Πού το πάει ο Τσίπρας

Loading...


Γράφει ο Σταύρος Λυγερός

Αν κάτι ξεκαθάρισαν οι επαφές των Μάρτιν Σουλτς και Γερούν Ντάισελμπλουμ στην Αθήνα είναι πως η αναμενόμενη από πολλούς μετεκλογική κωλοτούμπα του Αλέξη Τσίπρα βρισκόταν περισσότερο στη σφαίρα των δικών τους ευσεβών πόθων παρά στηριζόταν στην πολιτική πραγματικότητα.

Μάλιστα, η κοινή συνέντευξη του Ελληνα υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη με τον επικεφαλής του Eurogroup δεν άφησε καμία αμφιβολία για το χάσμα που χωρίζει την ελληνική πλευρά από τα γεράκια του ευρωιερατείου.

Η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ. επέτρεψε στον πρωθυπουργό να στηρίζεται σε μια στέρεη αντιμνημονιακή πλειοψηφία στη Βουλή. Με άλλα λόγια, του επιτρέπει να διαπραγματεύεται χωρίς να φοβάται ότι θα του τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια αν έρθει σε αντιπαράθεση με τα αφεντικά της Ευρωζώνης. Θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα αν η Κουμουνδούρου είχε συνεργαστεί με το Ποτάμι, όπως προσδοκούσαν πολλοί στην Ευρώπη. Τότε ο ΣΥΡΙΖΑ ουσιαστικά θα ήταν πολιτικά όμηρος. Εξ ου και η δημόσια άκομψη εκδήλωση δυσαρέσκειας εκ μέρους του Σουλτς.

Η κυβέρνηση Τσίπρα επιδιώκει να ενταφιάσει το προηγούμενο μνημονιακό πρόγραμμα και να το αντικαταστήσει από μια νέα συμφωνία-πακέτο, η οποία θα προκύψει από διαπραγματεύσεις. Προφανώς, η νέα συμφωνία θα περιλαμβάνει κάποιες ελληνικές δεσμεύσεις δημοσιονομικού χαρακτήρα, αλλά αρκετά πιο χαλαρές από τις αντίστοιχες του μνημονίου. Επίσης, θα περιέχει ελληνικές δεσμεύσεις για την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων, κυρίως θεσμικού χαρακτήρα.
Η Αθήνα θεωρεί απαραίτητο στη συμφωνία-πακέτο να περιλαμβάνεται και η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους. Προφανώς, θα προτιμούσε ένα γενναίο κούρεμα, αλλά θα συμφωνήσει σε περαιτέρω μείωση του επιτοκίου και κυρίως σε επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής με ρήτρα ανάπτυξης. Δηλαδή διασύνδεση των υποχρεώσεων της Αθήνας με τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.

Ο Τσίπρας επιδιώκει μαζί με το μνημόνιο να ενταφιάσει και την τρόικα ως μηχανισμό ελέγχου. Είναι, ωστόσο, διατεθειμένος να αποδεχτεί έλεγχο από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά όχι το καθεστώς των ελέγχων της προηγούμενης πενταετίας. Ανοιχτός προς αυτή την κατεύθυνση εμφανίστηκε ο αρμόδιος επίτροπος Πιερ Μοσκοβισί.

Η Αθήνα θέλει οι διαπραγματεύσεις να έχουν καταλήξει σε αποτέλεσμα όσο το δυνατόν πιο σύντομα και πάντως πριν το καλοκαίρι. Εχει συνείδηση ότι η Ευρωζώνη δεν πρόκειται να συνεχίσει τη χρηματοδότηση χωρίς να έχει συμφωνηθεί νέο πρόγραμμα. Γι’ αυτό και ο Βαρουφάκης δήλωσε ότι η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για την εκταμίευση της δόσης των 7,5 δισ. ευρώ, η οποία συνδέεται με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης που εκκρεμεί.
Η Ελλάδα θα καταφέρει να πληρώσει τις δανειακές υποχρεώσεις του Μαρτίου. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση, όμως, να πληρώσει τις πολύ μεγαλύτερες υποχρεώσεις του καλοκαιριού. Αν μέχρι τότε δεν έχει υπάρξει συμφωνία για ένα νέο πρόγραμμα, θα υποχρεωθεί σε στάση πληρωμών με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για την ίδια και για τη σχέση της με την Ευρωζώνη και για τη σταθερότητα της νομισματικής ένωσης.

