Κανών παρακλητικός εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον «Άξιον εστίν»

Loading...


Ευλογήσαντος τού Ιερέως, τό Κύριε εισάκουσον, μεθ’ ό τό Θεός Κύριος ως συνήθως καί τό εξής:

Ήχος δ’. Ο υψωθείς εν τώ Σταυρώ.

Απ’ ουρανού ξένη μορφή ως επέστη, ο Γαβριήλ τών ασωμάτων ο άρχων, τή σή Εικόνι έστη  καί εβόησεν• Άξιον εστίν Αγνή, ανυμνείν καί δοξάζειν, ως αειμακάριστον, τού Θεού σε Μητέρα. Αλλ’ ώ Παρθένε Δέσποινα ημάς, τή κραταιά σου, πρεσβεία περίεπε.

Δόξα. Καί νύν. Όμοιον.

Καθάπερ γέρας καί διάδημα θείον, ο περιώνυμος ναός τού Πρωτάτου, τήν σήν Εικόνα κεκτημένος γάννυται, άπας δέ ο κλήρός σου ταύτη πίστει προστρέχει, Άξιόν εστι βοών, ανυμνείν καί δοξάζειν, σέ τού Θεού Μητέρα τήν Αγνήν, τήν ρυομένην ημάς πάσης θλίψεως.

Ο Ν’ καί ο κανών ού η ακροστιχίς:
«Άξιον εστίν υμνείν σε Κόρη. Γερασίμου».

Ωδή α’. Ήχος πλ. δ’. Υγράν διοδεύσας.

Αφ’ ύψους επέστη ο Γαβριήλ, Μοναχού εν είδει, καί εβόα πανευλαβώς• Άξιόν εστί σε μακαρίζειν, ως τού Σωτήρος Μητέρα πανάφθορον.

Ξενίσας τώ ύμνω σου τώ καινώ, νυκτί ως επέστη, τόν μονάζοντα ο φανείς, ούτω πρέπον έλεγε δοξάζειν, καί ανυμνείν τήν Αγνήν Θεομήτορα.

Ισχύν καί παράκλησιν αληθή, λαμβάνομεν Κόρη, εξ Εικόνος σου τής σεπτής, Άξιόν εστι τής καλουμένης, καί χορηγούσης, ημίν χάριν άφθονον.

Ολόφωτον σκήνωμα τού Θεού, Αγνή Θεοτόκε, τόν σόν κλήρον τόν ευαγή, Άθω τό περίοπτόν σου Όρος, πάσης ανάγκης καί βλάβης απάλλαττε.

Ωδή γ’. Ουρανίας αψίδος.

Νάμα άϋλον βλύζει, η σή Εικών Άχραντε, Άξιον εστίν αοράτως, επισκιάσει σου, θείας χρηστότητος, καί γλυκασμόν σωτηρίας, τοίς πιστώς προσπίπτουσι, ταύτη εκάστοτε.

Εν νυκτί ως επέστη, ύμνον τόν σόν έψαλλε, ξένη εν μορφή Θεοτόκε, πρό τής Εικόνος σου, ο θείος Άγγελος, όν νύν μιμούμενοι πίστει, άδομεν δοξάζοντες, τά μεγαλείά σου.

Σωτηρίαν εξαίτει, καί τών παθών λύτρωσιν, τοίς εν τώ αγίω σου κλήρω, πιστώς μονάζουσιν, ως επηγγείλω Αγνή, καί ευλαβώς προσκυνούσι, τήν σεπτήν Εικόνα σου, Θεογεννήτρια.

Τήν σεπτήν σου Εικόνα, καί θαυμαστήν Άχραντε, Άξιόν εστιν ήν καλούμεν, ώσπερ αγίασμα, περικυκλούντες πιστώς, καί ασπαζόμενοι πόθω, εξ αυτής λαμβάνομεν, χάριν καί έλεος.

Διάσωσον Θεοκυήτορ τόν κλήρόν σου πάσης βλάβης, τόν εν πίστει τή σή Εικόνι προσπίπτοντα, ή πάλαι ήσεν Αρχάγγελος τόν σόν ύμνον.

Επίβλεψον εν ευμενεία πανύμνητε Θεοτόκε, επί τήν εμήν χαλεπήν τού σώματος κάκωσιν, καί ίασαι τής ψυχής μου τό άλγος.

Ήχος β’. Πρεσβεία θερμή.

