στη σχετική θέση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως όσον αφορα το πρωτειο του άμβωνα της Κωνσταντινούπολης. Έχουμε δει πως σε όλη την ιστορία, η Ανατολική Εκκλησία στη διαμάχη με τον Παπισμό με πολύ ζήλο τήρησε το δόγμα της ισότητας των Προκαθημένων των αυτοκεφάλων Εκκλησιών, και ότι κανένας από αυτούς δεν είναι ο επικεφαλής, οι εν λόγω Προκαθημένοι είναι ίσοι και αν υπάρχει ένας πρώτος, ήταν ο πρώτος μεταξύ ίσων.

Στην ίδια δεκαετία υπο την επηρεια των διαδικασιών μετανάστευσης ολόκληρων έθνων και λαων , ιδιαίτερα εκείνων που προκλήθηκαν από τη μικρασιατική καταστροφή, ένας τεράστιος αριθμός των Ορθοδόξων Χριστιανών που ανήκουν σε διαφορετικές εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες ήταν εκτός των ορίων αυτων των ιστορικών κανονικων δικαιοδοσίων. Για παράδειγμα, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες από την πρώην Οθωμανική Αυτοκρατορία βρεθηκαν στη διασπορά της Αμερικής, της Αυστραλίας, της Δυτικής Ευρώπης.Ιδίως τοτε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος (Μεταξάκης) διαμορφωσε μια εντελώς νέα θεωρία, η οποία δεν ήταν προηγουμένως γνωστή στην Ανατολική Εκκλησία: ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι Οικουμενικός όχι μόνο λόγω του τίτλου του, αλλά επειδη έχει οικουμενική δικαιοδοσία επί του συνόλου της Ορθόδοξης Διασποράς.

Αυτή η άποψη, η οποία δικαιολογείται από μια πολύ ιδιαίτερη και μονόπλευρη ανάγνωση του 28ου κανόνα της Χαλκηδόνας, έγινε η επίσημη θέση του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Δεν έγινε δεκτή από άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, ιδίως,απο την Ρωσική Εκκλησία. Αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι μεταξυ 1920 – 1950 ήταν μια εποχή που ο διορθόδοξος διάλογος ουσιαστικά δεν διεξήχθη. Στην πραγματικότητα, ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση της ιδέας της σύγκλησης Πανορθόδοξης Σύνοδου. Κατά την προετοιμασία αυτης της Συνοδου η επικοινωνια μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών εχει σημαντικά ενταθεί, και εδω , κατα την προετοιμασία του συνοδικου έγγραφου αποκάλυφτηκε μια σημαντική διαφορά στην κατανόηση του ρόλου του πρώτου επισκόπου στην Οικουμενική Εκκλησία.

Η Προετοιμασία για την Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία ξεκίνησε το 1961, βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Διαρκεί για περισσότερο από πενήντα χρόνια, και οκτώ από τις δέκα ερωτήσεις επιλύθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας στο προ-Συμβούλιο και υπήρξε κάποια συναίνεση που έχει καθορισθεί στα έγγραφα, τα οποια σήμερα βρισκονται στην προκαταρκτικη κατάσταση.

Αλλά πρέπει να πουμε ότι το θέμα του πρωτειου στην Οικουμενική Εκκλησία σε αυτες δεν αγγιχτηκε. Κατα την προετοιμασία των εγγράφων κατ ‘επανάληψη προέκυπταν κάποιες τριβες, οι οποίες συνέβησαν για λογους διαφορετικης αντιληψης της αρχης και του ρολου του πρώτου επίσκοπου στην οικουμενική Εκκλησία.

Θα σας φερω ένα παράδειγμα απο τις πολύ πρόσφατες συζητήσεις σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης του αυτοκέφαλου, το οποίο μπορεί να τεθεί προς συζήτηση και να αποφασιστεί στην Πανορθόδοξη Σύνοδο. Οι αρχικες θέσεις της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, για παράδειγμα, και της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ήταν τελείως διαφορετικες. Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έκρινε ότι το δικαίωμα για τη χορήγηση του αυτοκέφαλου σε καθε τοπική εκκλησία θα πρέπει να ανήκει στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης και ο Τόμος του αυτοκεφαλου να υπογραφεί και στη συνέχεια να παραδωθει στον επικεφαλης της νεοσύστατης Εκκλησίας απο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Η αφετηρία μας ήταν ότι την αυτοκεφαλία μπορεί να την παραχωρήσει σε ορισμένα από τα τμηματα της εκεινη η τοπική εκκλησία, στην οποία η νεοσύστατη Εκκλησία ηταν μελος πριν απο την παραχωρηση της αυτοκέφαλιας της. Βάση αυτου το 1970 η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία χορήγησε το αυτοκέφαλο στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής, και η Κωνσταντινούπολη δεν αναγνώρισε και δεν το αναγνωρίζει, επειδή διαφωνούν με αυτό τον τρόπο παραχωρησης του αυτοκέφαλου.