Αυτά θέλει η ελληνική κυβέρνηση και τα κατέστησε σαφή και στον Σουλτς και στον Ντάισελμπλουμ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι στάση τελικά θα τηρήσει το ευρωιερατείο. Μέχρι τις εκλογές πολλοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και ΜΜΕ προεξοφλούσαν πως αν περάσουν τη θηλιά στον λαιμό του Τσίπρα θα υποχρεωθεί να κάνει κωλοτούμπα και να μπει στο μνημονιακό μονοπάτι.

Σε αυτή την περίπτωση, εμφανίζονταν διατεθειμένοι να του προσφέρουν ένα φύλλο συκής, κάποια μικροανταλλάγματα για να παραμυθιάσει τους οργισμένους ψηφοφόρους του. Οπως προαναφέραμε, όμως, η περιβόητη κωλοτούμπα ήταν περισσότερο ευσεβής πόθος παρά πολιτική πραγματικότητα. Αν και ορισμένοι επιμένουν ακόμα ότι αν σφίξουν τη θηλιά η ελληνική πλευρά θα υποχωρήσει ατάκτως, το σενάριο αυτό εγκαταλείπεται. Αντικαθίσταται από το σενάριο της πρόκλησης οικονομικού πανικού, ο οποίος με τη σειρά του θα προκαλέσει την ανατροπή της ατίθασης και αυθάδους κυβέρνησης Τσίπρα.

Σε αυτή τη γραμμή κινείται το Βερολίνο, το οποίο βλέπει να διασαλεύεται η γερμανική τάξη που έχει επιβάλει. Ο Σόιμπλε δηλώνει ότι δεν εκβιάζεται, αλλά αυτό που λέει στην πραγματικότητα είναι ότι δεν είναι διατεθειμένος να αλλάξει γραμμή πλεύσης. Αρνείται τη διαπραγμάτευση νέας συμφωνίας-πακέτο με την Αθήνα επειδή φοβάται ότι αυτή θα ανοίξει τον ασκό του Αιόλου.

Για να τορπιλίσει, μάλιστα, το ενδεχόμενο έναρξης διαπραγματεύσεων συνδέει την παραχώρηση παράτασης με την εκ των προτέρων αποδοχή από την κυβέρνηση Τσίπρα του μνημονιακού προγράμματος! Με άλλα λόγια, εξωθεί τα πράγματα σε ρήξη.
Τα γεράκια του ευρωιερατείου θεωρούν τη στάση της κυβέρνησης Τσίπρα «ανταρσία». Το «Spiegel» χαρακτηρίζει τον Ελληνα πρωθυπουργό «εφιάλτη της Ευρώπης» και «οδηγό που πηγαίνει ανάποδα». Προφανώς, εκλαμβάνει τη γερμανική τάξη ως ορθοδοξία και νομιμότητα! Δεν είναι όμως μόνο ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν ο οποίος καυτηριάζει τη γερμανική ηθικολογία, ούτε ο διευθυντής του αμερικανικού «Newsweek» που χαρακτηρίζει τον Σόιμπλε μεγαλύτερο κίνδυνο για την Ευρώπη κι από τον Τσίπρα.

Η έγκυρη «Frankfurter Allgemeine Zeitung» διαπιστώνει ότι πριν από λίγα χρόνια η Ελλάδα απειλούσε να μεταδώσει τον οικονομικό κίνδυνο, ενώ τώρα τον πολιτικό κίνδυνο. Με άλλα λόγια ομολογεί ότι, εάν η νέα ελληνική κυβέρνηση φέρει κάποιο αποτέλεσμα, θα προκαλέσει ντόμινο με κίνδυνο να ξηλωθεί το πουλόβερ της τοξικής λιτότητας σε όλη την ευρωπαϊκή περιφέρεια.

Επιπροσθέτως, ο Τσίπρας θα λειτουργήσει ως παράδειγμα προς μίμηση. Θα φουσκώσουν τα πολιτικοεκλογικά πανιά όλων των αντισυστημικών κομμάτων (αριστερών και ακροδεξιών), τα οποία ήδη απειλούν την παραδοσιακή ηγεμονία της Κεντροδεξιάς και της Κεντροαριστεράς που μεταπολεμικά κυβερνούν τις ευρωπαϊκές χώρες. Δηλαδή τα γεράκια επικαλούνται και το «συντεχνιακό» συμφέρον των κυρίαρχων πολιτικών ελίτ στην Ευρώπη για να εξασφαλίσουν συναίνεση στον στραγγαλισμό της κυβέρνησης Τσίπρα και να τη μετατρέψουν σε παράδειγμα προς αποφυγή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο πιστεύουν ότι θα αποτρέψουν την επέκταση της «ανταρσίας».