Προστάτιν θερμήν, ο Άθως σε πεπλούτηκε, καί πίστει Αγνή, τήν ιεράν Εικόνα σου, τήν καλουμένην Δέσποινα Άξιόν εστιν περιπτύσσεται, καί εκβοά εκ βαθέων ψυχής• Μή παύση Παρθένε περιέπων με.

Ωδή δ’. Εισακήκοα Κύριε.

Ιερόν φυλακτήριον, καί σεπτόν αγλάϊσμα τήν Εικόνα σου, ο ναός Πρωτάτου κέκτηται, Άξιόν εστι τήν υπερθαύμαστον.

Νοσημάτων απάλλαξον, καί παντοίων πόνων καί περιστάσεων, τούς προσπίπτοντας Πανάμωμε, Άξιόν εστι σώ Εκτυπώματι.

Υπερύμνητε Δέσποινα, ημών τάς δεήσεις προσδέχου πάντοτε, ως εδέξω πάλαι Άχραντε, τόν τού Αρχαγγέλου ύμνον άγιον.

Μοναστής ο θεόληπτος, εν πλακί ως είδε τόν εγχαράξαντα, τώ δακτύλω τό μελώδημα, έκπληκτος ανύμνει σε Πανύμνητε.

Ωδη ε’. Φώτισον ημάς.

Νύκτα τών παθών, τώ φωτί τής σής λαμπρότητος, αποδίωκε Παρθένε αφ’ ημών, τών εν πίστει προσπιπτόντων τή Εικόνι σου.

Έχει ο ναός, τού Πρωτάτου Παναμώμητε, ως θησαύρισμα ώ Άξιόν εστι, τήν Εικόνα σου τήν θείαν σεμνυνόμενος.

Ίδε συμπαθώς, τούς εστώτας μετά πίστεως, τή Εικόνι σου ώ Άξιον εστι, καί παράσχου ημίν πάσι τά αιτήματα.

Νόσων χαλεπών, καί ποικίλων περιστάσεων, καί εχθρών τών αοράτων τής φθοράς, ανωτέρους ημάς φύλαττε Πανύμνητε.

Ωδή στ’. Τήν δέησιν.

Σωτήρος, καί τού Θεού ως Μητέρα, ανυμνών σε ο φανείς ανεβόα, άξιον όντως εστί τού δοξάζειν, καί μακαρίζειν τήν μόνην Πανύμνητον, ών μοναχός ο ευλαβής, επακούσας εξίστατο Δέσποινα.

Εν πίστει, εν τώ ναώ τού Πρωτάτου, προσιόντες τήν σεπτήν σου Εικόνα, πανευλαβώς προσκυνούντες βοώμεν• Άξιον όντως εστί μακαρίζειν σε, οία Μητέρα τού Θεού, καί τού Άθω προστάτιν καί έφορον.

Κατείδεν, ο μοναστής ξένον θαύμα, τώ δακτύλω χαραχθείσαν τήν πλάκα• νύν δέ ημείς τή σεπτή σου Είκόνι, παρεστηκότες βοώμεν εν θαύματι• Θεογεννήτορ Μαριάμ, σύ ημών προστασία καί έφορος.

Ο ύμνος, όν Γαβριήλ πάλαι ήσε, τή αγία σου Εικόνι Παρθένε, διαβεβόηται πάση τή κτίσει, καί Εκκλησία Χριστού η Ορθόδοξος, σύν Άθωνι τώ ευαγεί, ανυμνεί τά πολλά μεγαλείά σου.

Διάσωσον Θεοκυήτορ τόν κλήρόν σου πάσης βλάβης, τόν εν πίστει τή σή Εικόνι προσπίπτοντα, ή πάλαι ήσεν Αρχάγγελος τόν σόν ύμνον.

Άχραντε, η διά λόγου τόν Λόγον ανερμηνεύτως, επ’ εσχάτων τών ημερών τεκούσα, δυσώπησον, ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αίτησις καί τό Κοντάκιον.

Ήχος β’. Προστασία τών Χριστιανών.

Τήν φωνήν τού Αρχαγγέλου πιστώς κράζοντες, Κεχαριτωμένη Μήτερ Αειπάρθενε, Άξιον εστίν ως αληθώς βοώμέν σοι, μακαρίζειν σε καί ανυμνείν τήν παμμακάριστον αεί, καί Μητέρα τού Κτίσαντος• Σύ γάρ Θεογεννήτορ, Άθωνος προστασία, καί μεσιτεία πρός Θεόν, ημών πάντων ακαταίσχυντος.

Προκείμενον.

Μνησθήσομαι τού ονόματός σου εν πάση γενεά καί γενεά.