Κατά τη συζήτηση του θέματος του αυτοκέφαλου,κατα τη Προκαταρκτική διαδικασία, επιτεύχθηκε συμφωνία σχετικά με το πώς θα πρέπει να παρέχεται στο μέλλον: η συναίνεση βασίζεται στο γεγονός ότι η παροχή του αυτοκέφαλου θα πρέπει να είναι μια Πανορθόδοξη διαδικασία, στην οποία συμμετεχουν όλες οι τοπικές εκκλησίες, Ο Τόμος περι της αυτοκεφαλίας πρεπει να υπογραφεί από τους αρχηγούς όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ενώ η πρώτη υπογραφη ανηκει στον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά μετά από αυτόν σύμφωνα με την ταξη στο δίπτυχο την εντολή υπογράφουν οι αρχηγοι των άλλων τοπικών Εκκλησιών. Παραμένει ανοικτό ερώτημα για το πώς θα υπογραφουν.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επιμένει ότι η υπογραφή του Οικουμενικό Πατριάρχη πρέπει να συνοδεύεται από κάποια ορολογία, που τονίζει την πρωτοκαθεδρία της και δηλώνει ότι αυτος παιρνει τη βασική απόφαση, ενω η υπογραφή των άλλων Προκαθημένων επικυρωνει την συμφωνια τους με την αποφάση που έχει ήδη ληφθεί.

Μια τέτοια διαδικασία για την υπογραφή του Τόμου,που πρόταθηκε απο την Κωνσταντινούπολη, η Εκκλησία μας δεν την αποδέχθηκε. Υπάρχουν επίσης ανεπίλυτα ζητήματα που σχετίζονται με τη διατύπωση του Τόμου, αλλά είναι ακόμα ιδιωτικές υποθέσεις, αλλά κάποια γενική συμφωνία, συναίνεση σχετικά με την υποθέση, οτι η παροχή του αυτοκέφαλου θα είναι η συνέπεια της πανορθοδόξης διαδικασίας, υπάρχει ηδη σημερα.

Επιπλέον, υπάρχει συναίνεση ως προς το ποιος θα συγκαλέσει Πανορθόδοξη Σύνοδο. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι οι οικουμενικές Σύνοδοι συγκαλούνται από τους αυτοκράτορες. Οι αυτοκράτορες πλέον δεν υπαρχουν ,δεν υπαρχει εκεινη η πολιτική αρχή, η οποία μπορεί να παρέχει τη σύγκληση της Σύνοδου, την ταξη σε αυτο και την περαιτέρω λήψη των συνοδικών αποφάσεων. Αρα πρέπει να υπάρχει ένας πανορθόδοξος μηχανισμός. Ένας τέτοιος μηχανισμός έχει δημιουργηθεί, και το δικαίωμα να συγκαλέσει Πανορθόδοξη Σύνοδος το χορήγησε στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, αλλά όχι ως επικεφαλής της οικουμενικης Εκκλησίας, αλλα ως πρώτος μεταξύ ίσων μεταξυ των Προκαθημένων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Και το λαμβανε αυτο το δίκιο, όχι επειδή ο θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως παίζει ένα παγκόσμιο ρόλο, αλλά επειδή αυτή ήταν η συμφωνία που ήταν η συναίνεση των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών στις πανορθοδοξες συναντήσεις. Με άλλα λόγια, η Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία αναθέτει στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ορισμένα καθήκοντα συντονισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να συγκαλέσει Πανορθόδοξη Σύνοδος.