Η Μέρκελ και το σενάριο ανατροπής

Αυτή, ωστόσο, είναι η μία όψη. Το νόμισμα έχει και άλλη. Η κυβέρνηση Μέρκελ διαβεβαιώνει ότι η Ευρωζώνη είναι θωρακισμένη και δεν πρόκειται να απειληθεί από μια ρήξη με την Ελλάδα. Στην πραγματικότητα, όμως, κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει με κατηγορηματικότητα τις επιπτώσεις αυτής της ρήξης.

Θα προκαλέσει την ανατροπή της κυβέρνησης Τσίπρα και παλινόρθωση των μνημονιακών δυνάμεων (το σενάριο της αριστερής παρένθεσης στο οποίο έχει επενδύσει ο Αντώνης Σαμαράς) ή θα οδηγήσει σε Grexit; Και τι θα σημάνει για τη σταθερότητα της Ευρωζώνης, αλλά και για τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο η ασύντακτη έξοδος της Ελλάδας;

Στη συνάντηση Βαρουφάκη – Ντάισελμπλουμ διαπιστώθηκε ότι η γραμμή Σόιμπλε για επάνοδο της τρόικας και ολοκλήρωση της αξιολόγησης που εκκρεμεί από το μνημονιακό πρόγραμμα απορρίπτεται από την Αθήνα. Εάν το ευρωιερατείο εμμείνει σε αυτή τη γραμμή, η ρήξη θα καταστεί αναπόφευκτη.

Αυτό που προκάλεσε έκπληξη στον επικεφαλής του Eurogroup δεν ήταν η στάση του Ελληνα υπουργού στο δωμάτιο, αλλά το γεγονός ότι τα ίδια δήλωσε δημοσίως, ότι δεσμεύτηκε πως για την Αθήνα το μνημονιακό πρόγραμμα είναι νεκρό και μαζί του συμπαρασύρει στον τάφο και την τρόικα. Για να μην το αναγνωρίσει, μάλιστα, αρνείται να ζητήσει παράτασή του. Με άλλα λόγια, η ελληνική αυτή θέση δεν είναι προς διαπραγμάτευση, αλλά πραγματική κόκκινη γραμμή.

Οπως προκύπτει από τα παραπάνω, το ευρωιερατείο θα ζυγίσει πολλούς παράγοντες για να αποφασίσει την τελική στάση του έναντι της κυβέρνησης Τσίπρα. Θα ήθελε να της τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια. Δεν είναι όμως λίγα τα μέλη του που συνειδητοποιούν ότι ο δρόμος της ρήξης είναι όχι μόνο δραματικά επώδυνος για την Ελλάδα, αλλά και πολύ ολισθηρός για την ίδια την Ευρωζώνη, με την έννοια ότι πιθανότατα θα την αποσταθεροποιήσει.

Αποσταθεροποίηση και δημοψήφισμα

Αν παγιωθεί η εντύπωση πως το αδιέξοδο είναι οριστικό, η πρόκληση οικονομικού πανικού στην Ελλάδα θα καταστεί αναπόφευκτη. Δεν είναι, ωστόσο, δεδομένο ότι θα φέρει το επιθυμητό στο ευρωιερατείο αποτέλεσμα. Προφανώς, η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να λάβει μέτρα περιορισμού για την κίνηση των κεφαλαίων και τις αναλήψεις από τις τράπεζες.