Στίχ.: Τό πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν…

    Ευαγγέλιον κατά Λουκάν.

Εν ταίς ημέραις εκείναις, αναστάσα Μαριάμ, επορεύθη εις τήν ορεινήν μετά σπουδής εις πόλιν Ιούδα, καί εισήλθεν εις τόν οίκον Ζαχαρίου καί ησπάσατο τήν Ελισάβετ. Καί εγένετο ως ήκουσεν η Ελισάβετ τόν ασπασμόν τής Μαρίας, εσκίρτησε τό βρέφος εν τή κοιλία αυτής• καί επλήσθη Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ καί ανεφώνησε φωνή μεγάλη καί είπε• Ευλογημένη σύ εν γυναιξί καί ευλογημένος ο καρπός τής κοιλίας σου. Καί πόθεν μοι τούτο, ίνα έλθη η μήτηρ τού Κυρίου μου πρός με; Ιδού γάρ, ως εγένετο η φωνή τού ασπασμού σου εις τά ώτά μου, εσκίρτησε τό βρέφος εν αγαλλιάσει εν τή κοιλία μου. Καί μακαρία η πιστεύσασα ότι έσται τελείωσις τοίς λελαλημένοις αυτή παρά Κυρίου. Καί είπε Μαριάμ• Μεγαλύνει η ψυχή μου τόν Κύριον καί ηγαλλίασε τό πνεύμα μου επί τώ Θεώ τώ Σωτήρί μου, ότι επέβλεψεν επί τήν ταπείνωσιν τής δούλης αυτού. Ιδού γάρ από τού νύν μακαριούσί με πάσαι αι γενεαί. Ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο Δυνατός, καί άγιον τό όνομα αυτού. Έμεινε δέ Μαριάμ σύν αυτή ωσεί μήνας τρείς καί υπέστρεψεν εις τόν οίκον αυτής.

Δόξα.

Ταίς τής Θεοτόκου πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τά πλήθη τών εμών εγκλημάτων.

  Καί νύν.

Ταίς τής Παναχράντου, πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τά πλήθη τών εμών εγκλημάτων.

Προσόμοιον.
 
 Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.

Στίχ.: Ελέησόν με ο Θεός κατά τό μέγα έλεός σου καί κατά τό πλήθος τών οικτιρμών σου εξάλειψον τό ανόμημά μου.

Νύκτωρ ο Αρχάγγελος, τώ Μοναχώ ως επέστη, ήσε τά προοίμια, τού αγίου ύμνου σου Αειπάρθενε• νύν ημείς Δέσποινα, πίστει παρεστώτες, τή Εικόνι σου προσάδομεν, ύμνους βοώντές σοι• Άξιον εστί μακαρίζειν σε, τήν μόνην παμμακάριστον, καί Θεού Μητέρα τήν άχραντον. Αλλά Θεοτόκε, βοήθεια ημών καί προσφυγή, μή διαλίπης παρέχουσα, ημίν τά ελέη σου.

Ο Ιερεύς: Σώσον ο Θεός…

Ωδή ζ’. Οι εκ τής Ιουδαίας.

Ρήμασι τού Αγγέλου, πειθαρχούντες Παρθένε πιστώς προσπίπτομεν, τή θεία σου Εικόνι, εν ή πρώτον εψάλη, ο σός ύμνος καί κράζομεν• Άξιον όντως εστίν, υμνείν σε εις αιώνας.

Η πληθύς Μοναζόντων, ομοφώνος βοώμέν σοι Παναμώμητε, τό Άξιόν εστί σοι, δοξάζειν καθ’ εκάστην, τή σωζούση εκάστοτε, τόν κλήρόν σου τόν σεπτόν, εκ πάσης επηρείας.

Γνωστόν γέγονε πάσι, τό εν Άδειν Παρθένε έργον εξαίρετον• διό τής σής προνοίας, κηρύττομεν τήν χάριν, ομοφώνως κραυγάζοντες• χαίρε Παρθένε Αγνή, τού Άθω προστασία.

Εν ναώ τού Πρωτάτου, τήν σεπτήν σου Εικόνα μετεκομίσαντο, εν πάση ευλαβεία• ή πίστει παρεστώτες, Θεοτόκε βοώμέν σοι, Χαίρε Παρθένε Αγνή, τού Άθω προστασία.

Ωδή η’. Τόν Βασιλέα.

Ρημάτων θείων, ενωτισθείς τού Αγγέλου, Παναμώμητε ο ευλαβής μονάζων, ήσε γηθοσύνως, τόν θαυμαστόν σου ύμνον.