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική, μπορεί να ενεργεί για λογαριασμό άλλων τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών αν η Αυτοκέφαλη Εκκλησία έχει αναθεσει αυτην την αρμοδιότητα σε αυτόν ή του το ζητανε αυτο, αν αυτό δεν συμβεί, θα ενεργεί ως επικεφαλής της τοπικής Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Για παράδειγμα, μέσα στις επόμενες ημέρες θα γίνει μια συνάντηση του Πάπα Φραγκισκου και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου, και στη Δύση, ιδίως στα κοσμικα μέσα ενημέρωσης, αυτη η συνάντηση παρουσιαζεται ως μια συνάντηση των επικεφαλής της Καθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, ωστοσο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εχει κήρυχτει ως πνευματικός ηγέτης των τριακοσσιων εκατομμυριων του Ορθόδοξου πληθυσμού σε ολο το πλανήτη . Από τη δική μας σκοπιά, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως συναντιέται με τον Πάπα ως κεφαλή της Τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, και όχι ως επικεφαλής όλων των Ορθοδόξων, γιατί ουτε η Ρωσική Εκκλησία, ούτε οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν του εχουν αναθεσει αρμοδιότητα να συναντηθει εξ’ ονόματός τους με τον Πάπα.

Η Εκκλησία της Ρώμης και η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έχουν μια ιδιαίτερη ιστορική ευθύνη για τη διάσπαση που σημειώθηκε στον XI αιώνα, και μεχρι σημέρα αυτο εχει αντίκτυπο στη ζωή του κόσμου του Χριστιανισμού, ως εκ τούτου, τα βήματα που ο Πάπας και ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κάνουν ο ένας προς τον άλλον (και οι ενέργειες αυτές ήταν πολλες, αρχίζοντας με τον Πάπα Παύλο VI και τον Πατριάρχη Αθηναγόρα), φυσικά, είναι επίσης σημαντικα για την Ορθόδοξη πληρότητα. Ωστόσο, αυτές τις συναντήσεις εμεις τις αντιλαμβανόμαστε ως συνάντησεις των επικεφαλής των τοπικών εκκλησιών – Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης – ακόμη και αν η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία σήμερα στα μάτια των Καθολικών σε όλο τον κόσμο, και στη διοικητική της δομη δεν είναι η τοπική Εκκλησία της Ρώμης αλλα Εκκλησία διάσπαρτη σε όλο το συμπαν.

Η διαφορά στην κατανόηση της υπεροχής στην Οικουμενική Εκκλησία πλήρως αποκαλυφθηκε και φανερωθηκε στο θεολογικό διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Ο επίσημος διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών κρατα περισσότερο από τριάντα χρόνια, από το 1980. Στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου συζητήθηκαν διάφορα θέματα εκκλησιολογικά, θεολογικά και εκκλησιαστικα με πρακτικό χαρακτήρα. Πολύ σημαντικό επίτευγμα, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι το 1993 η Ορθόδοξοι και Καθολικοί μαζί καταδίκασαν την Ένωση, δηλώνοντας ότι δεν είναι μια αποδεκτή μέθοδος για την επίτευξη ενότητας.

Για μας τους Ορθοδόξους, το γεγονός αυτό ήταν εμφανές και πριν, επειδη η ιστορία της Εκκλησίας μας δείχνει ότι η ένωση δεν φέρει στους Ορθοδόξους λαούς τιποτα εκτος απο καταστροφη, διώξεις και διακρίσεις. Και σήμερα βλέπουμε από τις ενέργειες των Ουνιτών στην Ουκρανία, οτι αυτοι δεν είναι φίλοι της Ορθοδοξίας και σε καμία περίπτωση δεν είναι ο ενωτικος σύνδεσμος μεταξύ της Ανατολικής Ορθοδοξίας και Δυτικου καθολικισμου , όπως προσπαθησε μερικές φορές να παρουσιάσει η Δύση.