Τέτοια μέτρα και το ορατό διά γυμνού οφθαλμού ενδεχόμενο εξόδου από την Ευρωζώνη, αναπόφευκτα, θα φέρουν τον Τσίπρα σε δυσχερή θέση. Ακόμα και πολίτες που ψήφισαν τον ΣΥΡΙΖΑ θα τον κατηγορήσουν ότι άλλα τους έλεγε προεκλογικά. Η αντίφαση ανάμεσα στην καθησυχαστική προεκλογική ρητορική και στη δύσκολη μετεκλογική πραγματικότητα θα χρησιμοποιηθεί από την αντιπολίτευση ως μοχλός αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης.
Το ενδεχόμενο αυτό έχει απασχολήσει την Κουμουνδούρου. Πριν από καιρό ο Γιάννης Δραγασάκης είχε δηλώσει ότι, αν το ευρωιερατείο ασκήσει εκβιασμό, η μελλοντική κυβέρνηση θα ζητήσει πρόσθετη δημοκρατική νομιμοποίηση μέσω δημοψηφίσματος για να εφαρμόσει το πρόγραμμά της.
Η ιδέα αυτή δεν έχει εγκαταλειφθεί. Την επανέφερε προεκλογικά ο Νίκος Ξυδάκης και μετεκλογικά ο Κώστας Χρυσόγονος. Πριν από δύο ημέρες, παρότι προκλήθηκε, ο Νίκος Παππάς δεν την απέκλεισε. Το δημοψήφισμα έχει μπει στο ράφι, αλλά, αν το πολιτικό κλίμα καταστεί πολιτικά μη διαχειρίσιμο, πιθανότατα θα το ανασύρουν.

Το δημοψήφισμα έχει το πλεονέκτημα ότι μπορεί να αθροίσει πολιτικά τις αντιμνημονιακές ψήφους, κάτι που είναι αδύνατον στο κοινοβουλευτικό επίπεδο. Δεδομένου ότι οι αντιμνημονιακοί είναι ευρεία πλειοψηφία στο εκλογικό σώμα, η κυβέρνηση μπορεί δικαιολογημένα να ελπίζει ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα είναι θετικό και θα εδραιώσει πολιτικά την κυβέρνηση Τσίπρα εξουδετερώνοντας τις αντιδράσεις. Ταυτοχρόνως, θα μετέφερε στο ευρωιερατείο το δίλημμα. Στο τραπέζι θα έμπαινε πλέον η σχέση της Ελλάδας με την Ευρώπη και στην Αθήνα θα λάμβαναν αποφάσεις πολεμικού χαρακτήρα.

Διαπραγματεύσεις και συμβιβασμός

Στην κυβέρνηση Τσίπρα ελπίζουν ότι ο φόβος των αποσταθεροποιητικών συνεπειών θα υποχρεώσει τελικά το ευρωιερατείο να ακολουθήσει τον δρόμο των εποικοδομητικών διαπραγματεύσεων. Αν συμβεί αυτό, πιθανότατα θα βρεθεί ένας συμβιβασμός. Κοινοί τόποι ήδη υπάρχουν και μπορούν με αμοιβαίες υποχωρήσεις να βρεθούν πρόσθετοι.

Ενας σημαντικός κοινός τόπος είναι η λήψη δραστικών μέτρων για τη συρρίκνωση της επιρροής που ασκούν στην ελληνική οικονομική και πολιτική ζωή οι ολιγάρχες. Αν και το ευρωιερατείο συμμάχησε μαζί τους για να εφαρμοστούν οι μνημονιακές πολιτικές, δεν παύει να τους θεωρεί ένα είδος καρκινώματος που δεν συνάδει με τις ευρωπαϊκές αρχές.

Αυτού του είδους η κριτική δεν είναι πάντα υποκριτική. Συνδυάζεται, όμως, και με οικονομικές σκοπιμότητες. Στην πραγματικότητα, ισχύει το τερπνόν μετά του ωφελίμου. Το ευρωπαϊκό κεφάλαιο (κυρίως το γερμανικό) ενδιαφέρεται να εκμεταλλευτεί φτηνές ευκαιρίες για να ελέγξει κρίσιμους τομείς της ελληνικής οικονομίας. Η λήψη μέτρων για τη συρρίκνωση της δεσπόζουσας θέσης των εγχώριων ολιγαρχών εκ των πραγμάτων θα απελευθερώσει χώρο και θα δημιουργήσει φτηνές ευκαιρίες.