Άπας προστρέχων, τή θαυμαστή σου Εικόνι, ήτις Άξιόν εστι λέγεται Κόρη, πληρούται ευφροσύνης, λαμβάνων τάς αιτήσεις.

Σέ θείον όρμον, εν τή θαλάσση τού βίου, επιστάμενοι προστρέχομέν σοι πίστει, καί παντοίας ζάλης, λυτρούμεθα Παρθένε.

Ίδε Παρθένε, ημάς εν όμματι θείω, τούς προσπίπτοντας τή θεία σου Εικόνι, καί εκδεχομένους, εκ ταύτης τήν σήν χάριν.

Ωδή θ’. Κυρίως Θεοτόκον.

Μητράνανδρε Παρθένε, ως μανναδόχον στάμνον, τήν σήν αγίαν Εικόνα κατέχοντες, τής σής προνοίας τό μάννα αεί καρπούμεθα.

Οι πίστει σου τή θεία, σπεύδοντες Εικόνι, εν ή ο Άγγελος ήσε τόν ύμνον σου, πάσης ανάγκης Παρθένε θάττον ρυόμεθα.

Υμνεί άπας ο Άθως, καθ’ εκάστην ώραν, τά μεγαλεία τά σά Παναμώμητε, σύν τώ Αγγέλω τό Άξιόν εστι ψάλλων σοι.

Υψίστου θείε θρόνε, Κεχαριτωμένη, Όρος τού Άθω τόν άγιον κλήρόν σου, σκέπε καί σώζε απαύστως εκ πάσης θλίψεως.

Τό Άξιον εστί καί τά μεγαλυνάρια.

Χάριν αναβλύζει διηνεκή, η θεία Εικών σου, εν ή πρώτον ο Γαβριήλ, ήσέ σου τόν ύμνον, εν παραδόξω τρόπω, ήν προσκυνούντες Κόρη σέ μεγαλύνομεν.

Χαίρει ο Πρωτάτου θείος ναός, έχων εν αδύτοις, τήν Εικόνα σου τήν σεπτήν, τήν ωνομασμένην, Άξιόν εστι Κόρη, ή πίστει προσιόντες σέ μεγαλύνομεν.

Ώφθη ξένη θέα ο Γαβριήλ, καί τόν απορούντα, καθωδήγησε μοναστήν, άδειν καί υμνείν σε, ως τού Θεού Μητέρα, καί εν πλαξί τόν ύμνον ξένως ετύπωσε.

Πάση ευλαβεία τε καί σπουδή, ήραν εκ τού Άδειν, τήν Εικόνα σου τήν σεπτήν, καί ταύτην Παρθένε, ναώ τώ τού Πρωτάτου, ενίδρυσαν εν θρόνω, ώσπερ βασίλισσαν.

Πάσιν ό ενήργησας θαυμαστώς, εν Άδειν Παρθένε, εν τώ Όρει σου τώ σεπτώ, εμφανές κατέστη, καί πάσα Εκκλησία, τό Άξιον εστί σοι, ψάλλει εκάστοτε.

Τείχος καί οχύρωμα ασφαλές, έσο Θεοτόκε, τώ σώ κλήρω τώ ευαγεί, πίστει καί αγάπη, απαύστως αφορώντι, πρός τάς θαυματοβρύτους, θείας Εικόνας σου.

Πάσαι τών Αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι Άγιοι πάντες, μετά τής Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εις τό σωθήναι ημάς.

Τό τρισάγιον, τά συνήθη τροπάρια, εκτενής καί απόλυσις, μεθ’ ήν ψάλλομεν τό εξής:
Ήχος β’. Ότε εκ τού ξύλου.

Άξιον εστίν ως αληθώς, ψάλλοντες πολλή ευλαβεία, τή Θεομήτορι, άπαντες προσπέσωμεν, καί προσκυνήσωμεν, τήν αυτής χαριτόβρυτον, καί θείαν Εικόνα, πάντας αγιάζουσαν Αγίω Πνεύματι• Δέσποινα αυτή εκβοώντες, πλήρου τάς δεήσεις απάντων, τών ατενιζόντων τή πρεσβεία σου.

Δίστιχον.

Άξιον εστίν ανυμνείν σε Παρθένε
Γεράσιμος βοά θερμώς σοι προσπίπτων.

Ποιηθείς εν Αγίω Όρει
υπό Γερασίμου Μοναχού Μικραγιαννανίτου
Υμνογράφου τής Μεγάλης τού Χριστού Εκκλησίας



Ετικέτες