Στην πραγματικότητα, η ένωση δημιουργήθηκε ειδικά ως ένα ιεραποστολικό και προσηλυτιστικο έργο , που στόχο ειχε την μετατροπη των ορθόδοξων σε καθολικους. Οι Ουνίτες από την αρχή ήταν και παραμένουν βαθιά εχθρικοί προς την Ορθοδοξία. Αυτοί δεν είναι φίλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και κάθε φορά που οι πολιτικές συνθήκες συμβάλλουν στην αναβίωση αυτης της ένωσης,οι Ουνίτες την χρησιμοποιούν για να προκαλέσουν όσο το δυνατόν περισσότερο επώδυνα πλήγματα στους Ορθοδόξους. Δηλώσεις, που άκουγονται σήμερα από το στόμα των Ουνιτών επισκόπων, ξεκινωντας απο τον επικεφαλής της ουκρανικής Ελληνικής Καθολικής Εκκλησίας,  Αρχιεπίσκοπο Σβιατοσλαβ Σεβτσιουκ και τελειώνοντας με τους απλούς ιερείς και λαϊκους-Ουνίτες, έχουν στόχο τον διαμελισμό της Ρωσικής Εκκλησίας. Είναι απροκάλυπτα εχθρικοι και δείχνουν ότι η Ένωση εξακολουθεί να αποτελεί εμπόδιο στις σχέσεις Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών και ειναι ακόμα ανοιχτή πληγή στο σώμα του παγκόσμιου Χριστιανισμού.

Έτσι, στο διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικων τουλάχιστον μία φορά και τουλάχιστον στα χαρτιά η Καθολική Εκκλησία αναγνώρισε ότι η ένωση δεν είναι ο τρόπος για να επιτευχθεί η ενότητα. Αλλά, δυστυχώς, σε αυτή τη θεωρητική αναγνώριση της πλάνης της ένωσης δεν εγινε κανένα πρακτικο βήμα, και όταν πρότεινε η Ορθόδοξη πλευρά να προετοιμάσει ένα άλλο έγγραφο που θα αντιμετωπίζε τις κανονικές και ποιμαντικές συνέπειες της Ουνίτικης Εκκλησίας, η Καθολική πλευρά κατηγορηματικά ηταν αντίθετη. Ο διάλογος έχει ανασταλεί. Στη συνέχεια, έξι χρόνια αργότερα, τα μέρη επέστρεψαν στη συζήτηση, αλλά αποφασίστηκε να συζητηθούν άλλα θέματα. Προτειναν να συζητήσουν το θέμα της υπεροχής του Ρωμαϊκου επισκόπου, και εδω αναδειχτηκαν και βρεθηκαν διαφορες όχι μόνο μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών, αλλά και μέσα στην οικογένεια της τοπικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αυτες οι διαφορες ηταν συνδεδεμενες με διαφορέτικοτητα στην προσεγγίση του θέματος, την οποία παρατηρούμε στην Ορθόδοξη Ανατολή, αρχής γενομένης με τον Πατριάρχη Μελέτιο ( Μεταξάκη), δηλαδή από το 1920.

Με τι συγκρουστηκαμε κατά την διάρκεια του διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικων σχετικά με το προτεινόμενο θέμα; Με το ότι η Καθολική πλευρά πολύ αργα, πολύ ευγενικά προσπαθεί να μας επιβάλει τις απόψεις της σχετικά με την υπεροχή του Επισκόπου της Ρώμης στην οικουμενικη Εκκλησία, επικαλούμενη τόσο την εκκλησιαστική ιστορία οσο και διάφορα είδη εγγράφων της πρώτης και δεύτερης χιλιετίας.

Από την Ορθόδοξη πλευρά δεν εχει δοθει μια ορθή απάντηση σε αυτές τις δηλώσεις, σε αυτες τις απόψεις των Καθολικών. Αν μια τέτοια σαφή απάντηση υπήρχε στην Ορθόδοξη παράδοση, τουλάχιστον, από τον ΧΙ εως τον ΧΙΧ αιώνα, και είχαμε αυτό το τεράστιο ποσό των αποδεικτικών στοιχείων και αναφορών, τώρα δεν υπαρχει, γιατί δεν υπάρχει ενότητα μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών ως προς το ποια προνόμια πρέπει να απολαμβάνει ο πρώτος επίσκοπος και αν είναι γενικά ο πρώτος μεταξύ ίσων.