Αν και ασκήθηκαν σχετικές πιέσεις στις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις, αυτές δεν έλαβαν τέτοια μέτρα λόγω της καθοριστικής εξάρτησής τους από τους ολιγάρχες και το μιντιακό σύστημα. Ο Τσίπρας και το κόμμα του δεν έχουν τέτοια κωλύματα. Αντιθέτως, έχουν συμφέρον και δείχνουν να έχουν και βούληση για να κάνουν βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.
Με άλλα λόγια, η αποδυνάμωση των ολιγαρχών είναι ένα ζήτημα στο οποίο συγκλίνουν τα συμφέροντα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛ. και του ευρωιερατείου. Και αυτό διαπιστώθηκε στη συνάντηση Τσίπρα – Σουλτς. Σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις στα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων ακούγονται φωνές ότι και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο αξίζει να βρεθεί ένα modus vivendi με τη νέα ελληνική κυβέρνηση. Αναγνωρίζουν ότι την τομή αυτή δεν μπορεί να την κάνει καμία άλλη κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, όμως, ο εν λόγω κοινός τόπος δεν φαίνεται -προς το παρόν τουλάχιστον- ικανός να γείρει τη ζυγαριά προς την πλευρά του συμβιβασμού.

Ο Τσίπρας μπορεί να υποστηρίξει πολιτικά έναν συμβιβασμό στο εσωτερικό. Η σύγκριση με την πολιτική της κυβέρνησης Σαμαρά θα είναι καταλυτική. Οι νέοι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, άλλωστε, κατά κανόνα προσδοκούν μάλλον έναν τέτοιον συμβιβασμό που εξασφαλίζει ομαλότητα παρά μια ρήξη με ανεξέλεγκτες επιπτώσεις. Περισσότερες αντιδράσεις θα προκύψουν εσωκομματικά από την Αριστερή Πλατφόρμα, αλλά ο Τσίπρας θα έχει την πολιτική ευχέρεια να τις αντιμετωπίσει.

Πόσες, όμως, είναι οι πιθανότητες να οδεύσουμε προς έναν τέτοιον συμβιβασμό; Προς αυτή την κατεύθυνση ωθεί η ευρεία εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία βρήκε υποστηρικτές σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Δεν είναι μόνο οι αριστερές δυνάμεις που βλέπουν την αλλαγή φρουράς στην Ελλάδα ως καταλύτη για τερματισμό της τοξικής λιτότητας.

Μίνι περιοδεία σε Ρώμη και Παρίσι

Στο Μέγαρο Μαξίμου επιμένουν ότι η πολιτική τους εντάσσεται στην ευρωπαϊκή συζήτηση για την υπέρβαση της κρίσης και δεν αποτελεί μια περιθωριακή πρόταση. Οι επισκέψεις του Τσίπρα στη Ρώμη και στο Παρίσι την Τρίτη και την Τετάρτη είναι μια ένδειξη ότι έχουν κάποιο δίκιο. Επίσης, ότι η αναζήτηση συμμάχων στις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού Νότου δεν είναι όνειρο θερινής νυκτός. Από την άλλη πλευρά, όμως, τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Η πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ανακουφίζει και την Ιταλία και τη Γαλλία, και με αυτή την έννοια τις διαχωρίζει από την Ελλάδα, την οποία συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν ως ειδική περίπτωση.

Μια ρήξη, μάλιστα, του ευρωιερατείου με την κυβέρνηση Τσίπρα θα αποσπούσε την προσοχή από τους δύο μεγάλους ασθενείς της Ευρωζώνης. Δεν θα άφηνε περιθώρια για κλιμάκωση των πιέσεων προς τη Ρώμη και το Παρίσι για λήψη μέτρων λιτότητας. Αντιθέτως, θα υποχρέωνε το Βερολίνο να αποδεχτεί τη χαλάρωση της λιτότητας. Με άλλα λόγια, χωρίς να είναι το πιθανότερο, δεν είναι και απίθανο η Ελλάδα να χρησιμοποιηθεί σαν Ιφιγένεια για να φτάσουν οι μεγάλοι της Ευρωζώνης σε μεταξύ τους συμβιβασμό.

Ωστόσο η αντίδραση του Ολάντ στην εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ένδειξη ότι θέλει να παίξει τον ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα στην Αθήνα και το Βερολίνο με σκοπό να ωθήσει τα πράγματα προς έναν συμβιβασμό. Η συνάντηση του Σουλτς με τη Μέρκελ και τον Ολάντ στο Στρασβούργο είναι μια ευκαιρία για την καγκελάριο να ασκήσει πίεση στον Γάλλο πρόεδρο, αλλά το Παρίσι έχει συμφέρον να παίξει έναν τέτοιον ρόλο. Υφίσταται, άλλωστε, και η Γαλλία τις συνέπειες της τοξικής λιτότητας.
 



Ετικέτες