Η κατάσταση αυτή οδήγησε την Ιερά Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας να αναθέσει στην Συνοδική Θεολογική Επιτροπή να αναπτύξει ένα έγγραφο που θα καθορίζει τη θέση του Πατριαρχείου Μόσχας σχετικά με την υπεροχή της καθολικής Εκκλησίας. Αυτη η εργασία τέθηκε ενώπιον της Ιεράς Συνόδου της Συνοδικής Βιβλικής Θεολογικής Επιτροπής, και ειχε στοχο να αναπτύξει ένα κανονιστικό έγγραφο που θα χρησιμεύσει ως βάση για τη θέση του Πατριαρχείου Μόσχας στο διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά, φυσικά, θα έχει σχέση με τα προβλήματα των διορθοδόξων σχέσεων επειδή το θέμα της υπεροχής στην οικουμενικη εκκλησία δεν αφορά μόνο τη σχέση μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών, αλλά παρουσιαζεται και στην ημερήσια διάταξη του διορθοδόξου διάλογου

Αυτό το έγγραφο έχει συνταχθεί και εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, από τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους. Οι βασικές διατάξεις του παρόντος εγγράφου βασίζονται σε δύο χιλιετίες θεολογική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Κατά κύριο λόγο στο έγγραφο σχηματίζεται η συναίνεση των Ορθοδόξων Εκκλησιών σχετικά με τη σημασία του πρωτειου σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτο υπάρχει και σε καμία περίπτωση δεν το αρνειται η Ρωσική Εκκλησία: το έγγραφο αναφέρει ρητά ότι στην οικογένεια των τοπικων Ορθόδοξων Εκκλησίων το πρωτειο ανήκει στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, αλλά αμέσως διευκρινίζει ότι ανήκει σ ‘αυτόν ως πρώτου μεταξύ ίσων Προκαθημένων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Περαιτέρω αναφέρεται, ότι το ουσιαστικό περιεχόμενο του πρωτειου καθορίζεται με συναίνεση των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών και εκφράζεται, ιδίως, στις Πανορθόδοξες συναντήσεις κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εάν οποιαδήποτε συντονιστικα δικαιωμάτα αναθέτονται στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, δεν είναι επειδή είναι πιο σημαντικος από τους άλλους , αλλά επειδή με αυτο συμφωνησαν και άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Το έγγραφο επισημαίνει ότι στην Αγία Εκκλησία του Χριστού το πρωτειο σε όλα τα πράγματα ανήκει στην Κεφαλη του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ότι οποιαδήποτε άλλη μορφή της ανωτερότητας είναι δευτερεύουσα σε αυτή την αιώνια υπεροχή του Κυρίου.

Στη συνέχεια εξέταζεται το πρωτειο σε τρία επίπεδα της Εκκλησίας: τη μητρόπολη, την τοπική εκκλησία και την καθολική εκκλησία. Γιατί είναι ετσι δομημένο το κείμενο; Επειδή το 2007 στη Ραβέννα, κατα την απουσία εκπροσώπων της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας εγκρίθηκε ενα Ορθοδόξο-Ρωμαιοκαθολικο εγγραφο για την καθολικότητα και την πρωτοκαθεδρία στην Οικουμενική Εκκλησία, όπου δόθηκε ακριβώς μια τέτοια δομή στη συζήτηση του θεματος και προταθηκε πολύ λάθος, κατά την άποψή μας, η παρουσίαση του υλικού, σύμφωνα με την οποία αναφέρεται πως ό,τι αφορα την υπεροχή σε ένα επίπεδο μπορει να μεταφερθεί αυτόματα σε ένα άλλο επίπεδο.

Όπως γνωρίζουμε καλά, ο πρωταρχικός ρόλος σε κάθε επισκοπή ανήκει στον επίσκοπο, και εκεί δεν έχει ίσο: ειναι επικεφαλής της επισκοπής, και όλα τα άλλα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων, για παράδειγμα, βοηθών επισκόπων και των πρεσβυτέρων, τον υπακούν. Αλλά τώρα έχουμε δημιουργήσει τις μητροπολεις : σε κάθε μία από αυτές υπαρχει μητροπολιτης και επίσκοποι , στην μυστηριακή σχέση είναι ίσοι, και ο μητροπολίτης είναι ο πρώτος μεταξύ ίσων. Και αποδεικνύεται ότι η μητροπολη – δεν ειναι πια επαρχια, αλλα ειναι κάποια αλλη μορφή αυτο-οργάνωσης της εκκλησίας. Υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα και άλλες μορφές αυτο-οργάνωσης της εκκλησίας, που περιλαμβάνουν δύο ή περισσότερες επισκοπές, αρχιεπισκοπή, Μητροπολιτική περιοχή, αυτόνομη αυτοδιαχειριζόμενη ή αυτοκέφαλη Εκκλησία.

Γνωρίζουμε ότι την άνευ όρων υπεροχή κατεχει σε καθε Τοπική Εκκλησία ο Προκαθήμενος, αν ειναι Πατριάρχης, ή Αρχιεπίσκοπος ή μητροπολιτης , αλλά επίσης γνωρίζουμε ότι ως επίσκοπος, αυτός είναι ο πρώτος μεταξύ ίσων. Έχει ορισμένα δικαιώματα σε σχέση με άλλους επισκόπους, αλλά ο προκαθημενος δεν ειναι επισκοπος των αλλων επισκοπων, αλλα ειναι επικεφαλης της Εκκλησίας σε ορισμένο έδαφος. Για παράδειγμα, αν μιλάμε για τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Πατριάρχης είναι ο επίσκοπος της πόλης της Μόσχας.

Σύμφωνα με τη λογική του εγγραφου της Ραβέννας,τα προνομια , που ανήκουν στον πρώτο στο ίδιο επίπεδο, μπορεί να μεταφερθουν στον πρώτο και σε ένα άλλο επίπεδο, και ως εκ τούτου η διακονία των επισκόπων της επαρχιας μπορεί να σχετίζεται με την υπηρεσία του μητροπολιτη στην μητροπολη του ως Προκαθήμενου στην τοπική εκκλησία και ως πρώτου επισκόπου στην οικουμενικη Εκκλησία. Με τετοια προσέγγιση αυτου του θεματος με μεγαλη χαρα συμφωνήσαν οι καθολικοι, γιατί, στην πραγματικότητα, αντανακλά την καθολική αντίληψη της διοικητικής δομής της οικουμενικης Εκκλησίας, αλλά αυτό δεν μπορεί να αποδεχθεί η Εκκλησία μας, επειδη βλέπουμε στη μέθοδο αυτής της θεολογικής συζήτησης του θεματος της υπεροχής μεθοδολογικο λάθος, που οδηγεί σε ψευδείς εκκλησιολογικες κατασκευές..

Στο κείμενο της Ραβέννας αναφέρεται ότι η εκκλησία ειναι δομημενη σύμφωνα με την εικόνα της Αγίας Τριάδος, εμεις δεν διαφωνουμε με αυτο, όσον αφορα τις λεπτομερειες, και αν μιλάμε για το ρόλο των επισκόπων στην επισκοπή, μπορούμε πραγματικά να δούμε ότι αυτό είναι ο κεντρικό ρόλος. Υπάρχουν επίσης πατερικες ενδείξεις , που μας επιτρέπουν να σχεδιάζουμε το Τριαδικο μοντέλο για την δομη των επισκοπών, αυτα ειναι τα λόγια του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, ότι ο επίσκοπος είναι ο Θεός Πατήρ, οι πρεσβύτεροι να κάνουν διακονία των αποστόλων, κλπ.

Αλλά όταν πρόκειται, για παράδειγμα, για την μητροπολη και την τοπική εκκλησία, δεν υπαρχουν θεολογικοι λόγοι για να παρομοιάσουμε τον προκαθημενο της τοπικής εκκλησίας ή τον επικεφαλης της μητροπολης με τον Θεό Πατέρα – δεν υπάρχουν τετοια αποσπάσματα, δεν υπάρχουν τέτοιες πηγές στην ορθόδοξη παράδοση.
Έτσι, εδώ εχουμε να κανουμε με μια άλλη μορφή πρωτειου και συλλογικόυ πολιτευματος στην Εκκλησία. Η Διοικηση της επαρχιακής Εκκλησίας μπορεί να ονομάζεται συλλογικη μόνο σχετικά, επειδή υπέρτατη δύναμη σε αυτη δεν είναι το επαρχιακο συμβούλιο, ουτε η επαρχιακη συνελευση , ουτε κανενα είδος συλλογικού οργάνου – όλοι αυτοί οι οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένου του εκκλησιαστικόυ δικαστήριου, είναι συμπληρωματικοι, και η επιλύση εξακολουθεί να είναι στα χερια του επίσκοπου.

Ωστόσο στην τοπικη Εκκλησία η απόφαση λαμβάνεται από την Συμβούλιο των Επισκόπων,το οποιο είναι η υπέρτατη αρχή. Στο επίπεδο της Τοπικής Εκκλησίας υπάρχει μια εντελώς διαφορετική οργάνωση – συνοδική διοκηση, όπου υπάρχει ένας πρώτος μεταξύ ίσων, ο οποίος οδηγεί μια συζήτηση, συντονίζει τη συνάντηση, αλλά οι αποφάσεις λαμβανονται συνοδικα και είναι δεσμευτικές για όλη την Εκκλησία, καθώς και για το πρώτο επίσκοπο.

Όσον αφορά την οικουμενικη Εκκλησία, στην ορθόδοξη παράδοση δεν υπάρχει κανενας απολύτως διοικητικός μηχανισμός, που θα διοικουσε αυτη. Η Οικουμενική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι δομημενη ως μια κοινότητα και κοινοπολιτεία τοπικων Ορθοδόξων Εκκλησιών, καθέ μια από τις οποίες είναι ανεξάρτητη από τις άλλες στην διοίκηση της . Δεν έχουμε επικεφάλης της Οικουμενικής Εκκλησίας, η οποίος θα θεωρουνταν υψηλότερος , και δεν θα ήταν ο πρώτος μεταξύ ίσων.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτα τα προβλήματα στο εγγραφο «Θέση του Πατριαρχείου Μόσχας σχετικά με το ζήτημα της υπεροχής της Οικουμενικής Εκκλησίας», λέμε ότι το πρωτειο σε κάθε ένα από αυτά τα τρία επίπεδα έχει διαφορετικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, έχει διαφορετικές πηγές.

Ποια είναι η πηγή της ανωτερότητας προς τους επισκόπους στις ενορίες;

Η Αποστολική Διαδοχή: Ο Επίσκοπος είναι διάδοχος των Αποστόλων, πήρε τη δύναμή του μέσω συντονισμού σε ευθεία αλυσίδα της διαδοχής των Αποστόλων.

Ποια είναι η πηγή της εξουσίας του πρώτου επισκόπου της τοπικής Εκκλησίας;

Η Εκλογή αυτου απο τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας στο Συμβούλιο των Επισκόπων, είναι ο επικεφαλής της τοπικής εκκλησίας, όχι επειδή είναι ο διάδοχος των αποστόλων, – όλοι οι άλλοι επίσκοποι επισης ειναι διάδοχοι των αποστόλων – αλλά επειδή εξελέγη απο επισκόπους και του ανεθεσαν προνόμιά,με τα οποια ειναι συνδεδεμενη η λειτουργια του Προκαθημένου.

Και ποια είναι η πηγή της υπεροχής στην Οικουμενική Εκκλησία;

Εδω είναι ούτε η αποστολική διαδοχή,ουτε ή εκλογή, αλλα τα δίπτυχα, δηλαδή η καθεστηκυία τάξη των τοπικών Εκκλησιών στους επίσημους καταλόγους. Ο πρώτος επίσκοπος της Οικουμενικής Εκκλησίας δεν εκλεγεται από την Οικουμενική εκκλησία – εκλεχτηκε στην τοπική εκκλησία του και ως εκ τούτου, δεν έχει απολύτως τα ίδια δικαιώματα με τους άλλους Προκαθημένους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.

Όλες αυτές οι διαφορές, έχουμε προσπαθήσει να τις παρουσιάσουμαι στη «Θέση του Πατριαρχείου Μόσχας σχετικά με την υπεροχή στην Οικουμενική εκκλησία.» Αυτό το έγγραφο είναι μικρο, αλλά περιεκτικο και ουσιαστικο, και νομίζω ότι οι εξελιξεις που θα συμβούν τα επόμενα χρόνια, η θέση μας και η συμμετοχή μας σε αυτές, θα αιτιολογουνται σε μεγάλο βαθμό από τα συμπεράσματα που υπαρχουν στο παρόν έγγραφο.

Για παράδειγμα, το 2016, εκτός και αν υπάρχουν τυχόν εμπόδια θα πρεπει να συγκληθεί Πανορθόδοξη Σύνοδος. Η συμμετοχή μας σε αυτη την συνοδο είναι δυνατή μόνο εάν η απόφαση θα ληφθεί με συναίνεση, με αρχή την λήψη αποφάσεων που συμφωνήθηκε απο τους Προκαθημένους των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών κατά τη συνεδρίαση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις αρχές Μαρτίου στην Κωνσταντινούπολη. Γιατί είναι αυτό σημαντικό για εμάς; Επειδή πρέπει να είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι καμία τοπική Εκκλησία δεν μπορεί να επιβάλει οποιοδήποτε είδος απόφασης στην άλλη Τοπική Εκκλησία, ότι καμία απόφαση της Πανορθόδοξης Σύνοδου δεν θα γίνεται δεκτη εις βάρος της Εκκλησίας, ενάντια στις επιθυμίες των ανθρώπων της Εκκλησίας μας.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης υποστήριζε ότι όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται από το συνοδο με πλειοψηφία, ωστε κάθε τοπική εκκλησία να εκπροσωπηθει απο ένα ίσο ποσο επισκόπων. Αυτο δεν μας ικανοποπιει κατηγορηματικά, γιατί με αυτό τον τρόπο μπορούμε να βρεθουμε σε μια τετοια κατάσταση, που θα λαμβανονταν απόφασεις που δεν θα ηταν αποδεκτες απο την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Έτσι, το ερώτημα ως προς τη μέθοδο της συναίνεσης της λήψης αποφάσεων ήταν το κλειδί.  Έχουμε επιτύχει, αλλά υπάρχουν πολλά άλλα θέματα που σχετίζονται με την ημερήσια διάταξη της Πανορθόδοξης Σύνοδου, τα θέματα που θα συζητηθούν, αν θα είναι δυνατον κατά τη διάρκεια του Συνοδου να προβεί σε αλλαγές στα έγγραφα, τα οποία έχουν προετοιμαστεί εκ των προτέρων, και αν ναι, ποια. Για παράδειγμα, πιστεύουμε ότι οτι όλα τα έγγραφα που πρέπει να εγκριθουν θα πρέπει απο πριν να υιοθετηθουν και να συμφωνηθουν από τις Συνόδους των Ορθοδόξων Εκκλησιών, – μόνο τότε μπορούμε να έχουμε ειρήνη του μυαλού για να πάμε στην Πανορθόδοξη Σύνοδο.

Εξ ισου σημαντικό παρουσιάζεται και το θέμα του πρωτειου στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως είναι η κατανοηση για το πως αντιλαμβανόμαστε την υπεροχή, που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πρακτική της εκκλησιαστικής ζωής. Πιστεύουμε ότι σε κάποιο βαθμό κατάφεραμε να βρουμε μια ισορροπία μεταξύ των θέσεων των τοπικών Ορθοδόξων Εκκλησιών για το θέμα αυτό.

Την ίδια στιγμή,αυτη η ισορροπια είναι μάλλον αρκετα εύθραυστη, επειδή ακόμα και η δημοσίευση του εγγράφου μας σχετικά με την υπεροχή στην Εκκλησία προκαλεσε αρκετα ασαφεις αντιδρασεις στην τοπική εκκλησία, ιδίως στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως . Ο ίδιος δεν έχει απαντήσει επίσημα στο έγγραφο μας, αλλά μια σειρά από επισκόποι και θεολόγοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης μίλησαν επικριτικά για αυτό. Για παράδειγμα, ο Μητροπολίτης Προύσης Eλπιδοφορος ως απάντηση στο εγγραφο μας δημοσίευσε ένα άρθρο με πολύ εύγλωττο τίτλο «Πρωτος χωρίς ίσο», στην οποία αποδεικνύει ότι ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης δεν είναι primus inter pares (πρώτος μεταξύ ίσων) αλλά primus sine paribus, που σημαίνει «πρώτος χωρις ίσους», επειδή, σύμφωνα με τον ίδιο, ως επίσκοπος της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, αυτός είναι πραγματικά ο πρώτος μεταξύ ίσων, αλλά ως Προκαθήμενος του ανώτερου θρονου – ειναι μοναδικός στο είδος του και δεν υπαρχει ισος με αυτον

`
Όλα αυτά τα προβλήματα σήμερα είναι μεγάλης σημασίας για την εσωτερική ύπαρξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας και για το διαλογο Ορθοδόξων-Καθολικών, και θα ήθελα πολύ να μελετήσετε προσεκτικά αυτό το έγγραφο και να γνωριζετε τα επιχείρηματα,με τα οποια η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία οδηγεί στη στήριξη της θέσεώς της , για να καταλάβετε ξεκαθαρα, ποια ήταν τα κίνητρα για τις ενέργειές μας στον διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών , και στην διορθόδοξη συνεργασία στην προετοιμασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.»



Ετικέτες